Η «μεγάλη συμφωνία» ΕΕ–Ινδίας και η νέα γεωοικονομική λογική
Ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι υποδέχεται την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, την Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026 στο Νέο Δελχί.
Ύστερα από χρόνια αποτυχημένων και διακεκομμένων διαπραγματεύσεων, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ινδία κατέληξαν σε μια ιστορική συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που ξεπερνά κατά πολύ τους δασμούς. Σε μια εποχή «οπλοποιημένης αλληλεξάρτησης», η συμφωνία αυτή σηματοδοτεί μια νέα γεωοικονομική λογική: ανοιχτές αγορές, αλλά με διαπραγματευμένους και στρατηγικούς όρους, γράφει η Daniela Schwarzer σε άρθρο γνώμης για το Euroviews.
Μετά από δύο δεκαετίες διαπραγματεύσεων που προχωρούσαν με διακοπές, η ΕΕ και η Ινδία ολοκλήρωσαν αυτό που αποκαλέστηκε «η μητέρα όλων των συμφωνιών»: μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου που θα μειώσει ή θα καταργήσει τους δασμούς στο 97% των εξαγωγών ευρωπαϊκών αγαθών προς την Ινδία και θα παρέχει προνομιακή πρόσβαση, από την άλλη πλευρά, στο 99% των ινδικών εξαγωγών προς την ΕΕ σε όρους αξίας.
Όπως επισημαίνει η Daniela Schwarzer σε άρθρο της στο Euroviews, η συμφωνία αντικατοπτρίζει μια νέα λογική συνεργασίας: ανοιχτές αγορές, αλλά με στρατηγικούς όρους. Σε μια εποχή όπου μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν το εμπόριο, τους δασμούς και τις αλυσίδες εφοδιασμού ως εργαλεία πίεσης, η ΕΕ αναζητά εταίρους που μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και τη στρατηγική της αυτονομία χωρίς να απαιτούν πολιτική ευθυγράμμιση τύπου «μπλοκ».
Ο Ινδός πρωθυπουργός Ναρέντρα Μόντι υποδέχεται την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, στο Νέο Δελχί, στις 27 Ιανουαρίου 2026.
AP/Manish SwarupΥποχωρήσεις, κόκκινες γραμμές και στρατηγική αναγκαιότητα
Το γεγονός και μόνο ότι η συμφωνία κατέστη δυνατή, παρά τις βαθιά αποκλίνουσες θέσεις των δύο πλευρών, συνιστά μετατόπιση στρατηγικής και για τους δύο εταίρους. Κόκκινες γραμμές ξεπεράστηκαν και αμοιβαίες υποχωρήσεις έγιναν: οι δασμοί στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, για παράδειγμα, θα παραμείνουν στο 40%, ενώ η Ινδία αποδέχθηκε τη σταδιακή κατάργηση δασμών σε βασικά βιομηχανικά προϊόντα.
Η συμφωνία αντανακλά μια κοινή εκτίμηση ότι το διακύβευμα δεν είναι μόνο το εμπόριο. Αποτυπώνει μια νέα λογική συνεργασίας, διαμορφωμένη από τη στρατηγική αναγκαιότητα σε μια παγκόσμια οικονομία που γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστική και κατακερματισμένη.
Αλληλεξάρτηση με όρους, σε έναν κόσμο γεωοικονομικών πιέσεων
Σε έναν κόσμο όπου οι οικονομικοί δεσμοί χρησιμοποιούνται ολοένα και περισσότερο ως όπλα και η διεθνής τάξη που βασίζεται σε κανόνες αποδυναμώνεται, η Ευρώπη και η Ινδία επιλέγουν να «κλειδώσουν» την αλληλεξάρτησή τους με διαπραγματευμένους όρους και να τη χρησιμοποιήσουν ως πλατφόρμα στρατηγικής συνεργασίας.
Για την Ευρώπη, η οποία δέχεται τεράστια πίεση να διαφοροποιήσει τις οικονομικές της σχέσεις, η συμφωνία αυτή αποτελεί μια καλή αρχή για ένα έτος που θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται από περισσότερες στρατηγικές εταιρικές σχέσεις.
Το επιχείρημα των «μεσαίων δυνάμεων»
Στην πραγματικότητα, η συμφωνία αντικατοπτρίζει τη λογική που παρουσίασε ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, στο Νταβός. Εκεί υποστήριξε ότι ζούμε μια ρήξη και όχι μια ομαλή μετάβαση, με τις μεγάλες δυνάμεις να οπλοποιούν ολοένα και περισσότερο τους δασμούς και να εκμεταλλεύονται τις εξαρτήσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού. Το συμπέρασμά του ήταν ότι οι «μεσαίες δυνάμεις» οφείλουν να οικοδομήσουν ανθεκτικότητα από κοινού, χωρίς να εγκαταλείπουν τις αξίες τους.
