Καισαριανή: «Τα καμιόνια έγιναν φέρετρα» - Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας στο Newsbomb

«Η Καισαριανή δεν ξέχασε ποτέ» - Οι άνθρωποι που πήγαιναν για εκτέλεση και τραγουδούσαν τραγούδια ελευθερίας και τον εθνικό ύμνο

Αριστοτέλης Σαρρηκώστας

Νίκος Ραζής
7'

*Φωτογραφίες & βίντεο: Νίκος Ραζής

Οι φωτογραφίες των 200 Ελλήνων κομμουνιστών που οδεύουν προς την εκτέλεση στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 έχουν κατακλύσει το ελληνικό ίντερνετ την τελευταία εβδομάδα.

Αποτελούν κομμάτι της ιστορίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους και διηγούνται μία από τις πιο βάναυσες και ωμές πτυχές της ναζιστικής κατοχής στη χώρα μας, όταν 200 αγωνιστές εκτελέστηκαν από τους Ναζί, ως αντίποινα για τη δράση της αντιστασιακής οργάνωσης του ΕΛ.ΑΣ. στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στους Μολάους Λακωνίας, όταν ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός που ήταν το στρατιωτικό σκέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), επιτέθηκε κατά του διοικητή της 41ης Μεραρχίας Οχυρών και υποστράτηγου της ναζιστικής Γερμανίας Φράντς Κρεχ, με αποτέλεσμα τον θάνατό του και ακόμα τριών μελών της συνοδείας του.

Σκοπευτήριο Καισαριανής

Από εκείνο το πρωινό της Πρωτομαγιάς του 1944 έχουν περάσει 82 χρόνια. Η Καισαριανή, όμως, δεν έχει ξεχάσει. Στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης της πόλης, όλα μαρτυρούν τα όσα εκτιλύχθηκαν κατά τη διάρκεια της Κατοχής στην περιοχή. Από τη δράση του ΕΑΜ και του ΕΛ.ΑΣ., μέχρι τους Καισαριανιώτες που εκτελέστηκαν καθ’όλη τη διάρκεια του πολέμου, και φυσικά τους 200 των οποίων η εκτέλεση αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε μέσα σε τρεις μόλις ημέρες.

Το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης της Καισαριανής

Εκεί, στο μουσείο, μπροστά από τον τοίχο που αναφέρει τα ονόματα των 200 συναντήσαμε τον κύριο Αριστοτέλη Σαρρηκώστα, έναν από τους πρώτους φωτορεπόρτερ της Ελλάδας, ο οποίος είχε απαθανατίσει με τον φακό του την ιστορική φωτογραφία που δείχνει το τανκ να ρίχνει την πόρτα του Πολυτεχνείου το 1973. Ο κύριος Αριστοτέλης, όμως, ήταν παρών και σε ακόμα μια ιστορική στιγμή της χώρα. Στην εκτέλεση των 200, το πρωινό εκείνο της Πρωτομαγιάς, όταν ήταν ακόμα επτά ετών.

Ο Αριστοτέλης Σαρρηκώστας

Πριν ξεκινήσει τη διήγησή του για την εκτέλεση, κοιτάζει με ενδιαφέρον τα αντικείμενα στον χώρο του μουσείου. «Πόσες εικόνες μου θυμίζουν αυτά. Ο κόσμος στην Κατοχή πέθαινε στους δρόμους. Έβγαινε μετά ο Δήμος με καρότσια και μάζευε τα πτώματα. Ο χειρότερος εχθρός ήταν η πείνα», σχολιάζει για την περίοδο της Κατοχής.

«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Καισαριανή. Εμείς ήμασταν έξι παιδιά στην οικογένεια κι εγώ ήμουν ο μικρότερος. Η μάνα μου, εκτελώντας χρέη και μάνας και πατέρα. Ξενοδούλευε, ξενόπλενε και προσπαθούσε κάθε μέρα να μας δώσει άλλες 24 ώρες ζωής με ένα κομμάτι γαλέτα. Εμάς μας έσωσε ο Ερυθρός Σταυρός. Πηγαίναμε μικρά κάθε πρωί και πίναμε ένα ζεστό γάλα από σκόνη και το μεσημέρι μας έδιναν σούπες από φασόλια ή μπιζέλια, που βέβαια τα κομμάτια αυτών τα ψάχναμε. Μόνο ζουμί είχε. Αλλά αυτά μας έσωσαν», περιγράφει για τα όσα ζούσε ο ίδιος ως μικρό παιδί.

Το πρωί της Πρωτομαγιάς του 1944

Και φτάνει το πρωινό της Πρωτομαγιάς του 1944. «Όπως κάθε πρωί, πήγα στο σπίτι της θείας μου και πήρα τα δύο μου ξαδέρφια, τον Βαγγέλη που ήταν 7 χρονών και την Ελένη που ήταν μικρότερη να πάμε στον Ερυθρό Σταυρό. Οι Γερμανοί είχαν κλείσει τους δρόμους και δεν άφηναν κανέναν να περάσει. Εμάς που ήμασταν παιδάκια μας είχαν μάθει και που και που μας έδιναν και καμιά σοκολάτα. Εγώ δεν άπλωσα το χέρι μου ποτέ να πάρω. Σαν να ένιωθα ένα μίσος για την κατάντια που μας είχαν φέρει. Εκείνο το πρωί, μόνο εμάς που ήμασταν παιδιά άφησαν να περάσουμε.

Στον δρόμο έβλεπα καμιόνια, γύρω στα δέκα ήταν, γεμάτα με ανθρώπους που τραγουδούσαν τραγούδια της ελευθερίας. Θυμάμαι ακόμα από τα τελευταία καμιόνια να ακούω τον εθνικό ύμνο. Τους ακούγαμε, τους βλέπαμε, αλλά δεν ξέραμε πού τους πήγαιναν. Εκείνοι, όμως, ήξεραν ότι τους πήγαιναν για εκτέλεση. Τα καμιόνια έστριψαν προς το Σκοπευτήριο, εμείς πήγαμε στο σχολείο που ήταν ο Ερυθρός Σταυρός. Μετά από δυο ώρες, μας είπαν οι άνθρωποι εκεί ότι σήμερα έπρεπε να φύγουμε νωρίτερα. Μάλλον κάτι είχαν ακούσει. Στον δρόμο της επιστροφής συναντήσαμε πάλι τα καμιόνια, τα οποία τώρα είχαν κατεύθυνση προς Αθήνα. Όμως τότε δεν είδα ανθρώπους. Πρόσεξα ότι από τα καμιόνια τώρα έσταζε αίμα. Το είδα με τα μάτια μου. Και τότε εκείνη τη στιγμή, τα καμιόνια έγιναν φέρετρα.

Τρομοκρατήθηκα. Έλεγα τι συμβαίνει; Πριν δυο ώρες από τα ίδια καμιόνια τραγουδούσαν άνθρωποι. Έτρεξα στο σπίτι πανικόβλητος και πήγα στη μάνα μου τι είχα δει και εκείνη με πήρε στην αγκαλιά της και μου είπε ‘παιδάκι μου, δεν έπρεπε να δεις αυτά τα πράγματα’. Μετά μάθαμε τι έγινε».

«Επιθυμία του λαού είναι να γίνουν οι φωτογραφίες απόκτημα της Ελλάδας»

Μιλώντας για τις φωτογραφίες που ήρθαν στο φως της δημοσιότητας την περασμένη Κυριακή, ο κύριος Αριστοτέλης Σαρρηκώστας, μας λέει πως βλέποντας τα καμιόνια στα φιλμ, του ήρθαν στη μνήμη όλες οι εικόνες του τότε. Και προσθέτει, μάλιστα, ότι ο ίδιος από τις πρώτες ημέρες άρχισε να πιστεύει πως οι φωτογραφίες είναι πραγματικές, καθώς άνθρωποι ξεκίνησαν να αναγνωρίζουν σε αυτές συγγενείς τους. «Από τη στιγμή που κόσμος άρχισε να αναγνωρίζει τον παππού του, τον θείο του, κάποιο συγγενή του, είναι πραγματικές οι φωτογραφίες. Και όντως επιβεβαιώθηκε. Και επιθυμία όλου του λαού είναι να γίνουν οι φωτογραφίες απόκτημα της Ελλάδας. Και να πάνε εκεί που πρέπει να πάνε. Και ει δυνατόν σε κάθε σχολείο. Για να δουν τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι τι έχει περάσει αυτός ο τόπος».

Τα ονόματα των 200 που εκτελέστηκαν

Η ιστορία των 200 ήρθε στο φως μέσα από ένα άλμπουμ φωτογραφίων. Στο τέλος της συζήτησής μας και μιλώντας πια ως ο φωτορεπόρτερ Αριστοτέλης Σαρρηκώστας και όχι ως ο επτάχρονος μαθητής, τόνισε ότι «το λέω και θα το λέω πάντα. Η φωτογραφία είναι το πιο ισχυρό ντοκουμέντο. Αν είναι γνήσια και δεν είναι πειραγμένη, δεν μπορεί παρά να πει την αλήθεια».

«Η Καισαριανή δεν ξέχασε»

Επισκεπτόμενοι το Σκοπευτήριο, όμως, δεν γινόταν να μην περάσουμε και από τον πραγματικό τόπο της εκτέλεσης. Εκεί συναντήσαμε τον Νίκο Σαπέρα, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καισαριανή και ως αρχιτέκτονας σχεδίασε την καγκελόπορτα που οδηγεί στο μνημείο των 200 εκτελεσθέντων. Ο ίδιος δεν ζούσε το 1944, γεννήθηκε μερικά χρόνια αργότερα, όταν ακόμα οι μνήμες της εκτέλεσης ήταν νωπές. Θυμάται, όμως, τη μητέρα του να λέει «διακόσια παλληκάρια, διακόσιες μανάδες. Ήμουν μόνη εδώ, ο παππούς σας είχε πεθάνει λίγο καιρού αφού ήρθαμε στην Καισαριανή από το Πολύγωνο. Την Πρωτομαγιά του 1944 άρχισαν από το πρωί. Είχαμε σφαλίσει πόρτες και παράθυρα. Διακόσιες μανάδες διακοσίων παλληκαριών».

Μας διηγείται την ιστορία του Σκοπευτηρίου, το οποίο για χρόνια άνηκε στην Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία, και μόλις το 2016 με ΦΕΚ παραχωρήθηκε ξανά στον Δήμο Καισαριανής, όταν και ανεγέρθηκε το μνημείο για τους 200 εκτελεσθέντες, αλλά και για όσους εκτελέστηκαν στην Καισαριανή -σχεδόν 750 στο σύνολο- την περίοδο της Κατοχής.

Για τον κ. Σαπέρα, η Καισαριανή δεν ξέχασε ποτέ. Η ιστορία ήταν εκεί. Άλλοι την ήξεραν ήδη, άλλοι, όπως ο κύριος Αριστοτέλης έζησαν ένα κομμάτι της, άλλοι την έμαθαν τώρα. Το γιατί μια τέτοια ιστορία ακούστηκε τοσο «δυνατά» 82 χρόνια μετά, ίσως είναι μεγάλη συζήτηση. Το σίγουρο είναι ότι βρήκε τον δρόμο της προς το φως και το δικό μας χρέος πια είναι να μην ξεχαστεί.

Δείτε περισσότερες φωτογραφίες

Ο μικρότερος από τους 200 εκτελεσθέντες

Διαβάστε επίσης