«Το Μεγάλο μας Τσίρκο» μέσα από τα μάτια του Ιάσονα Χρόνη

Η παράσταση επιστρέφει 52 χρόνια μετά την πρώτη της πρεμιέρα

Ο Ιάσονας Χρόνης

Στη θεατρική σκηνή, υπάρχουν κάποια έργα που παρόλο που γράφηκαν χρόνια πριν, επιστρέφουν κάθε φορά που η πραγματικότητα μοιάζει να κάνει κύκλους και «ζητούν» να ακουστούν ξανά, όχι ως αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά ως σχόλιο για το παρόν. «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη, σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και σε σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια, είναι ένα τέτοιο έργο.

Πριν από 52 χρόνια, το 1973, έκανε την πρώτη του πρεμιέρα στην Αθήνα και σήμερα, επιστρέφει στο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» πιο επίκαιρο από ποτέ, με 27 ηθοποιούς και μουσικούς επί σκηνής. Ανάμεσά τους και ο Ιάσονας Χρόνης, ο οποίος τονίζει πως «αυτό που καθιστά πιο επίκαιρο από ποτέ όμως το έργο αυτό είναι η συμπόνια που δείχνει ο Καμπανέλλης προς τον λαό στη σάτιρά του. Δεν σατιρίζει πρόσωπα, αλλά μοτίβα. Περνάμε από τη μια πράξη του έργου στην άλλη σαν να κάνουμε φάρσα στο κοινό, καθώς λέμε το ίδιο πράγμα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, ώσπου να γίνει κατανοητό και να περάσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο σήμερα».

Κάπως έτσι, μιλάμε για ένα «Τσίρκο» που δεν δίνει απόλυτα απαντήσεις, αλλά είναι «ένας μπούσουλας, ώστε να ρωτήσουμε τις σωστές ερωτήσεις», συνεχίζει ο Ιάσονας.

Διαβάστε αναλυτικά τη συνέντευξη του Ιάσονα Χρόνη στο Newsbomb.gr

Στην παράσταση «Το Μεγάλο μας Τσίρκο» υποδύεστε πολλούς και διαφορετικούς ρόλους, από τον Όθωνα έως τον Μορφονιό του Καραγκιόζη. Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση όταν αλλάζετε συνεχώς «ταυτότητες» επί σκηνής;

Ο χρόνος. Το να αλλάζεις προοπτική και προσωπεία μέσα στο θέατρο είναι αναμενόμενο. Η πρόκληση για εμένα είναι ο χρόνος μέσα στον οποίο αφαιρείς από πάνω σου τη μια μάσκα για να φορέσεις την επόμενη. Πρέπει να αντεπεξέλθεις στους ρυθμούς του έργου και στη συγκεκριμένη περίπτωση, «Στο Μεγάλο μας Τσίρκο», όλα πρέπει να λειτουργήσουν με την ακρίβεια που ένας μουσικός διαβάζει μια παρτιτούρα.

Ο ρόλος του Όθωνα κουβαλά έντονο ιστορικό και συμβολικό φορτίο. Πώς τον προσεγγίσατε υποκριτικά, ώστε να μπορεί να ανταποκρίνεται στο σήμερα;

Η προσέγγισή μου στον Όθωνα, πάντα κάτω από την καθοδήγηση του σκηνοθέτη μου, Πέτρου Ζούλια, είναι κάπως κωμικοτραγική. Ήταν ενδιαφέρουσα η εξέλιξη του χαρακτήρα μέσα από τις πρόβες και πώς κι εγώ ο ίδιος ελευθερώθηκα όσο τον καταλάβαινα περισσότερο. Ο Όθωνας αποτελεί σύμβολο ξενόφερτης εξουσίας. Ένας «ηγέτης» με μηδενική κατανόηση του λαού που κυβερνά. Ένας έφηβος, του οποίου η αφέλεια και η άγνοια, τον καθιστούν επικίνδυνο για τον ελληνικό λαό, καθώς στην πραγματικότητα, εκείνος δεν είναι παρά μια βιτρίνα των Ευρωπαίων «συμμάχων», που εξουσιάζουν την Ελλάδα από τότε. «Ο πρώτος Έλληνας βασιλιάς, μόνο που κι αυτός ήταν ξένος», αναφέρει ο Ρωμιός, γι’ αυτό και επέλεξα να τονίσω την προφορά του, όχι μόνο επειδή ποτέ δεν έμαθε επί της ουσίας ελληνικά, αλλά γιατί με ενδιέφερε να ακουστεί ξένος πρώτα στο αυτί, προτού καν μιλήσει στο μυαλό. Να φανεί αμέσως η αντίθεση μεταξύ του πατριωτισμού των ηρώων της επανάστασης, όπως του Πλαπούτα, του Κολοκοτρώνη και τόσων άλλων, κι ενός βασιλιά που δεν μπορούσε να απευθυνθεί άμεσα σε αυτούς. Ήταν μια απόπειρα μου στη συλλογική μνήμη, καθώς έχουμε ζήσει με μνημόνια, τρόικα και το γερμανικό καθεστώς σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, οπότε γίνεται επίκαιρος άμεσα ως ένας ακόμα Ευρωπαίος που εξουσιάζει Έλληνες. Σκοπός μου δεν ήταν να τον κοροϊδέψω, αλλά να αποκαλύψω στον κόσμο το «κενό» του. Δεν ήθελα να τον παρουσιάσω ως κάτι ξεχωριστό, ούτε κι ο Καμπανέλλης, κατά την ταπεινή μου γνώμη, αλλά σαν ένα πρόσωπο «επικίνδυνα» οικείο.

Ο Μορφονιός του Καραγκιόζη, μέσα από το Θέατρο Σκιών, φέρνει τη σάτιρα στο προσκήνιο. Πόσο επίκαιρη θεωρείτε τη σατιρική ματιά του Ιάκωβου Καμπανέλλη στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

Τρομακτικά πολύ. Μια εξουσία αποκομμένη από τον λαό της. Μια ξενομανία. Μεγάλα λόγια και μικρές πράξεις. Κρίσεις, σκάνδαλα και υποσχέσεις. Αυτό που καθιστά πιο επίκαιρο από ποτέ όμως το έργο αυτό είναι η συμπόνια που δείχνει ο Καμπανέλλης προς τον λαό στη σάτιρά του. Δεν σατιρίζει πρόσωπα, αλλά μοτίβα. Περνάμε από τη μια πράξη του έργου στην άλλη σαν να κάνουμε φάρσα στο κοινό, καθώς λέμε το ίδιο πράγμα με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, ώσπου να γίνει κατανοητό και να περάσει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στο σήμερα. Δεν προσπαθεί να γελοιοποιήσει τους Έλληνες, πράγμα που συμβαίνει συχνά σε πιο σύγχρονες σάτιρες, αλλά να υπενθυμίσει πως παρόλα αυτά που συμβαίνουν, «κάτι ακόμα γίνεται». Στεκόμαστε όρθιοι. Η σάτιρά του γέρασε πολύ όμορφα, θα έλεγα.

Εξεπλάγην δυσάρεστα με το πόσο εύκολα, παρά τους αγώνες κάποιων, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ο χρόνος κινείται σε κύκλους κι όχι σε ευθεία. Ναι μεν αλλάζουν τα εξαρτήματα, αλλά η μηχανή παραμένει η ίδια. Και σε όλη αυτή τη δυσχέρεια, ένας λαός που υπομένει, άλλοτε σιωπηλά άλλοτε στους δρόμους φωνάζοντας για ελευθερία κι άλλοτε διαμαρτυρόμενος για έλλειψη οξυγόνου.

«Το Μεγάλο μας Τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη χαρακτηρίζεται ως θεατρική πράξη μνήμης και συνείδησης. Εσείς, ως νεότερης γενιάς ηθοποιός, τι ανακαλύψατε για την ελληνική ιστορία μέσα από αυτήν την εμπειρία;

Η μνήμη. Το να θυμάσαι είναι πολιτική, κι ένιωσα πως η ιστορία μας δεν είναι κάτι παλιό. Ήταν μια τρομερή αφύπνιση χωρίς διδακτικό ύφος με χιούμορ και συγκίνηση. Ίσως, δεν δίνονται απαντήσεις μέσω αυτού του έργου, αλλά ένας μπούσουλας, ώστε να ρωτήσουμε τις σωστές ερωτήσεις.

Πώς είναι να συνεργάζεστε με μία ομάδα 27 ηθοποιών και μουσικών επί σκηνής;

Χάος και μαγεία. Το θέατρο είναι ένας ζωντανός οργανισμός κι αν ένας από εμάς κάνει ένα λάθος, ενδεχομένως να χαθεί ο ρυθμός. Όταν, όμως, γνώρισα το έργο και τους ανθρώπους που συνεργάζομαι, κατάλαβα πως μπορεί αυτό που επιχειρούμε να απογειωθεί. Παράλληλα, λόγω της μουσικής μου ενασχόλησης, δέθηκα γρήγορα και με τους μουσικούς του έργου και αυτό με βοήθησε να έχω μια ακόμη οπτική ως προς το «Τσίρκο» μας. Είναι σπάνιο το δέσιμο του θιάσου, πολύτιμο και πρωτόγνωρο ως εμπειρία για μένα. Νιώθω έναν τεράστιο σεβασμό για τον καθένα από τους συντελεστές αυτής της παράστασης και είναι μεγάλη τιμή για εμένα να αποτελώ μέρος αυτής της ομάδας.

