Όταν τα δημόσια πανεπιστήμια ζητούν τα αυτονόητα

Τα δημόσια πανεπιστήμια ζητούν να έχουν αρμοδιότητες ανάλογες με την αποστολή τους. Ζητούν τη δυνατότητα να σχεδιάζουν, να αποφασίζουν και να κρίνονται για τις επιλογές τους.

Όταν τα δημόσια πανεπιστήμια ζητούν τα αυτονόητα

Ζητούμε από τα δημόσια πανεπιστήμια ποιοτικές σπουδές, ισχυρή έρευνα, διεθνείς συνεργασίες και ουσιαστική σύνδεση με την κοινωνία και την αγορά εργασίας. Τα κρίνουμε για τις επιδόσεις τους και απαιτούμε να εξελίσσονται. Πόσο συχνά, όμως, εξετάζουμε αν η Πολιτεία τους επιτρέπει να αποφασίζουν για τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να πετύχουν όλα αυτά;

Διαμαρτυρόμαστε για τα γεμάτα αμφιθέατρα στις περιζήτητες σχολές και για τις κενές θέσεις σε άλλα Τμήματα. Σπάνια αναρωτιόμαστε ποιος καθορίζει τους κανόνες, ποιος παίρνει τις τελικές αποφάσεις και κατά πόσο λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές δυνατότητες κάθε ιδρύματος.

Η Πολιτεία δεν μπορεί να διατηρεί τον έλεγχο των κρίσιμων επιλογών και να αφήνει στα πανεπιστήμια ολόκληρη την ευθύνη για τις συνέπειές τους.

Η συζήτηση άνοιξε ξανά στις 12 Οκτωβρίου, στο ΕΚΠΑ, κατά την πρώτη προπαρασκευαστική συνεδρία της 113ης Συνόδου Πρυτάνεων. Οι πρυτάνεις έθεσαν ένα εύλογο αίτημα: να έχουν ουσιαστικό λόγο στο πόσους φοιτητές υποδέχονται και με ποιες προϋποθέσεις, με μεγαλύτερη ευελιξία στον καθορισμό της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής. Παράλληλα, πρότειναν να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία εισαγωγής, ώστε τα Τμήματα με κενές θέσεις να μπορούν να υποδεχθούν επιπλέον φοιτητές σε επόμενη φάση. Ζητούν, δηλαδή, να μπορούν να αποφασίζουν με βάση τις ανάγκες και τις δυνατότητες των ίδιων των Τμημάτων τους. Οι προτάσεις θα συζητηθούν στη Σύνοδο του Φεβρουαρίου 2027. Μέχρι τότε, η Πολιτεία έχει τον χρόνο να απαντήσει αν είναι διατεθειμένη να δώσει πραγματικό περιεχόμενο στην αυτοδιοίκηση των πανεπιστημίων. Το ότι χρειάζεται ακόμη η ακαδημαϊκή κοινότητα να διεκδικεί αυτές τις αρμοδιότητες αποτυπώνει το πρόβλημα.

Η ποιότητα των σπουδών καθορίζεται από συγκεκριμένα μετρήσιμα στοιχεία αναφορικά με τις συνθήκες φοίτησης: αν είναι επαρκείς οι διδάσκοντες, αν υπάρχουν κατάλληλες αίθουσες, λειτουργικά εργαστήρια, σύγχρονος εξοπλισμός, από το πόσο προσβάσιμη είναι η έρευνα στους φοιτητές και από το αν έχουν ακαδημαϊκή υποστήριξη σε όλη τη διάρκεια των σπουδών τους. Σε αυτές τις προϋποθέσεις συμπεριλαμβάνεται φυσικά και ο αριθμός των φοιτητών που μπορεί να απορροφήσει και εκπαιδεύσει ουσιαστικά ένα Τμήμα.

Όταν ο αριθμός εισακτέων υπερβαίνει τις διαθέσιμες δυνατότητες, η πίεση μεταφέρεται στους φοιτητές και στους διδάσκοντες. Οι μετεγγραφές, αναγκαίες για την υποστήριξη οικογενειών με πραγματικές δυσκολίες, χρειάζεται επίσης να συνυπολογίζονται στον σχεδιασμό. Η κοινωνική πολιτική απαιτεί χρηματοδότηση και υποδομές. Δεν αρκεί να προστίθενται φοιτητές και να αναμένεται από το Τμήμα να βρει μόνο του τη λύση.

Κάθε επιπλέον θέση συνεπάγεται ευθύνη για την εκπαίδευση ενός ανθρώπου. Η ανακοίνωσή της είναι εύκολη. Η εξασφάλιση των προϋποθέσεων φοίτησης είναι η πραγματική δοκιμασία για την Πολιτεία.

Αντίστοιχα, η συζήτηση για την ΕΒΕ πρέπει να ξεφύγει από την ευκολία των αριθμητικών αποκλεισμών. Η βασική της αδυναμία είναι ότι παρουσιάζει ένα βαθμολογικό κατώφλι ως επαρκή απάντηση σε ένα πολύ πιο σύνθετο εκπαιδευτικό πρόβλημα.

Πολλές φορές, ο χαμηλός αριθμός εισακτέων συνδέεται με τη γεωγραφική θέση ενός Τμήματος: την απόσταση από τα μεγάλα αστικά κέντρα, το κόστος μετακίνησης και διαβίωσης ή το γεγονός ότι βρίσκεται σε μια πόλη που δεν προτιμούν οι υποψήφιοι. Ένα αξιόλογο Τμήμα μπορεί να δυσκολεύεται να προσελκύσει φοιτητές, επειδή οι οικογένειές τους αδυνατούν να υποστηρίξουν οικονομικά τη φοίτηση μακριά από το σπίτι. Η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει αυτά τα εμπόδια. Η ΕΒΕ δεν μειώνει τις αποστάσεις, δεν εξασφαλίζει φοιτητική στέγη και δεν κάνει τις σπουδές στην περιφέρεια πιο προσιτές.

Τα πανεπιστήμια έχουν ήδη δυνατότητα επιλογής συντελεστή ΕΒΕ μέσα στο προβλεπόμενο εύρος από 0,80 έως 1,20. Συνεπώς, το ζήτημα είναι πόσο ουσιαστική μπορεί να είναι αυτή η επιλογή όταν το περιθώριό της καθορίζεται κεντρικά. Οι πρυτάνεις ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία. Η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει το αίτημα με βάση τις ανάγκες των Τμημάτων και των υποψηφίων.

Η περιφερειακή ανώτατη εκπαίδευση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Η επιλογή σπουδών μακριά από τον τόπο κατοικίας συνδέεται με τη στέγαση, τις μετακινήσεις και το κόστος διαβίωσης. Η γεωγραφική θέση ενός Τμήματος δεν αποτελεί μέτρο της ακαδημαϊκής του αξίας. Αν θέλουμε να στηρίξουμε τα περιφερειακά πανεπιστήμια, πρέπει να στηρίξουμε και τη δυνατότητα των νέων να φοιτήσουν σε αυτά.

Δεν μπορεί η Πολιτεία να επικαλείται την περιφερειακή ανάπτυξη χωρίς να εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις που την κάνουν εφικτή.

Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να εξεταστεί σοβαρά η πρόταση για δεύτερη ευκαιρία εισαγωγής σε Τμήματα με κενές θέσεις. Η ανακοίνωση δεν εξειδικεύει ακόμη τον μηχανισμό εφαρμογής της. Η συζήτηση χρειάζεται σαφή κριτήρια, διαφάνεια και δίκαιη μεταχείριση. Χρειάζεται όμως και διάθεση αναζήτησης λύσεων, αντί για προσήλωση σε περιορισμούς των οποίων η εκπαιδευτική αποτελεσματικότητα πρέπει να αξιολογείται.

Η ευθύνη συνεχίζεται μετά την εισαγωγή. Ο νέος χρειάζεται ουσιαστικό επαγγελματικό προσανατολισμό, γνώση του αντικειμένου που επιλέγει και υποστήριξη στη διάρκεια των σπουδών του. Η πρόσβαση αποκτά περιεχόμενο όταν οδηγεί σε μια εκπαιδευτική διαδρομή που μπορεί να ολοκληρωθεί με επιτυχία.

Η ανάγκη αυτονομίας αφορά επίσης την εξέλιξη των ίδιων των πανεπιστημίων. Οι πρυτάνεις ζητούν μεγαλύτερες δυνατότητες ακαδημαϊκής ανάπτυξης και ευελιξία στη διαχείριση συγκεκριμένων ερευνητικών προγραμμάτων. Η επιστήμη, η τεχνολογία και το εργασιακό περιβάλλον μεταβάλλονται. Τα Τμήματα χρειάζονται χώρο για να ανανεώνουν το περιεχόμενό τους, να αναπτύσσουν συνεργασίες και να δοκιμάζουν νέες προσεγγίσεις.

Δεν γίνεται να απαιτούμε ταχύτητα προσαρμογής και ταυτόχρονα να επιβάλλουμε διαδικασίες που δυσκολεύουν κάθε βήμα.

Η αυτοδιοίκηση ασφαλώς συνοδεύεται από λογοδοσία. Τα πανεπιστήμια οφείλουν να τεκμηριώνουν τις αποφάσεις τους, να δημοσιοποιούν τα αποτελέσματά τους και να διορθώνουν τις αδυναμίες τους. Η ίδια απαίτηση πρέπει να ισχύει και για την Πολιτεία: να αξιολογεί τις πολιτικές της και να αναλαμβάνει την ευθύνη όταν αυτές δεν αποδίδουν.

Τα δημόσια πανεπιστήμια ζητούν να έχουν αρμοδιότητες ανάλογες με την αποστολή τους. Ζητούν τη δυνατότητα να σχεδιάζουν, να αποφασίζουν και να κρίνονται για τις επιλογές τους.

Η Πολιτεία οφείλει επιτέλους να απαντήσει με πράξεις. Γιατί δεν μπορεί να απαιτεί από τα πανεπιστήμια να προετοιμάζουν τους νέους για το μέλλον, ενώ η ίδια επιμένει να αποφασίζει γι’ αυτά με τη λογική του παρελθόντος.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή