Οικία Κοκοβίκου: Η ιστορία του κτηρίου με την αυλή της «Ελένης και του Αντωνάκη» που γίνεται μνημείο

Το yπουργείο Πολιτισμού προχωρά στην προστασία και ανάδειξη των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στην Οικία Κοκοβίκου, μετατρέποντας το κινηματογραφικό σύμβολο σε ζωντανό αρχαιολογικό χώρο  
Illustration: Newsbomb.gr / Εβελίνα Καράτζιου

Το σπίτι της Ελενίτσας και του Αντωνάκη, που οι περισσότεροι γνώρισαν από τη μεγάλη οθόνη, αποκαλύπτει σήμερα τη βαθύτερη ιστορία του τόπου όπου υπάρχει. Κάτω από την αυλή, τα δωμάτια και τα σκαλιά της Οικίας Κοκοβίκου, η Αθήνα εμφανίζεται σε αλλεπάλληλα στρώματα, όπως ακριβώς χτίστηκε μέσα στους αιώνες.

Για δεκαετίες, το κτήριο επί της οδού Τριπόδων 32 υπήρξε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα «σπίτια» του ελληνικού κινηματογράφου. Η Οικία Κοκοβίκου επιστρέφει στο προσκήνιο όχι ως σκηνικό, αλλά ως μνημείο. Γνωστή στο ευρύ κοινό από τη θρυλική κινηματογραφική της «ταυτότητα» στην ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», αποτελεί ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα «αθηναϊκά σπίτια» και ένα εξαιρετικό δείγμα λαϊκής κατοικίας της πόλης.

Η αποκατάσταση και η επανάχρησή της εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σχέδιο επανένταξης του μνημείου στη σύγχρονη ζωή της Αθήνας, με σεβασμό στην αρχιτεκτονική του φυσιογνωμία και πλέον, στην αρχαιολογική του αξία.

Το Υπουργείο Πολιτισμού, προχωρά στην προστασία και την ανάδειξη των αρχαιοτήτων που αποκαλύφθηκαν στο εσωτερικό και στον αύλειο χώρο της οικίας Κοκοβίκου, φέρνοντας στο φως στρώματα ιστορίας που εκτείνονται από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως τα βυζαντινά χρόνια.

Φωτογραμμετρική αποτύπωση αρχαιοτήτων

Τα ευρήματα των ανασκαφών αναδεικνύουν τη διαχρονική αξία της διατηρητέας οικίας, με την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη να σημειώνει ότι στόχος του έργου είναι «η βελτίωση του περιβάλλοντος χώρου, η προαγωγή της αναγνωρισιμότητας και της εκπαιδευτικής τους αξίας».

Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Η διάσωση, η αποκατάσταση και η επανάχρηση του κτηρίου-μνημείου, επί της οδού Τριπόδων 32, από τα ελάχιστα πλέον σωζόμενα "αθηναϊκά σπίτια", συμβάλλει στην επανένταξή του στη σύγχρονη ζωή της πόλης. Στον αύλειο χώρο και στο ισόγειο της διατηρητέας οικίας ήλθαν στο φως, κατά τις ανασκαφικές εργασίες της περιόδου 2000-2003, αρχαία κατάλοιπα που χρονολογούνται από την κλασική έως τη βυζαντινή εποχή. Το έργο προστασίας, συντήρησης και ανάδειξης των αρχαιοτήτων έχει ως στόχο τη βελτίωση της εικόνας τους και του περιβάλλοντος χώρου, την προαγωγή της αναγνωσιμότητας και της εκπαιδευτικής τους αξίας, διασφαλίζοντας η απρόσκοπτη θέασή τους. Συνολικά, αποκαθίσταται η ιστορική εικόνα του κτηρίου, αναδεικνύεται ο μνημειακός του χαρακτήρας και διασφαλίζεται η καθολική προσβασιμότητα.

