30 χρόνια από τα Ίμια: Το νομικό status που διέπει τις βραχονησίδες και οι «Γκρίζες Ζώνες»

O ομότιμος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου και πρώην πρύτανης του ιδρύματος κ. Γρηγόρης Τσάλτας ανέλυσε στο Newsbomb το νομικό status, που διέπει τις βραχονησίδες και τις «Γκρίζες Ζώνες»
12'

Η κρίση των Ιμίων, πριν από ακριβώς 30 χρόνια, έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να αμφισβητήσει ανοιχτά πλέον την ελληνική κυριαρχία σε αρκετά νησιά και νησίδες του Αιγαίου, που συνιστούν, σύμφωνα με τις αντιλήψεις της γείτονος, «Γκρίζες Ζώνες».

Στην πραγματικότητα, οι «Γκρίζες Ζώνες» δεν είναι μια νέα μορφή πολέμου, αλλά μάλλον μια ύπουλη εκδήλωση της έννοιας της ειρήνης, η οποία πηγάζει από την διαδικασία μετασχηματισμού των σύγχρονων ένοπλων συγκρούσεων. Η Τουρκία ορέγεται συνδιαχείριση σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο με αφορμή και την πληθώρα ενεργειακών πρότζεκτς, που έχουν ξεκινήσει ή σχεδιάζονται στην περιοχή και προκαλεί με κάθε τρόπο την Αθήνα, αλλά και το κοινό αίσθημα.

Η Συνθήκη της Λωζάνης (1923) καθόρισε το εδαφικό καθεστώς των νησιών του Αιγαίου, αναγνωρίζοντας την ελληνική κυριαρχία στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου (Λήμνος, Σαμοθράκη, Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ικαρία), ενώ επικύρωσε την τουρκική κυριαρχία σε Ίμβρο και Τένεδο.

Συγκεκριμένα το Άρθρο 12 αναφέρει:

Η απόφαση που ελήφθη την 13η Φεβρουαρίου 1914 από τη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου για την εκτέλεση των άρθρων 5 της Συνθήκης του Λονδίνου της 17/30 Μαϊου 1913 και 15 της Συνθήκης των Αθηνών της 1/14 Νοεμβρίου 1913, που κοινοποιήθηκε στην Ελληνική Κυβέρνηση την 13η Φεβρουαρίου 1914 και αφορά στην κυριαρχία της Ελλάδας επί των νησιών της Ανατολικής Μεσογείου, εκτός της Ίμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών (Μαυρυών), δηλαδή των νησιών Λήμνου, Σαμοθράκης, Μυτιλήνης, Χίου, Σάμου και Ικαρίας, επικυρώνεται, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας Συνθήκης που είναι συναφείς προς τα νησιά, τα οποία βρίσκονται υπό την κυριαρχία της Ιταλίας, τις οποίες αναφέρει το άρθρο 15.

Εκτός από αντίθετη διάταξη της παρούσας Συνθήκης, τα νησιά που βρίσκονται σε απόσταση μικρότερων των τριών μιλίων της ασιατικής ακτής, παραμένουν στην τουρκική κυριαρχία.

Ακολουθεί η Συνθήκη της Λωζάνης:

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΩΖΑΝΗΣ

Τι είναι οι «Γκρίζες Ζώνες»

Οι «Γκρίζες Ζώνες» αποτελούν μονομερή όρο της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, με τον οποίο η Άγκυρα αμφισβητεί την κυριαρχία της Ελλάδας σε νησίδες και υδάτινες περιοχές του Αιγαίου, ισχυριζόμενη ότι το καθεστώς τους δεν είναι ξεκάθαρο. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών απορρίπτει κατηγορηματικά αυτές τις διεκδικήσεις, τονίζοντας ότι τα σύνορα είναι καθορισμένα από διεθνείς συνθήκες.

