Στόχος για αύξηση 11% στις κλινικές μελέτες στην Ευρώπη - Επιπλέον 4 δισ. ευρώ στα συστήματα υγείας
Ένα βήμα προς την αντιστροφή της δεκαετούς πτώσης του μεριδίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις παγκόσμιες κλινικές μελέτες που χρηματοδοτούνται απο τη φαρμακοβιομηχανία, επιχειρεί να κάνει η Κομισιόν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι επικεφαλής των εθνικών οργανισμών φαρμάκων (HMA) και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΑ) ανέπτυξαν από κοινού νέους στόχους για τις κλινικές δοκιμές, ώστε να καταστεί η ΕΕ ελκυστικότερος προορισμός για κλινική έρευνα και να βελτιωθεί η έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών σε καινοτόμα φάρμακα.
Χαρακτηριστικό είναι ότι από το 22% το 2013, το μερίδιο της Ευρώπης έπεσε στο 12% το 2023. Κατά την ίδια περίοδο, ο αριθμός των μελετών αυξήθηκε παγκοσμίως, ενώ το μερίδιο της Κίνας αυξήθηκε σημαντικά από 8% το 2013 σε 18% το 2023.
Οι νέοι στόχοι προβλέπουν αύξηση 11% στις μελέτες που διενεργούνται στον Ευρωπαϊκό Οκονομικό Χώρο. Από την αύξηση αυτή, εκτιμάται ότι 35.000 περισσότεροι Ευρωπαίοι ασθενείς θα έχουν πρόσβαση σε νέες ιατρικές θεραπείες, που βρίσκονται ακόμη σε δοκιμαστικό στάδιο. Τα συστήματα υγείας της ΕΕ και η ευρύτερη οικονομία θα επωφεληθούν από επιπλέον χρηματοδότηση ύψους 4 δισ. ευρώ ετησίως, δημιουργία 18.000 νέων θέσεων εργασίας και αποτροπή τριών εκατομμυρίων ημερών ασθενείας.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από μια νέα έρευνα της Frontier Economics, που δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Ενώσεων Φαρμακευτικών Βιομηχανιών (EFPIA). Η έκθεση βασίζεται σε προηγούμενη μελέτη που διεξήχθη από την Frontier Economics το 2024, για τον Σύνδεσμο της Βρετανικής Φαρμακευτικής Βιομηχανίας.
Τα δύο φιλόδοξα σενάρια και το ρεαλιστικό πρώτο βήμα
Η έκθεση εξετάζει, επίσης, δύο φιλόδοξους στόχους που καταδεικνύουν τις ευκαιρίες για την Ευρώπη, εάν επιλέξει να αποκαταστήσει την ελκυστικότητά της για την κλινική έρευνα.
Για να υπάρξει ανάκτηση των «χαμένων κλινικών μελετών» της Ευρώπης, εκείνων δηλαδή που έχουν μετακινηθεί εκτός της ηπείρου από το 2013, χρειάζεται αύξηση 25% στη δραστηριότητα μελετών. Η αύξηση αυτή θα απέφερε 8,9 δισ. ευρώ σε επιπλέον Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία και 79.000 περισσότερες θέσεις σε κλινικές μελέτες.
Ένα τρίτο, πιο φιλόδοξο σενάριο, στο οποίο η Ευρώπη καλύπτει το χάσμα και συμβαδίζει με τις κορυφαίες χώρες παγκοσμίως, δηλαδή τις ΗΠΑ και την Κίνα, θα απαιτούσε αύξηση 50% στη δραστηριότητα, απελευθερώνοντας έως και 17,9 δισ. ευρώ για την ευρωπαϊκή οικονομία και 158.000 επιπλέον θέσεις σε μελέτες.
Αυτή τη στιγμή, οι κλινικές μελέτες που χρηματοδοτούνται από τη βιομηχανία παράγουν 35,7 δισ. ευρώ σε οικονομική αξία ετησίως σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), συνδυάζοντας 21,7 δισ. ευρώ από την ίδια τη δραστηριότητα των κλινικών μελετών, 3,6 δισ. ευρώ από οφέλη στην Έρευνα & Ανάπτυξη και 10,4 δισ. ευρώ από τη βελτιωμένη παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού μέσω της αποτροπής 26,9 εκατ. ημερών ασθενείας. Συνολικά, αυτή η δραστηριότητα στηρίζει 165.000 θέσεις εργασίας σε ολόκληρη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων άνω των 45.000 θέσεων στην κλινική έρευνα και άνω των 120.000 θέσεων που συνδέονται με τις έμμεσες και επαγόμενες επιπτώσεις αυτής της δραστηριότητας.
Εάν επιτευχθεί ο στόχος της Κομισιόν για αύξηση 11%, εκτιμάται ότι θα πραγματοποιηθούν 500 επιπλέον διεθνείς μελέτες τα επόμενα πέντε έτη, αυξάνοντας τον αριθμό από 900 σε 1.000 ετησίως.
Οι χώρες που ηγούνται
Η Γερμανία παράγει την υψηλότερη άμεση Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία από τη δραστηριότητα κλινικών μελετών, άνω των 3 δισ. ευρώ, ακολουθούμενη από τη Γαλλία (1,8 δισ. ευρώ) και το Βέλγιο (1,7 δισ. ευρώ).
Η Γερμανία καταγράφει, επίσης, το μεγαλύτερο όφελος παραγωγικότητας (9,1 εκατ. αποτραπείσες ημέρες ασθενείας), ακολουθούμενη από τη Γαλλία (4,8 εκατ.) και την Ισπανία (3,4 εκατ.). Προηγούμενη έκθεση έδειξε ότι η Ισπανία είχε ξεπεράσει τη Γερμανία ως η χώρα με τον υψηλότερο αριθμό έναρξης κλινικών μελετών.
Η Νάταλι Μολ, Γενική Διευθύντρια της EFPIA, δήλωσε: «Δεν υπάρχει κανένα μειονέκτημα στη φιλοξενία κλινικών μελετών στην Ευρώπη, μόνο οφέλη για την υγεία και την οικονομία για τους ασθενείς και την κοινωνία. Η επίτευξη των στόχων της ΕΕ πρέπει να είναι το απόλυτο ελάχιστο στο οποίο οφείλουμε να στοχεύουμε. Ένα δυναμικό οικοσύστημα έρευνας και ανάπτυξης θα οδηγήσει σε καλύτερα αποτελέσματα υγείας για τους Ευρωπαίους, πιο βιώσιμα και ανθεκτικά συστήματα υγείας και σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Άλλες χώρες το έχουν αναγνωρίσει και έχουν δράσει. Είναι καιρός η Ευρώπη να επιλέξει να κάνει το ίδιο».