Παραδέχθηκε το λάθος του ο «προφήτης» του Grexit

Παραδέχθηκε το λάθος του ο «προφήτης» του Grexit

Ο οικονομολόγος Νουριέλ Ρουμπινί σε πρόσφατη συνέντευξή του παραδέχθηκε εν πολλοίς ότι οι προβλέψεις του για την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη ήταν...αποτυχημένες.

Μιλώντας στη διαδικτυακή έκδοση του γερμανικού περιοδικού Der Spiegel, ο Ρουμπινί εξήγησε γιατί έπεσε έξω στην πρόβλεψη ότι η Ελλάδα θα φύγει από το ευρώ: «Την περασμένη χρονιά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πραγματοποίησε μία σχετικά ριζοσπαστική στροφή με το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων. Νομίζω ότι όλοι εξεπλάγησαν από αυτό. Αλλά και η ίδρυση του μόνιμου Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) βοηθά τα ευρωπαϊκά κράτη και τις τράπεζες. Με τη δημοσιονομική και τραπεζική ένωση οι Ευρωπαίοι εξετάζουν μία ενίσχυση του ενοποιητικού σχεδίου τους. Και εν τέλει έχει αλλάξει η στάση των Γερμανών: αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι δεν είναι εφικτή μία συντεταγμένη έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, ενόσω βρίσκονται σε κίνδυνο η Ιταλία και η Ισπανία. Και ότι η κρίση της Ελλάδας θα μπορούσε να επεκταθεί σε χώρες όπως η Κύπρος».

Απαντώντας σε ερώτηση του δημοσιογράφου, μήπως τυχόν διαμαρτυρήθηκαν κάποιοι πελάτες του επειδή εισάκουσαν τις συμβουλές του και πόνταραν σε έξοδο της Ελλάδας, είπε «Κάνω ιδιαίτερα λεπτομερείς προβλέψεις, οι οποίες όμως πολλές φορές δεν γίνονται αντιληπτές, παρά μόνο ως τίτλοι. Για παράδειγμα ήμουν ένας από τους πρώτους που προέβλεψαν τις ακριβείς επιπτώσεις του προγράμματος επαναγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, αλλά και της ενδεχόμενης τραπεζικής ένωσης. Δεν υπάρχουν πολλοί που ταξιδεύουν, όπως εγώ, για δύο εβδομάδες και συνομιλούν (με τους υπευθύνους) στη Μαδρίτη, τη Ρώμη, το Βερολίνο, το Παρίσι, τις Βρυξέλλες, τη Φρανκφούρτη και την Αθήνα, για να βγάλουν στη συνέχεια τα συμπεράσματά τους».

Όσο για το τι θα πρέπει να γίνει ώστε να αποφευχθεί η περαιτέρω συρρίκνωση της ευρωπαϊκής οικονομίας, ο Ρουμπινί τονίζει ότι θα πρέπει να δοθεί περισσότερος χρόνος στις χώρες της κρίσης, ώστε να εξυγιάνουν τους προϋπολογισμούς τους, ενώ χώρες όπως η Γερμανία θα πρέπει να ενισχύσουν την εσωτερική τους ζήτηση μειώνοντας τη φορολογία και η ΕΚΤ θα πρέπει να χαλαρώσει ακόμα περισσότερο την νομισματική της πολιτική.