Τεκτονική έρευνα καταλήγει ότι η Γη έχει έξι και όχι επτά ηπείρους
Για δεκαετίες, οι επτά ήπειροι θεωρούνταν αδιαμφισβήτητο δεδομένο, σχεδόν όπως το αλφάβητο. Ωστόσο, νέα επιστημονική μελέτη έρχεται να αμφισβητήσει αυτό που μαθαίνουμε από το σχολείο.
Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Derby υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική ίσως δεν είναι τόσο ξεκάθαρα διαχωρισμένες όσο δείχνουν οι χάρτες, οδηγώντας στο συμπέρασμα ότι η Γη διαθέτει έξι και όχι επτά ηπείρους.
Η έρευνα, με επικεφαλής τον δρ Τζόρνταν Φίθεαν, επικεντρώνεται στον Βόρειο Ατλαντικό και ειδικά στη Μεσοατλαντική Ράχη, τη ζώνη όπου οι τεκτονικές πλάκες υποτίθεται ότι έχουν αποκοπεί πλήρως εδώ και δεκάδες εκατομμύρια χρόνια. Η κυρίαρχη άποψη μέχρι σήμερα ήταν ότι η διάσπαση ολοκληρώθηκε πριν από περίπου 52 εκατομμύρια χρόνια. Η νέα μελέτη όμως υποστηρίζει ότι η διαδικασία δεν έχει τελειώσει.
Όπως εξηγεί ο δρ Φίθεαν, οι τεκτονικές πλάκες της Βόρειας Αμερικής και της Ευρασίας δεν έχουν αποκοπεί πλήρως, αλλά παραμένουν συνδεδεμένες με τρόπους που έχουν γεωλογική σημασία.
Ο ρόλος-κλειδί της Ισλανδίας
Στο επίκεντρο της επιστημονικής διαμάχης βρίσκεται η Ισλανδία. Το νησί αναδύεται πάνω στη Μεσοατλαντική Ράχη και μέχρι σήμερα θεωρούνταν απόδειξη ότι οι πλάκες έχουν χωρίσει, με το μάγμα να γεμίζει το κενό.
Η νέα έρευνα ανατρέπει αυτή την ερμηνεία και αντιμετωπίζει την Ισλανδία, μαζί με την υποθαλάσσια ράχη Γροιλανδίας–Ισλανδίας–Φερόε, ως ενδείξεις ότι θραύσματα και από τις δύο ηπείρους παραμένουν «ραμμένα» σε μια ενιαία δομή.
Οι ερευνητές προτείνουν έναν νέο όρο για αυτή τη γεωλογική ζώνη: «Ρηγματωμένο Ωκεάνιο Μαγματικό Οροπέδιο». Δεν υποστηρίζουν ότι οι ήπειροι πρόκειται να ενωθούν, αλλά ότι το όριο ανάμεσά τους είναι πολύ πιο χαοτικό από ένα απλό ωκεάνιο χάσμα.
Ο δρ Φίθεαν παρομοίασε την ανακάλυψη με τον εντοπισμό της χαμένης Ατλαντίδας, καθώς η ομάδα του εντόπισε «κομμάτια χαμένης ηπείρου, βυθισμένα κάτω από τη θάλασσα και καλυμμένα από χιλιόμετρα λεπτών ροών λάβας».
Το «κολλημένο» ρήγμα του στενού Ντέιβις
Για να δείξουν πώς μοιάζουν οι ατελείς διασπάσεις ηπείρων, οι επιστήμονες στράφηκαν στο Στενό Ντέιβις, ανάμεσα στον Καναδά και τη Γροιλανδία. Εκεί, κάτω από τη θάλασσα, φαίνεται να κρύβεται ένα λεγόμενο «πρωτο-μικροήπειρο», δηλαδή ένα κομμάτι ηπειρωτικού φλοιού που άρχισε να αποσπάται αλλά δεν αποκόπηκε ποτέ πλήρως.
Η σημασία είναι μεγάλη, καθώς ο Βορειοδυτικός Ατλαντικός δεν άνοιξε με μία ομαλή κίνηση. Η διάταση ξεκίνησε πριν από περίπου 223 εκατομμύρια χρόνια και πέρασε από αλλεπάλληλες φάσεις ρήξης και καθίζησης. Το Στενό Ντέιβις ξεχωρίζει επειδή ο φλοιός του είναι ασυνήθιστα παχύς, έως και 30 χιλιόμετρα, κάτι που δεν ταιριάζει με τυπικό ωκεάνιο φλοιό.
Η νέα ανάλυση δείχνει ότι πρόκειται πιθανότατα για τεντωμένο ηπειρωτικό φλοιό και όχι απλώς για συσσωρευμένα ηφαιστειακά πετρώματα.
Δεδομένα βαρύτητας και σεισμικές τομές
Η ομάδα συνδύασε δεδομένα βαρύτητας, σεισμικές τομές και χάρτες πάχους φλοιού. Τα δεδομένα βαρύτητας βοήθησαν στον εντοπισμό κρυμμένων δομών κάτω από τα ιζήματα, ενώ οι σεισμικές γραμμές στα ανοιχτά της δυτικής Γροιλανδίας έδωσαν πληροφορίες για το πότε σταμάτησαν να ενεργοποιούνται συγκεκριμένα ρήγματα.
Οι χάρτες έδειξαν ανενεργά τμήματα ραχών στον Λαμπραντόρ και στον κόλπο Baffin, αλλά όχι στο Στενό Ντέιβις, ενισχύοντας την άποψη ότι εκεί η διάσπαση «κόλλησε».
Έξι ήπειροι αντί για επτά
Σύμφωνα με τους ερευνητές, όλα αυτά δείχνουν ότι η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική δεν αποτελούν πλήρως ξεχωριστές ηπείρους με την αυστηρή γεωλογική έννοια. Αντίθετα, παραμένουν τμήματα μιας ευρύτερης ηπειρωτικής μάζας που δεν έχει ακόμη διασπαστεί ολοκληρωτικά.
Η μελέτη δεν αλλάζει μόνο τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον παγκόσμιο χάρτη, αλλά επηρεάζει και τα μοντέλα για την εξέλιξη των ωκεανών, το κλίμα του παρελθόντος, ακόμη και την αναζήτηση φυσικών πόρων.
Όπως σημειώνει ο δρ Φίθεαν, η διάσπαση των ηπείρων και η δημιουργία μικροηπείρων είναι διαδικασίες που συνεχίζονται και σήμερα, προσφέροντας πολύτιμα στοιχεία τόσο για το μακρινό μέλλον της Γης όσο και για το τι κρύβεται ακόμη κάτω από τους ωκεανούς.
*Τα ευρήματα της έρευνας είναι διαθέσιμα online στο περιοδικό Gondwana Research