Γιατί η συμφωνία έχει σημασία και για τις δύο πλευρές
Για την Ινδία, η συμφωνία αποτελεί ένδειξη σοβαρής πρόθεσης να εξελιχθεί σε κορυφαία δύναμη στη μεταποίηση και τις υπηρεσίες, χωρίς να απεμπολήσει την πολιτική της στρατηγικής μη ευθυγράμμισης.
Για την Ευρώπη, προσφέρει καλύτερη πρόσβαση σε μία από τις μεγαλύτερες και ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές του κόσμου, ενώ ταυτόχρονα συμβάλλει στη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού και στη συνεργασία σε πρότυπα, μέσα σε ένα περιβάλλον διεθνούς κατακερματισμού. Οι ευρωπαίοι ηγέτες αναμένουν σημαντική εξοικονόμηση δασμών και σταδιακή αύξηση των εξαγωγών της ΕΕ από τη συμφωνία, η οποία καλύπτει περίπου το 15% του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών.
Πέρα από τις εξαγωγές: το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας
Ωστόσο, η πραγματική ευκαιρία για την ΕΕ δεν περιορίζεται στην πώληση περισσότερων μηχανημάτων, χημικών ή φαρμακευτικών προϊόντων. Βρίσκεται στην εδραίωση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και προτύπων στη μεγάλη αναπτυξιακή έκρηξη των υποδομών της Ινδίας την επόμενη δεκαετία — από τον εκσυγχρονισμό των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και την αποθήκευση, έως την αποανθρακοποίηση της βιομηχανίας και τη μηχανική υψηλής τεχνολογίας — διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες δεν θα βρεθούν σε διαρθρωτικά μειονεκτική θέση έναντι ανταγωνιστών με προνομιακή πρόσβαση στην αγορά.
Η συμφωνία αυτή αφορά την ανάπτυξη του αύριο, σε τομείς όπου η κλίμακα, τα πρότυπα και οι σχέσεις εμπιστοσύνης καθορίζουν ποιος κερδίζει τα μεγάλα έργα. Συνδέει την αναπτυξιακή πορεία της Ινδίας με την ευρωπαϊκή ανάγκη για ανθεκτικότητα, μέγεθος και αξιόπιστους εταίρους
Για την Ινδία, η συμφωνία λειτουργεί ως διεθνές σήμα αξιοπιστίας και φιλοδοξίας. Ενισχύει τον στόχο της να εξελιχθεί σε παγκόσμιο κόμβο μεταποίησης, τεχνολογίας και υπηρεσιών, διατηρώντας ταυτόχρονα τη στρατηγική της μη ευθυγράμμιση. Για την Ευρώπη, ανοίγει τον δρόμο προς μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες αγορές παγκοσμίως, ενώ συμβάλλει στη διαφοροποίηση προμηθευτών και στην εδραίωση ευρωπαϊκών προτύπων σε κρίσιμους τομείς.
Ωστόσο, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι οι άμεσες εμπορικές ροές. Είναι η μακροπρόθεσμη συμμετοχή της Ευρώπης στον μετασχηματισμό της ινδικής οικονομίας: από την ενεργειακή μετάβαση και την αποθήκευση ενέργειας έως τη βιομηχανική απανθρακοποίηση, την ψηφιακή υποδομή και την τεχνητή νοημοσύνη. Η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως πλατφόρμα για κοινά οικοσυστήματα καινοτομίας, αξιόπιστες αλυσίδες εφοδιασμού και εναλλακτικές τεχνολογικές προσεγγίσεις πέρα από τα αμερικανικά και κινεζικά μοντέλα.
Η γεωπολιτική διάσταση είναι εξίσου σημαντική. Η ενίσχυση της συνεργασίας σε θέματα ασφάλειας και άμυνας, καθώς και η αυξανόμενη ευρωπαϊκή παρουσία στον Ινδο-Ειρηνικό, δείχνουν ότι οικονομική και στρατηγική συνεργασία πλέον βαδίζουν μαζί. Παράλληλα, οι δημογραφικές τάσεις δημιουργούν συμπληρωματικότητες: μια γηράσκουσα Ευρώπη και μια Ινδία με πλεόνασμα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Το ερώτημα, όμως, παραμένει: θα μετατραπεί η συμφωνία σε πραγματικό στρατηγικό πυλώνα ή θα μείνει ένας εντυπωσιακός τίτλος; Όπως τονίζει η Schwarzer, η επιτυχία θα κριθεί στην εφαρμογή — στη συμμετοχή των επιχειρήσεων, στη μείωση των εμποδίων στην πράξη και στη θέσπιση μετρήσιμων στόχων. Αν αυτό επιτευχθεί, η ευρωπαϊκή «επένδυση στην Ινδία» μπορεί να αποδειχθεί μία από τις πιο καθοριστικές κινήσεις της νέας γεωοικονομικής εποχής.