Βασικά Στοιχεία της Ελληνικής Θέσης (ΥΠΕΞ):

  • Ανυπαρξία «Γκρίζων Ζωνών»: Η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη τέτοιων περιοχών, θεωρώντας τις διεκδικήσεις ως επεκτατικές κινήσεις της Τουρκίας.
  • Διεθνές Δίκαιο & Συνθήκες: Τα σύνορα, η κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο καθορίζονται σαφώς από το Διεθνές Δίκαιο, τη Συνθήκη της Λωζάνης (1923), τη Συνθήκη των Παρισίων (1947) και άλλες διεθνείς συμβάσεις.
  • Απάντηση με χάρτες: Το ΥΠΕΞ έχει απαντήσει στις τουρκικές προκλήσεις, συμπεριλαμβανομένου του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας», με σειρά 16 χαρτών που αποτυπώνουν την πραγματικότητα βάσει του Διεθνούς Δικαίου.
  • Αντίδραση σε προκλήσεις: Η Τουρκία χρησιμοποιεί τον όρο για να αιτιολογήσει αμφισβητήσεις, όπως πρόσφατα με την ανακοίνωση θαλάσσιων πάρκων, στις οποίες η Αθήνα απαντά ότι πρόκειται για ελληνικές περιοχές.

Συμπερασματικά, για το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, οι «γκρίζες ζώνες» είναι μια τεχνητή έννοια χωρίς νομική υπόσταση, η οποία χρησιμοποιείται από την Τουρκία για να προωθήσει διεκδικήσεις κατά της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας. Οι «γκρίζες ζώνες» με λίγα λόγια είναι μια επεκτατική κίνηση της Τουρκίας στο Αιγαίο, αποτελώντας ένα διαρκές σημείο έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Ποιο είναι το νομικό στάτους που διέπει τις βραχονησίδες και οι «Γκρίζες Ζώνες»

O ομότιμος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου και πρώην πρύτανης του ιδρύματος κ. Γρηγόρης Τσάλτας* ανέλυσε στο Newsbomb το νομικό status, που διέπει τις βραχονησίδες και τις «Γκρίζες Ζώνες».

Συγκεκριμένα ανέφερε:

Το διεθνές δίκαιο της θάλασσας αναφέρεται σε καθεστώς νησιών.

Σύμφωνα με το άρθρο 121 (παρ. 2) της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπαίυ (1982) τα νησιά εξομοιώνονται με τα ηπειρωτικά εδάφη ενός παράκτιου κράτους και ως τέτοια διαθέτουν όλες τις θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας (αιγιαλίτιδα ζώνη, συνορεύουσα ζώνη, υφαλοκρηπίδα, ΑΟΖ).

Μοναδική κατά το ίδιο άρθρο (παρ. 3) περίπτωση εξαίρεσης από το εν λόγω καθεστώς είναι εκείνη που αφορά στους βράχους (rocks ή rochers) δηλαδή στην υποδεέστερη κατηγορία των νησιωτικών εδαφών μετά το νησί, τη νησίδα και την βραχονησίδα.

Σημειωτέον δε ότι σε κανένα άλλο σημείο της εν λόγω σύμβαση δεν αναφέρεται κατηγοριοποίηση των νησιωτικών εδαφών τα οποία σύμφωνα με την παρ. 1 του ίδιου πάντα άρθρου αφορούν γενικά σε μία φυσικά σχηματισμένη περιοχή ξηράς που περιβρέχεται από ύδατα και βρίσκεται πάνω από την επιφάνεια των υδάτων ακόμη και με τη μέγιστη παλίρροια.

Οι εν λόγω λοιπόν βράχοι, σύμφωνα με την παράγραφο 3 που ακολουθεί, όταν δεν διατίθενται στην ανθρώπινη επιβίωση ή δεν έχουν δική τους οικονομική ζωή τότε στερούνται τις δύο από τις τέσσερεις προαναφερθείσες θαλάσσιες καθαρώς οικονομικού χαρακτήρα ζώνες, δηλ. υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.

Συμπέρασμα

-Πρώτον και οι βράχοι ανήκουν σε επίπεδο κυριαρχίας στο παράκτιο κράτος αποτελώντας αναπόσπαστο μέρος του κυρίαρχου εδάφους του. Έτσι ως τέτοιο ακόμη και οι βράχοι διαθέτουν και αιγιαλίτιδα ζώνη και συνορεύουσα.

-Δεύτερον οι βράχοι λαμβάνονται επίσης υπόψη και για τη χάραξη και τον καθορισμό των γραμμών βάσης από τις οποίες ξεκινά η μέτρηση της αιγιαλίτιδας ζώνης καθώς και όλων των άλλων θαλάσσιων ζωνών.

Ο ομότιμος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου και πρώην πρύτανης του ιδρύματος κ. Γρηγόρης Τσάλτας

Το εν λόγω καθεστώς στηρίζεται διαχρονικώς από την Ελλάδα σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής ως αταλάντευτη εθνική θέση αναφορικά με το σεβασμό των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Αντιθέτως, για την Τουρκία αποτέλεσε τον κύριο λόγο καταψήφισης της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, λόγω της αδυναμίας της να διεκδικήσει το μισό Αρχιπέλαγος του Αιγαίου και μάλιστα με τη σύγχρονη μορφή της δήθεν Γαλάζιας Πατρίδας.

Συγκεκριμένα, η παρουσία χιλιάδων νησιωτικών υπό την ελληνική κυριαρχία εδαφών (συνολικά 9.837) με έμφαση στην εν λόγω θαλάσσια περιοχή του αρχιπελάγους αναγορεύει την Ελλάδα στην 3η αρχικά θέση παγκοσμίως όσον αφορά στο πλήθος των νησιωτικών εδαφών υπό την επικράτειά της και στην 9η θέση από πλευράς μήκους ακτών, εμποδίζει την Τουρκία να ολοκληρώσει τις αντίθετες με το διεθνές δίκαιο θέσεις της.

Τέλος, ένας από τους λόγους που η Τουρκία προσπαθεί τα τελευταία χρόνια να δημιουργήσει συνθήκες de facto πρόσβασης στον θαλάσσιο χώρο του αρχιπελάγους είναι και η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί συγκεκριμένων νησιωτικών εδαφών (βλ. Ίμια) δημιουργώντας ευρύτερες θαλάσσιες περιοχές υπό καθεστώς εδαφικής αμφισβήτησης (γκρίζες ζώνες) της ελληνικής κυριαρχίας ώστε να διεκδικήσει αποτελεσματικότερη πρόσβαση προς το κεντρικό Αιγαίο.

Και τούτο γιατί μόνον νησιωτικό έδαφος με βάση το διεθνές δίκαιο θα μπορούσε να δώσει στην Τουρκία έρεισμα διεκδίκησης de jure πρόσβασης στον θαλάσσιο χώρο του Αρχιπελάγους.

Τι αναφέρεται διεθνώς για τις «Γκρίζες Ζώνες» στις μέρες μας

Ως μια ύπουλη ειρήνη χαρακτηρίζει τις «Γκρίζες Ζώνες», ο αναλυτής επί Διεθνών Υποθέσεων με σπουδές στο Παπικό Πανεπιστήμιο Comillas, Σαούλ Μαρτίν Ρενέδο.

Όπως αναφέρει αυτή η κατηγορία εμφανίστηκε στην Πρώτη Τετραετή Στρατηγική Ανασκόπηση της Διπλωματίας και της Ανάπτυξης των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, το 2010. Το κείμενο αυτό αναφερόταν ήδη στο γεγονός ότι οι μελλοντικές προοπτικές μας επέτρεπαν να προβλέψουμε ότι οι απειλές και οι προκλήσεις που θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι ΗΠΑ θα αναπτύσσονταν σε έναν ασαφή χώρο, ούτε σε αυτόν του ανοιχτού πολέμου ούτε σε αυτόν της κανονικής ειρήνης: δηλαδή, θα λάμβαναν χώρα σε μια γκρίζα ζώνη.

Μία από τις πρώτες έγκυρες φωνές που ασχολήθηκαν με το φαινόμενο ήταν ο Αμερικανός στρατηγός Τζόζεφ Λ. Βότελ, διοικητής της Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών (USSOCOM), ο οποίος προειδοποίησε το 2015 ότι το στρατηγικό τοπίο που μας κληροδότησε η παγκοσμιοποίηση μετά τον Ψυχρό Πόλεμο χαρακτηριζόταν τόσο από έναν προοδευτικό υβριδισμό στα χρησιμοποιούμενα μέσα όσο και από την τάση των μη κρατικών φορέων να λειτουργούν σε μια περιοχή που δεν εμπίπτει στην παραδοσιακή έννοια του πολέμου και της ειρήνης.

Χωρίς αμφιβολία, ο Votel ήταν από τους πρώτους που ασχολήθηκαν άμεσα με το ζήτημα. Ωστόσο, τον ακολούθησε μια σειρά από αναλυτές και ειδικούς που, υιοθετώντας την έννοια της «γκρίζας ζώνης», προσπάθησαν να την κατηγοριοποιήσουν κατάλληλα, ώστε να της δώσουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Από αυτή την άποψη, σύμφωνα με τον Ρενέδο, είναι απαραίτητο να επισημανθούν δύο συγγραφείς: ο Philip Kapusta, αξιωματικός του Ναυτικού που είχε τοποθετηθεί στην USSOCOM, και ο εξειδικευμένος αναλυτής Michael J. Mazarr.

Ο Kapusta προσδιορίζει τρία βασικά χαρακτηριστικά:

  • Οι γκρίζες ζώνες συνεπάγονται ένα ορισμένο επίπεδο επιθετικότητας και λειτουργούν στα όρια του διεθνούς δικαίου, αν και βρίσκονται πάντα, τουλάχιστον αρχικά, κάτω από το όριο του ανοιχτού πολέμου.
  • Το αν θα χαρακτηριστούν ως πόλεμοι ή όχι εξαρτάται από την οπτική γωνία και ως εκ τούτου υπάρχει τεράστια ασάφεια σχετικά με τη φύση της σύγκρουσης.
  • Οι γκρίζες τακτικές είναι στρατηγικές που χρησιμοποιούνται από χώρες που αμφισβητούν καθιερωμένες δυνάμεις.

Χωρίς αμφιβολία, το τελευταίο σημείο αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις συνεισφορές στην προσέγγιση του Votel, καθώς υπογραμμίζει τον θεμελιώδη ρόλο των κρατών ως χρηστών αυτού του είδους των τακτικών, κάτι που δεν συνέβαινε στους πρώτους ορισμούς, όπου οι μη κρατικοί παράγοντες ήταν οι κύριοι πρωταγωνιστές.

Από την άλλη πλευρά, η εργασία του Michael J. Mazarr σχετικά με τις γκρίζες ζώνες για το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS) επισημαίνει τα ακόλουθα:

  • Οι γκρίζες ζώνες επιδιώκουν πολιτικούς στόχους μέσω συνεκτικών και ολοκληρωμένων εκστρατειών, αλλά διατηρείται ανά πάσα στιγμή ένα στοιχείο ασάφειας σχετικά με τα μέσα που χρησιμοποιούνται και τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
  • Χρησιμοποιούν κυρίως μη στρατιωτικά και μη κινητικά εργαλεία ως μέσο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων τρωτών σημείων του στοχευμένου υποκειμένου.
  • Προσπαθούν να παραμείνουν κάτω από τα βασικά όρια κλιμάκωσης ή τις κόκκινες γραμμές για να αποφύγουν τις ολοκληρωμένες, συμβατικές συγκρούσεις, θέτοντας το θύμα στη θέση να φαίνεται ότι είναι ο επιτιθέμενος εάν απαντήσει κλιμακώνοντας τη σύγκρουση.
  • Κινούνται σταδιακά προς τους στόχους τους αντί να επιδιώκουν οριστικά αποτελέσματα σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
  • Πραγματοποιούνται από χώρες που αμφισβητούν το status quo . Ο Mazarr αποκαλεί αυτές τις τελευταίες «αναθεωρητικές δυνάμεις» ή κράτη-παρίες .

Αποτελούν οι Γκρίζες ζώνες είδος πολέμου;

Με βάση τα προαναφερθέντα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι γκρίζες ζώνες, ή μάλλον οι συγκρούσεις εντός της γκρίζας ζώνης, αν και παρουσιάζονται ως αντιπαραθέσεις μεταξύ δρώντων στη διεθνή σκηνή, δεν αποτελούν είδος πολέμου, καθώς δεν επιδιώκεται άμεση σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων των αντίπαλων πλευρών.

Ούτε μπορούν να θεωρηθούν ως μια ιδιαίτερα πολεμική πολιτική ή διπλωματική στάση ενός δρώντος έναντι ενός τρίτου, επειδή αυτά τα στοιχεία από μόνα τους δεν επαρκούν για να δημιουργήσουν μια γκρίζα ζώνη.

Υπό αυτή την έννοια, και χρησιμοποιώντας τους όρους που αναφέρθηκαν, οι γκρίζες ζώνες θα αποτελούσαν ένα είδος υβριδικής απειλής, απαραίτητα ασύμμετρης φύσης. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον υβριδικό πόλεμο, δεν υπάρχει πρόθεση -τουλάχιστον εκ των προτέρων- να κλιμακωθεί η σύγκρουση, αν και αναγνωρίζεται ένας ορισμένος κίνδυνος να συμβεί κάτι τέτοιο.

*Ο Γρηγόρης Τσάλτας είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει διατελέσει Πρύτανης του Παντείου και ιδρυτικός διευθυντής του Ευρωπαϊκού Κέντρου Περιβαλλοντικής Έρευνας και Κατάρτισης. Μέλος των Δ.Σ. της Ελληνικής Εταιρείας Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων, του Ινστιτούτου του Αιγαίου του Δικαίου της Θάλασσας και του Ναυτικού Δικαίου και του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων. Κάτοχος Έδρας Jean Monnet (ΕΕ και Αναπτυσσόμενες Χώρες). Μέλος της Association Internationale du Droit de la Mer.

Το 2012 ανακηρύχθηκε chevalier dans l'ordre des Palmes Academiques από το γαλλικό κράτος. Έχει διατελέσει υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών (2010-2012), αντιπρόεδρος της Association Internationale du droit de l’urbanisme και πρόεδρος του Ομίλου UNESCO Αττικής. Έχει διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια Μαδρίτης, Sorbonne, Tilburg, Louvain la Nueve, Dubrovnick, Krakovie, Cadi Ayat, Abidjan και Κύπρου. Πτυχίο Πολιτικών Επιστημών από το Πάντειο. Μεταπτυχιακό από το Institut Européen des Hautes Etudes Internationales και μεταπτυχιακό στο Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο με ειδίκευση στο Δίκαιο της Ανάπτυξης από το Institut du Droit de la Paix et du Développemen του Πανεπιστημίου της Νίκαιας (Γαλλία).

Κατέχει Doctorat D’Etat en Droit (άριστα) στο Διεθνές Δίκαιο από το ίδιο Πανεπιστήμιο. Τα πεδία της ερευνητικής του ενασχόλησης περιλαμβάνουν: πολιτικές και διεθνές δίκαιο της ανάπτυξης, διεθνές δίκαιο και διεθνής πολιτική προστασίας του περιβάλλοντος, δίκαιο της θάλασσας, ευρωπαϊκές πολιτικές προστασίας του περιβάλλοντος, γεωγραφία στις διεθνείς σπουδές. Έχει δημοσιεύσει πολλά βιβλία και μελέτες.

Διαβάστε επίσης