Τα προβλήματα της ψηφιακής ενημέρωσης και οι «έξωθεν» κίνδυνοι

Τα προβλήματα της ψηφιακής ενημέρωσης και οι «έξωθεν» κίνδυνοι

Κυβέρνηση και κόμματα οφείλουν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να διασφαλίσουν τον υγιή ανταγωνισμό και την υγιή επιχειρηματικότητα στο χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης, ο οποίος βάλλεται πανταχόθεν.

Πότε επιτέλους η Πολιτεία θα μιλήσει καθαρά και ξάστερα για την προσπάθεια που κάνουν οι ελληνικές διαδικτυακές ιστοσελίδες ενημέρωσης; Πότε επιτέλους το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας που νομοθετεί θα σκύψει πάνω στα σοβαρότατα προβλήματα που απειλούν να βάλουν στο περιθώριο την πεμπτουσία της Δημοκρατίας που δεν είναι άλλη από την ενημέρωση;

Η ΕΝΕΔ (Ένωση Εκδοτών Διαδικτύου) έχει πολλές φορές κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου και έχει τονίσει παντοιοτρόπως ότι είναι άμεση ανάγκη να υπάρξει και ουσιαστική ενημέρωση όλων των πολιτικών αρχηγών και της κυβέρνησης για ένα ζήτημα που φαίνεται να προβληματίζει έντονα τον κλάδο των διαδικτυακών εκδόσεων, αφού πρακτικά οι μέχρι σήμερα νομοθετικές ρυθμίσεις αδυνατούν να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητά τους, την ίδια ώρα μάλιστα που ο αθέμιτος ανταγωνισμός από την άλλη μεριά του Ατλαντικού δείχνει να κορυφώνεται.

Τα τελευταία χρόνια το πολιτικό προσωπικό ευαγγελίζεται την ανάγκη να γυρίσει σελίδα ο τόπος, να γυρίσουν σελίδα τα ΜΜΕ και να πάψουν να λειτουργούν όπως στο παρελθόν ως «ρουσφετομάγαζα», αλλά ως υγιείς επιχειρήσεις. Με την είσοδο στην αγορά των digital news είναι κοινώς παραδεκτό ότι αυτό επετεύχθη σε πολύ μεγάλο βαθμό, αφού οι μεγάλοι όμιλοι που δραστηριοποιούνται στην ψηφιακή ενημέρωση λειτουργούν στα πλαίσια της νομιμότητας με όρους πραγματικής οικονομίας. Για να προχωρήσει όμως αυτό το εγχείρημα πρέπει το επίσημο ελληνικό κράτος να παρέχει πρώτα από όλα ισονομία, αλλά και όρους που να επιτρέπουν στους Έλληνες επιχειρηματίες να επενδύουν στο αγαθό της ενημέρωσης του ελληνικού λαού. Να αρθούν τα εμπόδια και οι αγκυλώσεις που λειτουργούν προς όφελος άλλων, εξωγενών παραγόντων. Δεν είναι δυνατόν η διαδικτυακή ενημέρωση στην Ελλάδα να μένει ανυπεράσπιστη την ώρα που οι πολυεθνικοί κολοσσοί απομυζούν το μεγαλύτερο μέρος της διαφημιστικής πίτας και θέτουν απεχθείς όρους με τους οποίους επιθυμούν να ελέγχουν ακόμα και το περιεχόμενο της ενημέρωσης.

Είναι γνωστά τα προβλήματα διασποράς ψευδών ειδήσεων, κακοδιαχείρισης των προσωπικών δεδομένων των χρηστών και η υποβάθμιση ενημέρωσης μέσω αλγορίθμων που προωθούν οι «πολυεθνικές της ενημέρωσης» και ως εκ τούτου η επίσημη ελληνική Πολιτεία δεν είναι δυνατόν με τις νομοθετικές τις παρεμβάσεις να ενισχύει περαιτέρω το αθέμιτο σχέδιό τους, έναντι των εκδοτικών ομίλων της χώρας και ειδικότερα των ψηφιακών εκδοτών.

Χαρακτηριστικό αυτών των εταιρειών είναι η απορρόφηση του 70% της ελληνικής διαφημιστικής δαπάνης, στοιχείο που υποδηλώνει ότι το μερίδιο των ελληνικών διαδικτυακών επιχειρήσεων ανταγωνίζεται σε ένα αρκετά περιορισμένο φάσμα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι αυτές οι εταιρείες δεν φορολογούνται πλήρως και απασχολούν ελάχιστους εργαζομένους σε αντίθεση με τις ελληνικές επιχειρήσεις που λειτουργούν σε καθεστώς πλήρους διαφάνειας και νομιμότητας και απασχολούν χιλιάδες εργαζόμενους. Δεν είναι δυνατόν να συνεχίζεται το καθεστώς των δυο μέτρων και δυο σταθμών στη φορολογία των επιχειρήσεων ενημέρωσης.

Και για να είμαστε σαφείς: Η θεσμοθέτηση της καταβολής ειδικής εισφοράς 2% επήλθε για τη διάσωση του Ε.Δ.Ο.Ε.Α.Π., ενός ταμείου, στο οποίο οι εκδότες του διαδικτύου δεν ανήκουν καταρχάς, αλλά αφορά στους τηλεοπτικούς σταθμούς, για τους οποίους όμως θεσμοθετήθηκε μείωση του φόρου επί των τηλεοπτικών διαφημίσεων από 20% σε 5%. Είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι με αυτούς τους όρους δεν γίνεται να υπάρξει υγιής ανταγωνισμός και συνθήκες ανάπτυξης. Μέσα σε αυτό το δυσμενές και ρευστό πλαίσιο, και την ίδια στιγμή που ελληνικές εταιρείες ενημέρωσης που δραστηριοποιούνται στο διαδίκτυο καταβάλλουν κάθε θεμιτή προσπάθεια επιβίωσης, αναρωτιέται εύλογα κανείς πόση αντοχή ακόμη μπορούν να επιδείξουν, παραμένοντας συνεπείς και υπεύθυνες απέναντι στους εκατοντάδες εργαζομένους τους, αλλά και στην ίδια τη χώρα.

Την ώρα που σε παγκόσμιο επίπεδο οι ισχυρές οικονομικά δυνάμεις επενδύουν στην ευρυζωνικότητα, στις νέες τεχνολογίες και στην ψηφιακή ανάπτυξη, εδώ στην Ελλάδα γυρίζουμε χρόνια πίσω με τον κίνδυνο δεκάδες υγιείς επιχειρήσεις να οδηγηθούν σε ορατές δυσμενείς συνέπειες που δεν είναι άλλες από τις ομαδικές απολύσεις εργαζομένων, την μετεγκατάσταση της έδρας σε άλλες χώρες, ακόμη και της πτώχευσης.

Αυτό που πρέπει να αντιληφθεί τόσο η κυβέρνηση, όσο και όλοι οι εκπρόσωποι των πολιτικών κομμάτων είναι ότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι αμιγώς οικονομοτεχνικό. Είναι πρωτίστως κοινωνικό, αφού η ενημέρωση είναι ύψιστο κοινωνικό αγαθό και βασικό συστατικό της ομαλής λειτουργίας της Δημοκρατίας μας. Είναι αδήριτη ανάγκη να προστατευθεί και για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να γίνει με ημίμετρα, ούτε βεβαίως με λάθος προσανατολισμό. Η ελληνική Πολιτεία καλείται να αποδείξει στην πράξη ότι αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα του ζητήματος και να κινηθεί πριν να είναι πολύ αργά για τη χώρα.