Η κουζίνα της γιαγιάς είναι το must–go εστιατόριο της Νέας Υόρκης: Από ραβιόλια έως… λαχανοντολμάδες
Στη Νέα Υόρκη, ένα εστιατόριο κατάφερε να δημιουργήσει φανατικό κοινό μετατρέποντας τη συναισθηματική σύνδεση σε βασικό συστατικό του επιχειρηματικού του μοντέλου. Το Enoteca Maria, στο Staten Island, άνοιξε το 2007 από τον Τζο Σκαραβέλα, έπειτα από την απώλεια πολλών στενών μελών της οικογένειάς του.
Θέλοντας να αναβιώσει τη θαλπωρή της κουζίνας στην οποία μεγάλωσε, έδωσε στο εστιατόριο το όνομα της μητέρας του, Μαρίας. Αρχικά, στην κουζίνα βρίσκονταν μόνο Ιταλίδες γιαγιάδες. Με τα χρόνια, όμως, η ιδέα διευρύνθηκε και σήμερα φιλοξενεί γιαγιάδες από κάθε γωνιά του κόσμου. Καθεμία μαγειρεύει συνταγές που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά, ενώ, το πρόγραμμα είναι κυλιόμενο, με διαφορετικές nonne να αναλαμβάνουν διαφορετικές βράδιες.
Σήμερα, το Enoteca Maria φιλοξενεί γιαγιάδες από την Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική και την Καραϊβική. Τα μεσημβρινά μενού παραμένουν πιστά στην ιταλική παράδοση, ενώ, τα βραδινά αλλάζουν ανάλογα με τη γιαγιά που βρίσκεται στην κουζίνα. Στο τραπέζι μπορεί να φτάσουν χειροποίητα ραβιόλια, λαχανοντολμάδες ή παραδοσιακά κρεατικά από διαφορετικές περιοχές του κόσμου.
Πολλές από τις μαγείρισσες έμαθαν τις συνταγές από μικρές, βοηθώντας συγγενείς στην κουζίνα. Η εμπειρία αποτυπώνεται στον τρόπο που ζυμώνουν, αλατίζουν και «χτίζουν» τη γεύση με υπομονή. Το εστιατόριο διοργανώνει ακόμη και μαθήματα μαγειρικής, όπου οι επισκέπτες διδάσκονται παραδοσιακές τεχνικές απευθείας από τις γιαγιάδες.
Πολλοί συγκινούνται μόλις βρεθούν στον χώρο, καθώς οι μαγείρισσες τούς θυμίζουν τις δικές τους γιαγιάδες. Άλλοι μοιράζονται ιστορίες μετανάστευσης ή παιδικές αναμνήσεις που συνδέονται με φαγητά της πατρίδας τους. Οι γιαγιάδες συνομιλούν με τους πελάτες, φωτογραφίζονται μαζί τους και αφηγούνται προσωπικές ιστορίες. Πολλοί περιγράφουν την εμπειρία ως επίσκεψη σε συγγενικό σπίτι και όχι ως μία απλή έξοδο για φαγητό.
Η τοποθεσία, κοντά στο Staten Island Ferry, λειτουργεί ευεργετικά. Η ήρεμη ατμόσφαιρα της περιοχής λειτουργεί ως αντίβαρο στον έντονο ρυθμό του Μανχάταν.