Πίτσα, μπάλα και παραμύθια
Ζούμε στον παράδεισο της κανονικότητας, όπου οι αποδείξεις είναι προαιρετικές, τα καλάθια έχουν αστερίσκους και οι φωνές των «ενοχλητικών» ακούγονται μόνο όταν είναι πια αργά
Snapshot
- Στο ελληνικό μπάσκετ διερευνώνται υποθέσεις χειραγώγησης αγώνων και στοιχηματισμού, που αμαυρώνουν το ευ αγωνίζεσθαι.
- Η υπόθεση της Pizza Fan αφορά φερόμενη φοροδιαφυγή μέσω παραποιημένων ταμειακών μηχανών και μη εκδοθέντων αποδείξεων.
- Η παραβατικότητα στον αθλητισμό και την επιχειρηματικότητα δείχνει ότι οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισότιμα για όλους στην κοινωνία.
- Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες και απαιτείται καθημερινή πρακτική ισονομίας και διαφάνειας.
- Η αντιμετώπιση των σκανδάλων πρέπει να περιλαμβάνει ολοκληρωμένους ελέγχους και απόδοση ευθυνών χωρίς εκπτώσεις.
Τελικά, μάλλον αδικήσαμε τον παράδεισο. Τόσα χρόνια πιστεύαμε ότι ζούμε σε μια χώρα όπου όλα λειτουργούν ρολόι, οι επιχειρήσεις κόβουν αποδείξεις, ο αθλητισμός υπηρετεί το ευ αγωνίζεσθαι και οι θεσμοί βρίσκονται σε διαρκή επιφυλακή. Κι εμείς οι καχύποπτοι ψάχναμε ψεγάδια εκεί όπου υπήρχε μόνο ελληνική δημιουργικότητα!
Μέχρι που ήρθαν η μπάλα, η πίτσα και οι αποκαλύψεις για να μας χαλάσουν το παραμύθι.
Στο ελληνικό μπάσκετ, οι έρευνες για χειραγώγηση αγώνων και στοιχηματισμό μάς υπενθυμίζουν ότι δεν είναι όλα όσα βλέπουμε στο παρκέ τόσο αθώα όσο ένα τρίποντο στην εκπνοή. Και στην υπόθεση της Pizza Fan, οι Αρχές διερευνούν ένα σύστημα φερόμενης φοροδιαφυγής με πειραγμένες ταμειακές και παραγγελίες που, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, εμφανίζονταν ως «κεράσματα».
Αν επιβεβαιωθούν οι καταγγελίες, θα έχουμε ανακαλύψει μια νέα ελληνική πατέντα: την πίτσα που χορταίνει τον πελάτη, αλλά αφήνει νηστικό το δημόσιο ταμείο. Το κράτος μπορεί να μη δικαιούται μερίδιο από το τελευταίο κομμάτι, δικαιούται όμως τους φόρους που του αναλογούν.
Και κάπως έτσι, από το «βάλε ένα πεπερόνι παραπάνω» φτάνουμε στο «βγάλε μια απόδειξη λιγότερη». Όχι, δεν είναι συνταγή για μαρινάρα. Είναι μια υπενθύμιση ότι η δημιουργικότητα, όταν συναντά την παρανομία, μπορεί να γίνει εξαιρετικά ακριβή για όλους τους υπόλοιπους.
Βεβαίως, δεν χρειάζεται να περιμένουμε τις δικαστικές αποφάσεις για να παραδεχτούμε ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι κοινωνία αγγέλων. Ούτε όμως είναι κοινωνία διαβολάκων. Είναι μια κοινωνία στην οποία ο μικρομεσαίος μετράει το τελευταίο ευρώ, ο μισθωτός βλέπει τον φόρο να αφαιρείται πριν καν πιάσει τον μισθό του και ο συνταξιούχος αναρωτιέται πώς θα βγει ο μήνας. Γι’ αυτό ακριβώς η ισονομία δεν μπορεί να είναι σύνθημα για κυριακάτικες αναρτήσεις. Πρέπει να είναι καθημερινή πρακτική.
Και κάτι ακόμη: κάποιοι φώναζαν εδώ και χρόνια για το σύστημα, για τις σχέσεις εξουσίας και χρήματος, για την ατιμωρησία και για την επιλεκτική ευαισθησία απέναντι στην παρανομία. Δεν ακούγονταν. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, ακούγονταν τόσο όσο επέτρεπε η ένταση της τηλεοπτικής διαφήμισης και ο θόρυβος της εξέδρας.
Όταν όμως οι υποθέσεις φτάνουν στις Αρχές, ξαφνικά ανακαλύπτουμε όλοι την ανάγκη για ελέγχους, διαφάνεια και δικαιοσύνη. Καλώς. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Αρκεί το «αργά» να μην καταλήξει στο γνωστό ελληνικό «και ποτέ». Διότι στο Ελλαδιστάν όταν φύγουν οι κάμερες και τα φώτα της δημοσιότητας όλα κουκουλώνονται και όλα μπαίνουν κάτω από το χαλί…
Γιατί το πραγματικό σκάνδαλο δεν είναι μόνο ό,τι ενδέχεται να αποκαλύψει μια έρευνα. Είναι και η συνήθεια να θεωρούμε φυσιολογικό ότι οι κανόνες ισχύουν για τους πολλούς, αλλά για ορισμένους μετατρέπονται σε λάστιχο. Άλλος πληρώνει κανονικά τον λογαριασμό και άλλος αναζητά το κουμπί που τον εξαφανίζει.
Στο τέλος, λοιπόν, ας αφήσουμε τα παραμύθια. Προφανώς ούτε ο αθλητισμός είναι εκκλησία ούτε η επιχειρηματικότητα μοναστήρι ούτε η πολιτική λειτουργεί με φωτοστέφανα. Αλλά ούτε και η κοινωνία είναι καταδικασμένη να παρακολουθεί από την εξέδρα. Φτάνει πια με την κοροϊδία.
Η λύση δεν είναι να πανηγυρίζουμε κάθε φορά που ξεσπά ένα σκάνδαλο. Είναι να απαιτούμε οι έλεγχοι να φτάνουν μέχρι τέλους, οι ευθύνες να αποδίδονται χωρίς εκπτώσεις και οι κανόνες να ισχύουν για όλους. Μέχρι ρίζα.
Μέχρι τότε, κρατήστε το σύνθημα: πίτσα, μπάλα και παραμύθια.
Μόνο που, όταν έρθει ο λογαριασμός, κάποιος πρέπει επιτέλους να τον πληρώσει. Και αυτή τη φορά, ας μην είναι πάλι ο ίδιος πελάτης.