Αν ο Ιάκωβος Καμπανέλλης έγραφε σήμερα ένα νέο «Μεγάλο μας Τσίρκο», ποιο σύγχρονο κοινωνικό ή πολιτικό φαινόμενο πιστεύετε ότι θα τον απασχολούσε περισσότερο;

Αν είναι κάτι που θαυμάζω πολύ στον Πέτρο, είναι που αποφάσισε να καταπιαστεί με το συγκεκριμένο έργο, καθώς πέραν της αδιαμφισβήτητης αξίας του, αποτελεί ένα έργο σταθμό της νεότερης ελληνικής ιστορίας και θίγει ζητήματα, που δυστυχώς ακόμα και σήμερα, φαντάζουν πολύ γνώριμα και οικεία, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο Καμπανέλλης θα έδινε μεγαλύτερη έμφαση στη σύγχυση της ταυτότητας που έχουμε ως λαός και την κόπωση που φέρνει η συνεχής αναζήτησή της. Δεν έχει να κάνει με το ποιοι μας κυβερνούν, αλλά με το ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε. Μια χώρα που παίζει ταυτόχρονα πολλούς ρόλους… ευρωπαϊκή, επαρχιακή, βαλκανική, προοδευτική, φοβισμένη, θυμωμένη αλλά ταυτόχρονα και αδιάφορη. Όλα και τίποτα μαζί. Θα σατίριζε τον Έλληνα που έχει άποψη για όλα, αλλά δυσκολεύεται να πάρει σαφή θέση, που παλεύει από το σαλόνι του και πίσω απ’ τις οθόνες για την ελευθερία, αλλά φοβάται να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί για όλα αυτά που μας συμβαίνουν ως κοινωνία. Θα έγραφε για μια δημοκρατία και ίσως να την αμφισβητούσε κιόλας. Για τα παιδιά της γενιάς μου, που βομβαρδισμένα από χιλιάδες πληροφορίες προσπαθούν ν’ ανακαλύψουν την αλήθεια ανάμεσα σε εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης και προπαγανδιστικές μεθόδους. Το σίγουρο είναι ότι ποτέ δεν θα κατηγορούσε ευθέως.

Αν σας ζητούσε κάποιος να κρατήσετε μόνο μία σκηνή από αυτήν την παράσταση, ποια θα ήταν και γιατί;

Πολύ δύσκολο. Ήδη έχει κοπεί ένα μεγάλο κομμάτι της παράστασης, γιατί θα ξεπερνούσε το 3ωρο. Αν έπρεπε να κρατήσω μια σκηνή, θα ήταν μια από αυτές που κόπηκαν. Αυτή του Λέοντα και της Αρετής, δύο ανθρώπων που έγιναν «βασιλικότεροι των βασιλέων», η υπερβολή της «Αυλής» και του «Τζακιού». Βρίσκονται ο ένας απέναντι από τον άλλον και τους χωρίζει ένα ρέμα. Η απόσταση μεταξύ τους είναι πολύ μικρή, για να φτάσει ο ένας τον άλλον, παρόλα αυτά, ο Λέων αναθέτει σε έναν άνδρα που κάθεται στο πλάι, να την πάρει στους ώμους του και να τη φέρει κοντά του. Είναι φοβερά σουρεαλιστικό, στο όριο του κωμικοτραγικού, και δείχνει πως οι ήρωες της επανάστασης που έδωσαν τόσους αγώνες για την απελευθέρωση της χώρας, όπως αποδείχθηκε πως είναι ο περαστικός άντρας, αντιμετωπίζονται (κυριολεκτικά στην προκειμένη περίπτωση) σαν ζώα και πως οι υψηλές κοινωνικές τάξεις, μέσα από τον θαυμασμό τους και την προσπάθειά τους για να εξευρωπαϊστούν, χάνουν κάθε επαφή με την ανθρωπιά και καταλήγουν να μιμούνται την αριστοκρατία χειρότερα και από την ίδια.

Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το «Θέατρον» του Ελληνικού Κόσμου μετά το τέλος της παράστασης;

Πείσμα και ελπίδα… Μια υπενθύμιση του τι έχουμε περάσει και μια δίψα να αποτραπεί να επαναληφθούν ξανά τα ίδια. Και πάνω απ' όλα, να φύγει με την καρδιά ανοιχτή και χορτασμένη.