Η εικόνα του κτηρίου επί εποχή Όθωνος

Εκτελούνται εργασίες αποκατάστασης του κελύφους και ανασύστασης του, κυρίως, προσκτίσματος–συνοδού διώροφου κτηρίου, ώστε να αποκατασταθεί η τυπολογία της αθηναϊκής αυλής, συνδυαστικά με την διαχείριση του μετώπου της οδού Τριπόδων, καθώς και της λειτουργικής αναβάθμισης του κτηρίου για τη νέα του χρήση. Το κτηριακό συγκρότημα ανασυγκροτείται στην ιστορική του εικόνα, προσφέροντας πολλαπλό όφελος τόσο για την ανάδειξη της οδού Τριπόδων, όσο και για τον ιστορικό χαρακτήρα της Πλάκας».

Ο «θησαυρός» στην αυλή της Ελένης και του Αντωνάκη

Στην αυλή της οικίας Κοκοβίκου, σε βάθος περίπου δύο μέτρων από τη στάθμη της σύγχρονης οδού Τριπόδων, αποκαλύφθηκε το εσωτερικό δυτικό ανάλημμα της αρχαίας οδού, μαζί με πώρινο αγωγό και αλληλοκαλυπτόμενους πήλινους αγωγούς.

Το ανάλημμα της αρχαίας οδού Τριπόδων στον αύλειο χώρο. Διακρίνονται υστερορωμαϊκοί-παλαιοχριστιανικοί αγωγοί

Το ανάλημμα διακόπτεται από κλιμακωτή άνοδο με τουλάχιστον τέσσερις βαθμίδες, ενώ εκατέρωθεν της κλίμακας εντοπίστηκαν δύο τετράγωνες κρηπίδες, πιθανώς βάσεις χορηγικών μνημείων, μάρτυρες μιας πόλης που τιμούσε τη δημόσια ζωή, το θέατρο και τη μνήμη.

Η επιγραφή που βρέθηκε εντοιχισμένη σε βυζαντινή φάση του αναλημματικού τοίχου της οδού Τριπόδων

Στο ισόγειο της διατηρητέας οικίας σώζονται σημαντικά αρχαία κατάλοιπα. Ένας αναλημματικός τοίχος της ελληνιστικής περιόδου, τμήματα του οποίου εντοπίστηκαν και σε γειτονικά ακίνητα, καθώς και τμήμα του πήλινου αγωγού που είναι γνωστός ως «πεισιστράτειος ή κιμώνειος». Η συνέχεια του αστικού ιστού γίνεται εδώ σχεδόν απτή.

Ο αναλημματικός τοίχος στο ισόγειο του μεσαίου δωματίου της οικίας

Στη δυτική πλευρά του αύλειου χώρου αποκαλύφθηκε φρεατοδεξαμενή η οποία, όταν περιέπεσε σε αχρηστία, γέμισε με πλούσια κεραμική απόθεση του τελευταίου τετάρτου του 4ου αιώνα π.Χ.

Οι αποκαλυμμένες αρχαιότητες στον αύλειο χώρο της διατηρητέας οικίας

Αγγεία συμποσίων, σκεύη καθημερινής χρήσης και ίχνη κοινωνικής ζωής συνθέτουν έναν μικρό «θησαυρό» της αρχαίας Αθήνας, θαμμένο για αιώνες κάτω από μια αυλή που έμελλε να γίνει κινηματογραφικό σύμβολο.

Η ανασκαφή στο ισόγειο του μεσαίου δωματίου της οικίας

Στο μεσαίο δωμάτιο του ισογείου εντοπίστηκαν κατάλοιπα παλαιοχριστιανικού κτηρίου, ενώ στο νότιο δωμάτιο αποκαλύφθηκαν οδοστρώματα ανιούσας οδού κλασικών, αρχαϊκών και γεωμετρικών χρόνων.

Παράλληλα, ήρθαν στο φως παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά κατάλοιπα, τα περισσότερα από τα οποία έχουν απομακρυνθεί, αφήνοντας ωστόσο καθαρό το αποτύπωμα των διαδοχικών εποχών. Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα που αναδεικνύονται χρονολογούνται κυρίως στον 4ο αιώνα π.Χ.

Τα γυρίσματα της ταινίας Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα

Οι ανασκαφικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι η αρχαία οδός Τριπόδων δεν υπήρξε απλώς ένας δρόμος, αλλά ένας ζωντανός άξονας της πόλης, με συνεχή χρήση από την αρχαιότητα έως σήμερα. Η στρωματογραφία της, οι αγωγοί ύδρευσης, οι τοίχοι και τα μνημεία αφηγούνται μια ιστορία αδιάλειπτης κατοίκησης, ακριβώς στο σημείο όπου, αιώνες αργότερα, η λαϊκή Αθήνα εκπροσωπήθηκε και πρωταγωνίστησε στον κινηματογράφο.

Πώς προστατεύεται ο χώρος

Για την προστασία των αρχαιολογικών καταλοίπων από τις καιρικές και περιβαλλοντικές συνθήκες, προβλέπεται η στέγασή τους κάτω από υπερυψωμένο δάπεδο, το οποίο διαμορφώνει την αυλή της διατηρητέας οικίας και επεκτείνεται προς την πλευρά της οδού Τριπόδων. Με αυτόν τον τρόπο, τα αρχαία παραμένουν ορατά και επισκέψιμα κάτω από το νέο επίπεδο, ενώ τμήμα του οικοπέδου διατηρείται ελεύθερο, επιτρέποντας στον χώρο να «αναπνέει».

Η νέα ανάγνωση του χώρου δεν επιδιώκει να καλύψει τις διαφορετικές ιστορικές φάσεις, αλλά να τις φέρει σε ουσιαστικό διάλογο. Το αρχαιολογικό υλικό θα είναι προσβάσιμο, προστατευμένο και ορατό, ενώ προβλέπεται ανεξάρτητη είσοδος από την οδό Τριπόδων, με ειδική μέριμνα για την πρόσβαση των ΑμεΑ. Έτσι, η αυλή της Ελένης και του Αντωνάκη μετατρέπεται σε αυλή της ίδιας της πόλης.

Η συνολική παρέμβαση συμπληρώνεται με σύγχρονα συστήματα αποστράγγισης και διαχείρισης των υδάτων, καθώς και με ελεγχόμενη φροντίδα της βλάστησης, ώστε να αποφεύγεται η φθορά και η υγρασία. Το αποτέλεσμα φιλοδοξεί να αναδείξει τον αρχαιολογικό χώρο ως ζωντανό μέρος της καθημερινής ζωής, όπου η ιστορία δεν εκτίθεται απλώς, αλλά βιώνεται.

Από τον κινηματογράφο στη ζωντανή μνήμη της πόλης

Η Οικία Κοκοβίκου δεν είναι απλώς ένα διατηρητέο κτήριο, είναι ένα σημείο όπου η κινηματογραφική μνήμη συναντά την αρχαιολογική πραγματικότητα. Από την εμβληματική ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», η οποία γυρίστηκε το 1965 σε σκηνοθεσία και σενάριο του Γιώργου Τζαβέλλα. Πρωταγωνιστές ήταν η Μάρω Κοντού και ο Γιώργος Κωνσταντίνου, σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές απεικονίσεις της αθηναϊκής καθημερινότητας της δεκαετίας του ’60.

Η εικόνα του κτηρίου τη δεκαετία του 1950

Η ταινία, αρχικά ασπρόμαυρη, χρωματίστηκε ψηφιακά δεκαετίες αργότερα, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο εικόνες μιας Αθήνας που άλλαζε, αλλά και μιας αυλής που χαράχτηκε στη συλλογική μνήμη. Η οικία της Ελένης και του Αντωνάκη έγινε σύμβολο μιας εποχής, ενός τρόπου ζωής και μιας πόλης μικρής και διαφορετικής από αυτή του σήμερα.

Το κτήριο επί της οδού Τριπόδων το 1971 και το 2025

Η αποκατάσταση και η νέα ταυτότητα της Οικίας Κοκοβίκου, ενισχύεται επιπλέον, με την τοποθέτηση ενημερωτικών πινακίδων, τον διακριτικό νυχτερινό φωτισμό των αρχαιολογικών καταλοίπων και την καθολική προσβασιμότητα του χώρου.

Εδώ πραγματοποιήκαν τα τα εξωτερικά γυρίσματα της ταινίας «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα»

Ένα σπίτι που κάποτε αφηγήθηκε μια κινηματογραφική ιστορία, μετατρέπεται σήμερα σε φορέα ζωντανής μνήμης της πόλης, συνδέοντας το παρελθόν της Αθήνας με το παρόν της.

Διαβάστε επίσης