Πολιτικό ξεκατίνιασμα: Όταν τα τηλεοπτικά πάνελ γίνονται καφενείο

Οι προσωπικές επιθέσεις, οι σεξιστικές αναφορές και οι κραυγές δεν αποτελούν πολιτικό διάλογο. Αντίθετα, τροφοδοτούν την κοινωνική οργή και ενισχύουν την αντίληψη ότι όλοι είναι ίδιοι

Πολιτικό ξεκατίνιασμα: Όταν τα τηλεοπτικά πάνελ γίνονται καφενείο
Snapshot
  • Στα τηλεοπτικά πάνελ παρατηρείται αυξανόμενη πολιτική τοξικότητα με προσωπικές επιθέσεις, σεξιστικές αναφορές και φωνές, που υποκαθιστούν τον πολιτικό διάλογο.
  • Η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε ανταγωνισμό εντυπώσεων και προσβολών, με στόχο το viral και όχι την ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών.
  • Η έλλειψη ουσίας και η ένταση μειώνουν την κατανόηση των πολιτικών θέσεων και ενισχύουν την αντίληψη ότι όλοι οι πολιτικοί είναι ίδιοι.
  • Η νομιμοποίηση της προσβολής ως πολιτικής στρατηγικής υπονομεύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τη δημοκρατία συνολικά.
  • Ευθύνη φέρουν τόσο οι πολιτικοί όσο και οι τηλεοπτικές εκπομπές που προωθούν τον θόρυβο και την ένταση αντί της αντικειμενικής ενημέρωσης.
Snapshot powered by AI

Υπάρχει μια λεπτή, αλλά κρίσιμη, γραμμή που χωρίζει την πολιτική αντιπαράθεση από την πολιτική τοξικότητα. Και το τελευταίο διάστημα, στα τηλεοπτικά πάνελ, η γραμμή αυτή μοιάζει να έχει χαθεί οριστικά κάτω από τις φωνές, τις προσωπικές επιθέσεις και τις ατάκες που προορίζονται περισσότερο για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρά για την ενημέρωση των πολιτών.

Στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ, της Ελληνικής Λύσης και του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να αντιπαραθέτουν επιχειρήματα, να εξηγούν τις θέσεις τους και να απαντούν σε συγκεκριμένα ερωτήματα, επιδίδονται συχνά σε μια διαρκή αναμέτρηση εντυπώσεων. Το ζητούμενο δεν είναι ποιος θα τεκμηριώσει καλύτερα την άποψή του, αλλά ποιος θα διακόψει περισσότερο, ποιος θα προσβάλει πιο αποτελεσματικά τον συνομιλητή του και ποιος θα εξασφαλίσει το επόμενο viral απόσπασμα.

Κάπου εκεί, η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σε πολιτικό ξεκατίνιασμα. Και το πρόβλημα δεν είναι απλώς αισθητικό ή ζήτημα τηλεοπτικών τρόπων. Είναι βαθιά πολιτικό.

Όταν η αντιπαράθεση καταλήγει σε προσωπικούς χαρακτηρισμούς, σεξιστικά σχόλια, υπαινιγμούς και αλληλοκατηγορίες, το πραγματικό περιεχόμενο εξαφανίζεται. Οι τηλεθεατές μπορεί να θυμούνται την προσβολή, την ειρωνεία ή την εξευτελιστική ατάκα, αλλά δύσκολα θα συγκρατήσουν τι ακριβώς ειπώθηκε για την ακρίβεια, την υγεία, την εργασία, την ασφάλεια ή την εξωτερική πολιτική.

Η ουσία χάνεται μέσα στον θόρυβο. Και μαζί της χάνεται μια ακόμη ευκαιρία να γίνει κατανοητό τι προτείνει κάθε κόμμα, ποιες είναι οι ευθύνες του και ποιες λύσεις διαθέτει για τα προβλήματα της κοινωνίας.

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη, ακόμη πιο επικίνδυνη συνέπεια. Αυτή η εικόνα νομιμοποιεί μια υποκουλτούρα δημόσιου διαλόγου, στην οποία η προσβολή θεωρείται επιχείρημα, η χυδαιότητα μαγκιά και η αποκάλυψη των υποτιθέμενων «βρομιών» του αντιπάλου πολιτική στρατηγική. Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία είναι απλό: όλοι κάτι έχουν να κρύψουν, όλοι κάτι καταλογίζουν στους άλλους και κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά για την ουσία.

Έτσι, ενισχύεται η αντίληψη ότι όλοι είναι ίδιοι. Ότι η πολιτική δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια αρένα προσωπικών συμφερόντων, αλληλοεκβιασμών και δημόσιων διασυρμών. Και αυτή η αντίληψη δεν πλήττει μόνο τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στις τηλεοπτικές συγκρούσεις. Πλήττει συνολικά την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στην ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Ασφαλώς, η πολιτική δεν είναι εκκλησία. Η σκληρή κριτική είναι αναγκαία, οι συγκρούσεις είναι αναπόφευκτες και οι δημοσιογράφοι οφείλουν να θέτουν δύσκολα ερωτήματα. Ούτε χρειάζεται να μετατρέψουμε τον δημόσιο διάλογο σε μια αποστειρωμένη διαδικασία, όπου όλοι συμφωνούν ευγενικά με όλους.

Άλλο, όμως, η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση και άλλο η προσωπική απαξίωση. Άλλο η αποκάλυψη μιας υπόθεσης που αφορά το δημόσιο συμφέρον και άλλο η ανταλλαγή προσβολών για να κερδηθούν λίγα δευτερόλεπτα δημοσιότητας.

Και εδώ υπάρχει ευθύνη όχι μόνο των πολιτικών, αλλά και των τηλεοπτικών εκπομπών που φιλοξενούν αυτές τις συζητήσεις. Όταν οι κραυγές επιβραβεύονται με περισσότερο χρόνο στον αέρα, όταν η προσβολή γίνεται τίτλος και όταν η ένταση υποκαθιστά την ενημέρωση, το θέαμα αποκτά μεγαλύτερη αξία από την πολιτική ουσία.

Το ερώτημα, τελικά, είναι απλό: ποιος κερδίζει από αυτή την κατάσταση; Σίγουρα όχι ο πολίτης που περιμένει απαντήσεις. Ούτε η δημοκρατία, που χρειάζεται ενημερωμένους πολίτες και πολιτικούς υπόλογους για τις πράξεις και τις θέσεις τους.

Κερδίζει μόνο η λογική του θεάματος. Και όσο αυτή κυριαρχεί, η κοινωνική οργή θα βρίσκει ακόμη περισσότερους λόγους να στρέφεται συνολικά εναντίον της πολιτικής.

Γιατί, όταν το πολιτικό επιχείρημα αντικαθίσταται από την προσβολή, το τηλεοπτικό πάνελ παύει να είναι χώρος ενημέρωσης και μετατρέπεται σε καφενείο με κάμερες. Και το χειρότερο είναι ότι, στο τέλος, κανείς δεν θυμάται τι συζητήθηκε. Όλοι θυμούνται μόνο ποιος έβρισε ποιον.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή