«Ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος στο Τσέρνομπιλ - Δεν θα ξεχάσω ποτέ όσα είδα»

Το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ, τον Απρίλιο του 1986, προκάλεσε σοκ σε ολόκληρο τον πλανήτη και άφησε πίσω του μια κληρονομιά ραδιενεργής μόλυνσης που επηρεάζει ακόμη και σήμερα γενιές ανθρώπων
5'

Η μεγαλύτερη πυρηνική καταστροφή στην ιστορία της ανθρωπότητας ισοπέδωσε μια ολόκληρη πόλη με τρόπους αδιανόητους. Για τον Ολέξιι Μπρέους, όμως, δεν ήταν απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Ήταν μια εμπειρία που σφράγισε το σώμα και τη ζωή του, από τη στιγμή που μπήκε εθελοντικά στο control room του αντιδραστήρα Νο 4, λίγες ώρες μετά την έκρηξη.

Το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ, τον Απρίλιο του 1986, προκάλεσε σοκ σε ολόκληρο τον πλανήτη και άφησε πίσω του μια κληρονομιά ραδιενεργής μόλυνσης που επηρεάζει ακόμη και σήμερα γενιές ανθρώπων. Για τον 67χρονο σήμερα Μπρέους, που εργαζόταν στον σταθμό από το 1982, η ραδιενέργεια εισχώρησε στον οργανισμό του μέσα σε μία μόνο βάρδια.

Η μέρα που τίποτα δεν έμοιαζε φυσιολογικό

Ο Ολέξιι Μπρέους ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που βρέθηκε στο control room μετά τη δυσλειτουργία του αντιδραστήρα κατά τη διάρκεια δοκιμής ασφαλείας. Μιλώντας στο BBC, τόνισε ότι η πολυσυζητημένη τηλεοπτική σειρά Chernobyl δεν υπερέβαλε όσον αφορά τις επιπτώσεις της έκρηξης στο ανθρώπινο σώμα. Όπως είπε, οι συνέπειες ήταν άμεσες, ορατές και τρομακτικές.

«Έμοιαζε με μαζικό τάφο», δήλωσε στο Sky News, περιγράφοντας τη διαδρομή του προς τη δουλειά εκείνο το πρωινό. «Ήμουν βέβαιος ότι ολόκληρη η νυχτερινή βάρδια είχε πεθάνει. Τη στιγμή της έκρηξης βρισκόμουν στην Πρίπιατ, στο διαμέρισμά μου. Κοιμόμουν βαθιά, δεν άκουσα τίποτα, δεν είδα τίποτα».

Το πρωί, χωρίς να γνωρίζει τι είχε συμβεί, πήρε το λεωφορείο για τον σταθμό. «Δεν ήξερα τίποτα για την καταστροφή. Απλώς μπήκα στο λεωφορείο και πήγα στη δουλειά», ανέφερε, όπως μεταδίδει η Mirror. Καθώς πλησίαζε, είδε το κατεστραμμένο κτίριο του αντιδραστήρα. «Λέω πάντα ότι οι τρίχες μου σηκώθηκαν όρθιες όταν το είδα. Δεν καταλάβαινα γιατί εμένα και άλλους εργαζόμενους μας έφεραν εκεί. Όμως αποδείχθηκε ότι υπήρχε ακόμη πολλή δουλειά να γίνει».

Τα πρόσωπα της φρίκης

Στις πρώτες ώρες μετά την έκρηξη, ο Μπρέους μίλησε με τον προϊστάμενο βάρδιας Ολεξάντρ Ακίμοφ και τον τεχνικό Λεονίντ Τόπτουνoφ. Οι εικόνες τους χαράχτηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη του. «Δεν έδειχναν καλά, για να το θέσω ήπια. Ήταν ξεκάθαρο ότι ένιωθαν άρρωστοι. Ήταν πολύ χλωμοί. Ο Τόπτουνoφ είχε κυριολεκτικά ασπρίσει».

Και οι δύο πέθαναν λίγες εβδομάδες αργότερα από οξύ σύνδρομο ακτινοβολίας. Ο Μπρέους θυμάται και άλλους συναδέλφους της νυχτερινής βάρδιας. «Το δέρμα τους είχε έντονο κόκκινο χρώμα. Αργότερα πέθαναν στο νοσοκομείο της Μόσχας. Ακτινοβολία, κόκκινο δέρμα, εγκαύματα από ακτινοβολία και ατμό, αυτά συζητούσαν όλοι. Όμως ποτέ δεν είχαν παρουσιαστεί έτσι».

