Κορονοϊός: Τα άγνωστα συμπτώματα που προκαλεί η long covid - Τι έδειξε έρευνα σε τρείς ηπείρους

Νευρολογικές επιπλοκές μετά την COVID-19
INTIME NEWS
4'

Το Long COVID περιγράφει ένα σύνολο συμπτωμάτων που επιμένουν ή εμφανίζονται μετά την ανάρρωση από τη λοίμωξη με τον κορονοϊό SARS-CoV-2.

Κόπωση, «ομίχλη εγκεφάλου», μυϊκοί πόνοι, διαταραχές διάθεσης και γνωστικές δυσκολίες συγκαταλέγονται στα πιο συχνά προβλήματα που αναφέρουν οι ασθενείς. Νέα διεθνής έρευνα δείχνει ότι ο τρόπος με τον οποίο το Long COVID επηρεάζει τον εγκέφαλο και την ψυχική υγεία διαφέρει σημαντικά ανάλογα με τη χώρα και το κοινωνικό περιβάλλον.

Επιστήμονες από τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κολομβία, τη Νιγηρία και την Ινδία διαπίστωσαν ότι στις χώρες της Αμερικής καταγράφονται περισσότερα νευρολογικά και ψυχολογικά συμπτώματα σε σχέση με την Αφρική και την Ασία. Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Human Neuroscience.

Ο ρόλος του πολιτισμικού και κοινωνικού πλαισίου

Σύμφωνα με τη μελέτη, παράγοντες όπως το πολιτισμικό πλαίσιο, η οικονομική κατάσταση και η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας επηρεάζουν τον αριθμό και το είδος των συμπτωμάτων που αναφέρουν οι ασθενείς μετά τη νόσηση.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κολομβία είναι πιο συνηθισμένο να συζητούνται ανοιχτά γνωστικά και συναισθηματικά προβλήματα. Αντίθετα, σε χώρες της Αφρικής και της Ασίας, το κοινωνικό στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία και η έλλειψη πόρων περιορίζουν την επικοινωνία αυτών των δυσκολιών.

Την έρευνα συντόνισε η Millenia Jimenez από τη Feinberg School of Medicine του Πανεπιστημίου Northwestern στο Σικάγο, με τη συμμετοχή της Carolina Hurtado από το CES University στο Μεντεγίν και ερευνητών από το Πανεπιστήμιο του Λάγος και το National Institute of Medical Sciences and Research στην Τζαϊπούρ.

Νευρολογικές επιπλοκές μετά την COVID-19

Το Long COVID περιλαμβάνει συμπτώματα που παραμένουν ή εμφανίζονται μήνες μετά τη λοίμωξη, όπως ομίχλη εγκεφάλου, έντονη κόπωση, μυϊκούς πόνους, πονοκεφάλους, ζάλη και μεταβολές στη διάθεση. Κύριος στόχος της μελέτης ήταν να συγκριθεί η συχνότητα και το είδος των νευρολογικών συμπτωμάτων σε περιοχές με διαφορετικές κουλτούρες και επίπεδα πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη.

Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης κατά πόσο οι κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες και οι πολιτισμικοί φραγμοί γύρω από την ψυχική υγεία επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν και περιγράφουν τα συμπτώματά τους.

Ομίχλη εγκεφάλου, κατάθλιψη και άγχος

Στη μελέτη συμμετείχαν 3.157 ενήλικες από το Σικάγο, το Μεντεγίν, το Λάγος και την Τζαϊπούρ, όλοι με ιστορικό COVID-19 και επίμονα συμπτώματα. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε όσους χρειάστηκαν νοσηλεία και σε όσους αντιμετώπισαν τη νόσο εκτός νοσοκομείου.

Η ομίχλη εγκεφάλου καταγράφηκε στο 87,1% των νοσηλευθέντων ασθενών στις ΗΠΑ, στο 56% στην Κολομβία, στο 47,8% στη Νιγηρία και μόλις στο 12,1% στην Ινδία. Αντίστοιχα, στους μη νοσηλευθέντες, τα ποσοστά έφτασαν το 86% στις ΗΠΑ, το 62,3% στην Κολομβία, το 62,7% στη Νιγηρία και το 14,6% στην Ινδία.
Στις χώρες της Αμερικής παρατηρήθηκαν επίσης υψηλά επίπεδα κόπωσης, μυϊκών πόνων και ζάλης. Στην Κολομβία, η κόπωση αναφέρθηκε από το 74% των νοσηλευθέντων και το 71,7% όσων δεν χρειάστηκαν νοσηλεία, ενώ οι μυϊκοί πόνοι καταγράφηκαν στο 52% και 32,1% αντίστοιχα.

Η κατάθλιψη και το άγχος αναφέρθηκαν στο 68% των νοσηλευθέντων και στο 39,6% των μη νοσηλευθέντων ασθενών στην Κολομβία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα ποσοστά ήταν ακόμη υψηλότερα, ενώ στη Νιγηρία και την Ινδία παρέμειναν κάτω από το 20%.

Περιορισμοί και επόμενα βήματα

Η ανάλυση έδειξε ότι τα προφίλ συμπτωμάτων ομαδοποιούνται σε δύο βασικά μπλοκ: από τη μία οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κολομβία και από την άλλη η Νιγηρία και η Ινδία. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η χρήση διαφορετικών εργαλείων μέτρησης και η διαφορετική στάση απέναντι στη συζήτηση για την ψυχική υγεία εξηγούν μέρος αυτών των διαφορών.

Όπως σημειώνουν, η σύγκριση μεταξύ χωρών είναι δύσκολη όταν δεν χρησιμοποιούνται ενιαίες μέθοδοι συλλογής δεδομένων, ενώ τα συμπτώματα ενδέχεται να υποεκτιμώνται σε κοινωνίες όπου υπάρχει έντονο στίγμα γύρω από τα ψυχικά προβλήματα.

Στα συμπεράσματά τους τονίζουν την ανάγκη ενσωμάτωσης της φροντίδας μετά την COVID-19 στα συστήματα υγείας, με στόχο τη μακροχρόνια παρακολούθηση των ασθενών και την εφαρμογή στοχευμένων θεραπευτικών παρεμβάσεων.