Χειρότερα από κρασί και μπύρα: Ποιο αλκοολούχο ποτό επιβαρύνει περισσότερο το συκώτι

Γιατί τα αποστάγματα «βαραίνουν» περισσότερο τον οργανισμό
4'

Στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης για την υγεία του ήπατος έφερε ξανά τα δυνατά αλκοολούχα ποτά ο φαρμακοποιός Σέντο Σεγκάρα, υποστηρίζοντας ότι τα αποστάγματα αποτελούν την πιο «επιθετική» μορφή αλκοόλ για τον οργανισμό, ακόμη περισσότερο από το κρασί και την μπύρα.

Όπως επισημαίνει, ο λόγος δεν είναι μόνο η περιεκτικότητά τους σε αλκοόλ, αλλά ο τρόπος με τον οποίο μεταβολίζονται και το φορτίο που δημιουργούν στο συκώτι.

Τη σχετική προειδοποίηση ο ίδιος δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με ισπανικά ΜΜΕ, όπως η La Razón, να αναδεικνύουν το μήνυμα ότι η κατανάλωση αλκοόλ μόνο τα Σαββατοκύριακα δεν αναιρεί τις επιπτώσεις στο ήπαρ, ειδικά όταν πρόκειται για μεγάλες ποσότητες σε μικρό χρονικό διάστημα.

Γιατί τα αποστάγματα «βαραίνουν» περισσότερο τον οργανισμό

Σύμφωνα με τον Σεγκάρα, τα ποτά υψηλής περιεκτικότητας σε αλκοόλ, όπως το ουίσκι, η βότκα, το ρούμι, το τζιν και τα λικέρ, είναι πιο επιβαρυντικά επειδή καταναλώνονται συνήθως σε σφηνάκια ή κοκτέιλ, γεγονός που διευκολύνει την ταχεία πρόσληψη μεγάλης ποσότητας αιθανόλης. Αυτό οδηγεί σε απότομες αυξήσεις της συγκέντρωσης αλκοόλ στο αίμα και αναγκάζει το ήπαρ να δουλέψει πιο έντονα σε μικρό χρονικό διάστημα.

Μελέτες απορρόφησης δείχνουν ότι ποτά όπως το vodka tonic μπορούν να προκαλέσουν υψηλότερες κορυφώσεις αλκοόλ στο αίμα σε σύγκριση με την μπύρα ή το κρασί, ακόμη και όταν η συνολική ποσότητα αιθανόλης είναι παρόμοια. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένο μεταβολικό στρες για το συκώτι.

Ο ρόλος της ακεταλδεΰδης

Σε βιοχημικό επίπεδο, ο μηχανισμός είναι γνωστός. Το μεγαλύτερο μέρος του αλκοόλ μεταβολίζεται στο ήπαρ, όπου σε πρώτο στάδιο η αιθανόλη μετατρέπεται σε ακεταλδεΰδη, μια ουσία που θεωρείται τοξική. Στη συνέχεια, ένα δεύτερο ένζυμο τη μετατρέπει σε οξικό άλας, το οποίο είναι λιγότερο επιβλαβές.

Η ακεταλδεΰδη περιγράφεται εκτενώς στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία ως ένας από τους βασικούς παράγοντες βλάβης που σχετίζονται με το αλκοόλ. Μπορεί να επηρεάσει πρωτεΐνες και DNA, να ενισχύσει τη φλεγμονή και να συμβάλει σε ηπατική βλάβη, ιδιαίτερα όταν η έκθεση είναι έντονη ή επαναλαμβανόμενη.

Τι λέει η επιστήμη και τι είναι άποψη

Παρά τον έντονο χαρακτήρα των προειδοποιήσεων, οι ειδικοί τονίζουν ότι πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στο μήνυμα ευαισθητοποίησης και στην κλινική πραγματικότητα. Ο καθοριστικός παράγοντας κινδύνου είναι κυρίως η συνολική ποσότητα αλκοόλ που καταναλώνεται και το μοτίβο κατανάλωσης με την πάροδο του χρόνου.

Τα αποστάγματα δεν είναι χημικά «διαφορετικά» από το κρασί ή την μπύρα, όμως διευκολύνουν την ταχεία και υψηλή κατανάλωση, κάτι που τα καθιστά πιο επικίνδυνα στην πράξη. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και το φαινόμενο της επεισοδιακής υπερκατανάλωσης, γνωστό ως binge drinking.

Η υπερκατανάλωση σε σύντομο χρόνο

Το Εθνικό Ινστιτούτο Κατάχρησης Αλκοόλ και Αλκοολισμού των ΗΠΑ ορίζει ως binge drinking την κατανάλωση πέντε ή περισσότερων ποτών για τους άνδρες και τεσσάρων ή περισσότερων για τις γυναίκες μέσα σε περίπου δύο ώρες. Αντίστοιχα κριτήρια χρησιμοποιούν και άλλοι οργανισμοί δημόσιας υγείας.

Σύμφωνα με το βρετανικό NHS, τέτοια επεισόδια πολύ υψηλής πρόσληψης αλκοόλ σε μικρό χρονικό διάστημα μπορούν να προκαλέσουν ακόμη και οξεία αλκοολική ηπατίτιδα, ακόμη και σε άτομα που δεν πίνουν καθημερινά.

Δεν υπάρχει «ακίνδυνο» αλκοόλ

Τα τελευταία χρόνια, διεθνείς οργανισμοί όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας επισημαίνουν ότι δεν υπάρχει απολύτως ασφαλές επίπεδο κατανάλωσης αλκοόλ. Ο κίνδυνος εξαρτάται από την ποσότητα, τη συχνότητα, την ταχύτητα κατανάλωσης και τα ατομικά χαρακτηριστικά κάθε οργανισμού.

Πώς μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος

Σε πρακτικό επίπεδο, όσοι ανησυχούν για την υγεία του ήπατος καλούνται να αποφεύγουν τις απότομες κορυφώσεις κατανάλωσης. Η μείωση της ποσότητας, το άπλωμα των ποτών στον χρόνο, η κατανάλωση φαγητού πριν και κατά τη διάρκεια και η αποφυγή σφηνάκιων και «γρήγορων» κοκτέιλ θεωρούνται βασικά μέτρα.

Άτομα με γνωστά ηπατικά προβλήματα, όσοι λαμβάνουν φάρμακα που επιβαρύνουν το συκώτι ή εμφανίζουν επίμονα συμπτώματα, όπως έντονη κόπωση, ίκτερο, πόνο στο δεξί άνω μέρος της κοιλιάς ή παρατεταμένη ναυτία, θα πρέπει να απευθύνονται σε γιατρό. Σε ειδικές ομάδες, όπως οι έγκυες και οι ανήλικοι, η σύσταση παραμένει η πλήρης αποχή.

Η συζήτηση που άνοιξε, όπως επισημαίνει και η La Razón, καταλήγει σε ένα απλό συμπέρασμα: δεν πρόκειται για αντιπαράθεση ανάμεσα σε κρασί, μπύρα και ποτά, αλλά για τη δόση, τη συχνότητα και την ταχύτητα κατανάλωσης. Και σε αυτό το πεδίο, τα δυνατά αποστάγματα αποκτούν ένα σαφές – και επικίνδυνο – προβάδισμα.