Το σώμα ως μάρτυρας της καταστροφής

Ο ίδιος ο Μπρέους ολοκλήρωσε τη βάρδια του μοιάζοντας σαν να είχε επιστρέψει από διακοπές στον ήλιο. «Όταν τελείωσα τη δουλειά, το δέρμα μου ήταν καφέ, σαν να είχα κάνει κανονικό μαύρισμα σε όλο το σώμα. Τα σημεία που δεν καλύπτονταν από ρούχα, τα χέρια, το πρόσωπο και ο λαιμός, ήταν κατακόκκινα».

Σύμφωνα με τις επίσημες σοβιετικές αναφορές, 29 εργαζόμενοι του σταθμού και πυροσβέστες πέθαναν από οξύ σύνδρομο ακτινοβολίας τις εβδομάδες που ακολούθησαν. Άλλοι δύο υπέκυψαν στα τραύματά τους. Ο Μπρέους παραδέχεται ότι κάθε προσπάθεια περιορισμού της ζημιάς έμοιαζε εξαρχής καταδικασμένη.

Ευθύνες και φόβος

Μετά την καταστροφή, ο διευθυντής του σταθμού Βίκτορ Μπριουχάνοφ, ο αρχιμηχανικός Νικολάι Φόμιν και ο αναπληρωτής αρχιμηχανικός Ανατόλι Ντιάτλοφ καταδικάστηκαν σε δέκα χρόνια καταναγκαστικών έργων. Μιλώντας για τον Ντιάτλοφ, ο Μπρέους ήταν αιχμηρός αλλά δίκαιος. «Οι χειριστές τον φοβόντουσαν. Όταν ήταν παρών στο μπλοκ, δημιουργούσε ένταση για όλους. Όμως, όσο αυστηρός κι αν ήταν, παρέμενε υψηλού επιπέδου επαγγελματίας».

Οι αφανείς ήρωες και οι τραγικές συμπτώσεις

Ανάμεσα στους πρώτους πυροσβέστες που έσπευσαν στο σημείο ήταν και ο Βασίλι Ιγκνατένκο, ο οποίος ήρθε από την Πρίπιατ χωρίς να γνωρίζει τον κίνδυνο της ραδιενέργειας. Πέθανε από οξύ σύνδρομο ακτινοβολίας στις 13 Μαΐου 1986.

Λίγο αργότερα, τρεις εργαζόμενοι του σταθμού αναγκάστηκαν να βουτήξουν κάτω από τον αντιδραστήρα για να ανοίξουν μια προβληματική βαλβίδα αποστράγγισης, αποτρέποντας τη μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα και μια ενδεχόμενη δεύτερη, καταστροφική έκρηξη. Ο Ολέξιι Ανανανένκο, επικεφαλής μηχανικός, εξήγησε την απόφασή του με ωμό ρεαλισμό. «Ήταν η δουλειά μας. Αν δεν το έκανα, απλώς θα με απέλυαν. Πώς θα έβρισκα άλλη δουλειά μετά;».

Ακολούθησαν οι ανθρακωρύχοι, που έσκαψαν κάτω από τον αντιδραστήρα για να δημιουργήσουν χώρο για έναν εναλλάκτη θερμότητας, σε μια προσπάθεια να αποτραπεί η μόλυνση των υπόγειων υδάτων και μια ανεξέλεγκτη αλυσιδωτή καταστροφή.

Την ίδια ώρα, κάτοικοι της Πρίπιατ βγήκαν από τα σπίτια τους για να παρακολουθήσουν το θέαμα, αγνοώντας τον κίνδυνο. «Στο νοσοκομείο νοσηλευόμουν με έναν άντρα που πήγε με το ποδήλατο στη γέφυρα το πρωί της 26ης Απριλίου για να δει τι συνέβαινε. Έπαθε ήπια μορφή οξέος συνδρόμου ακτινοβολίας», θυμάται ο Ανανανένκο. «Ένας άλλος φίλος είχε ραντεβού με τη φίλη του κοντά στη γέφυρα εκείνο το βράδυ. Μετά αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας».

Για τον Ολέξιι Μπρέους, το Τσερνόμπιλ αποτέλεσε σημείο καμπής ακόμη και για τη Σοβιετική Ένωση. Πιστεύει ότι η καταστροφή ανάγκασε το καθεστώς να εγκαταλείψει, έστω εν μέρει, την κουλτούρα της μυστικότητας. «Αυτή η άχρηστη μυστικότητα ήταν ένας από τους λόγους που συνέβη το Τσερνόμπιλ. Όταν οι χειριστές πάτησαν το κόκκινο κουμπί, ο αντιδραστήρας δεν σταμάτησε. Εξερράγη».

Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά, η μνήμη της έκρηξης παραμένει ζωντανή. Για όσους βρέθηκαν εκεί, δεν είναι απλώς ιστορία. Είναι μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ.