«Η πολιτική συναίνεση δεν σημαίνει συναίνεση του λαού»

«Η πολιτική συναίνεση δεν σημαίνει συναίνεση του λαού»

Στις προκλήσεις της νέας κυβέρνησης τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό μέτωπο ανέδειξε η βουλευτής κ. Λούκα Κατσέλη κατά την ομιλία της στη συζήτηση επί των Προγραμματικών Δηλώσεων της Κυβέρνησης.

Η κα Κατσέλη αναφερόμενη στο εξωτερικό μέτωπο, επισήμανε την ανάγκη η κυβέρνηση να κινηθεί τάχιστα για την υλοποίηση όλων των δεσμεύσεων και εκκρεμοτήτων που απαιτούνται ώστε να καταβληθεί η 6η δόση και να υπογραφεί η νέα δανειακή σύμβαση, λόγω του κινδύνου εξάπλωσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης και δυσχερειών στην υλοποίηση της απόφασης για κούρεμα κατά 50% του χρέους σε εθελοντική βάση.

Η πρώην υπουργός τόνισε την ανάγκη ρεαλιστικής στοχοθέτησης για τη διαχείριση του δημοσίου χρέους, με ρεαλιστικές παραδοχές για την πορεία των ελλειμμάτων και την παραγωγή πλεονασμάτων. «Είναι προτιμότερο να γίνουν διορθώσεις τώρα, παρά να μην υλοποιηθούν οι δεσμεύσεις», ανέφερε

«Η πρόσκαιρη συναίνεση που επετεύχθη στην κορυφή δεν μεταφράζεται σε συναίνεση της βάσης για την ασκούμενη οικονομική πολιτική ακόμα και απ’ αυτούς που κατανοούν ότι το Μνημόνιο ή το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα αποτελούσε αναγκαστική επιλογή.

Κι αυτό κυρίως για δύο λόγους: α) γιατί αποδείχθηκε ότι η μείωση μισθών και συντάξεων και η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φορολογικών συντελεστών  δεν αποτελούν βιώσιμες και αποτελεσματικές λύσεις δημοσιονομικής διαχείρισης και β) γιατί η έλλειψη ρευστότητας σε επιχειρήσεις και στην αγορά ακυρώνει την όποια επενδυτική ή επιχειρηματική πρωτοβουλία και βαθαίνει την ύφεση.

Η κα Κατσέλη κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις για την άσκηση οικονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο του Νέου Μνημονίου:

1.    την ανάγκη ενίσχυσης της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, επαναφέροντας προτάσεις της για τη δημιουργία Ταμείου Αναχρηματοδότησης και Ταμείου Εγγυήσεων προς Επιχειρήσεις, ώστε να αποκατασταθεί η ρευστότητα προς τις επιχειρήσεις.

2.    την ανάγκη ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων με έλεγχο ενδοομιλικών συναλλαγών, διαφάνεια στη τιμολόγηση, καθώς και πιθανή μείωση του ΦΠΑ, καθώς οι υπέρμετρες αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών δεν έχουν επιφέρει τα αναμενόμενα έσοδα (μεταξύ 2009-2011 η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ ήταν 36,3% ενώ η αύξηση των εσόδων μόλις 2,2%).

3.    Την ανάγκη υλοποίησης των προγραμμάτων στήριξης της απασχόλησης, όπως τα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας και τα Τοπικά Ολοκληρωμένα Προγράμματα Στήριξης της Απασχόλησης από τα οποία αναμένεται να ωφεληθούν πάνω από 100.000 άνεργοι.

Τόνισε επίσης ότι «κανένα πρόγραμμα δεν μπορεί να εφαρμοστεί, ακόμα κι αν είναι υπογεγραμμένο και ψηφισμένο, αν δεν συνάδει με τις δυνατότητες των ανθρώπων που καλούνται να το υποστούν και να το εφαρμόσουν».

Όπως χαρακτηριστικά είπε «Αν αγνοήσουμε για άλλη μια φορά την κοινωνία, θα μας αγνοήσει κι εκείνη. Και αυτό δεν είναι ούτε σοφό ούτε αναστρέψιμο».