Ανοιχτή ακρόαση και ηχητικά μηνύματα: Γιατί μιλάμε πλέον στο κινητό σαν να είμαστε μόνοι μας
Η ανοιχτή ακρόαση, τα ηχητικά μηνύματα και τα βίντεο με τον ήχο στο τέρμα έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητας σε λεωφορεία, μετρό, αίθουσες αναμονής και καφέ - Το γκάλοπ του Newsbomb καταγράφει τις συνήθειες των πολιτών και φέρνει στο προσκήνιο ένα ερώτημα: πού τελειώνει η προσωπική μας ελευθερία και πού αρχίζει ο σεβασμός στους γύρω μας;
Snapshot
- Η ανοιχτή ακρόαση και η αναπαραγωγή ήχου χωρίς ακουστικά σε δημόσιους χώρους έχουν γίνει συνηθισμένες πρακτικές που επηρεάζουν το κοινό περιβάλλον.
- Η χρήση ηχητικών μηνυμάτων και ανοιχτής ακρόασης διευκολύνει κάποιους στην καθημερινότητά τους, επιτρέποντας παράλληλες δραστηριότητες και πιο άμεση επικοινωνία.
- Ο όρος «loudcasting» περιγράφει την αναπαραγωγή ήχου από κινητά σε δημόσιους χώρους, φαινόμενο που σχετίζεται με τη φορητή ιδιωτική επικράτεια και τη μείωση των ορίων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου.
- Η υπερβολική χρήση κινητού με ανοιχτή ακρόαση μπορεί να προκαλέσει ενόχληση και κοινωνικές εντάσεις, όπως καταδεικνύει περιστατικό ξυλοδαρμού σε αίθουσα αναμονής.
- Η σωστή χρήση των κινητών σε δημόσιους χώρους απαιτεί σεβασμό προς τους γύρω και ισορροπία μεταξύ προσωπικής ευκολίας και κοινωνικής ευαισθησίας.
Πόσες φορές έχουμε βρεθεί σε ένα μέσο μεταφοράς ή σε μια αίθουσα αναμονής και έχουμε αναγκαστεί να ακούσουμε τη συνομιλία ενός αγνώστου ή τον ήχο από τα βίντεο που παρακολουθεί στο κινητό του; Η ανοιχτή ακρόαση και η αναπαραγωγή περιεχομένου χωρίς ακουστικά έχουν γίνει συνηθισμένες εικόνες στον δημόσιο χώρο, μετατρέποντας προσωπικές στιγμές επικοινωνίας σε μια εμπειρία που μοιράζονται, χωρίς να το επιλέγουν, και οι υπόλοιποι.
Το γκάλοπ του Newsbomb καταγράφει διαφορετικές απόψεις για τη χρήση των κινητών τηλεφώνων, με ορισμένους να θεωρούν ότι η ανοιχτή ακρόαση και τα ηχητικά μηνύματα διευκολύνουν την καθημερινότητά τους, ενώ άλλοι προτιμούν τα γραπτά μηνύματα ή τις κλασικές τηλεφωνικές κλήσεις.
«Βάζουμε ανοιχτή ακρόαση, διότι κάνουμε κι άλλα πράγματα. Μπορούμε να μαγειρεύουμε, μπορεί να σκουπίζουμε», αναφέρει χαρακτηριστικά μία νεαρή περιγράφοντας την πρακτική πλευρά της συνήθειας. Για αρκετούς, η δυνατότητα να μιλούν χωρίς να κρατούν το τηλέφωνο στο αυτί εξοικονομεί χρόνο και τους επιτρέπει να κάνουν παράλληλα άλλες δουλειές.
Για άλλους, τα ηχητικά μηνύματα είναι εξίσου βολικά, επειδή μεταφέρουν περισσότερες πληροφορίες από ένα σύντομο γραπτό μήνυμα και επιτρέπουν στον αποδέκτη να ακούσει τον τόνο της φωνής, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται ο συνομιλητής.
Η ευκολία, πάντως, δεν είναι ο μοναδικός λόγος. Για έναν νέο που συμμετείχε στο γκάλοπ, τα ηχητικά αποτελούν έναν τρόπο να εκφράζεται χωρίς να εγκλωβίζεται στη διαδικασία της γραφής.
«Δεν τα πάω καλά στον γραπτό λόγο και, επειδή κάνω overthinking, με βολεύει πιο πολύ να το πω μέσα σε δέκα κουβέντες, από το να γράψω ένα κείμενο και να το υπεραναλύω», εξηγεί.
Με άλλα λόγια, η προφορική επικοινωνία τού επιτρέπει να μεταφέρει πιο γρήγορα αυτό που σκέφτεται, χωρίς να χρειάζεται να αναζητά συνεχώς την κατάλληλη διατύπωση. «Είναι κάτι πολύ πιο άμεσο», σημειώνει άλλος συμμετέχων, συνοψίζοντας το πλεονέκτημα που βλέπουν αρκετοί στα ηχητικά μηνύματα.
Δείτε το γκάλοπ του Newsbomb:
Άλλοι προτιμούν τα γραπτά και το τηλέφωνο
Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ίδια για όλους. Στο γκάλοπ του Newsbomb καταγράφονται και νέοι που δεν χρησιμοποιούν ηχητικά μηνύματα ή δεν επιλέγουν την ανοιχτή ακρόαση.
Κάποιοι προτιμούν να επικοινωνούν με γραπτά μηνύματα και τηλεφωνικές κλήσεις, ενώ άλλοι καταφεύγουν στα ηχητικά μόνο όταν δεν έχουν διάθεση να γράψουν.
«Ναι, όταν βαριέμαι να γράψω», απαντά χαρακτηριστικά ένας από τους ερωτηθέντες, δείχνοντας ότι για ορισμένους η επιλογή εξαρτάται απλώς από τη στιγμή και τη διάθεσή τους.
Υπάρχουν, επίσης, εκείνοι που εξακολουθούν να προτιμούν τα γραπτά μηνύματα, καθώς τους επιτρέπουν να παραμένουν σε ένα συγκεκριμένο θέμα και να επικοινωνούν σύντομα και συγκεκριμένα.
Όπως εξηγεί ένας νέος, τα μηνύματα είναι πιο «νταν νταν», δηλαδή πιο άμεσα και στοχευμένα. Αντίθετα, μια τηλεφωνική συνομιλία αφήνει περισσότερο χώρο για αυθόρμητη κουβέντα, ακόμη και για συζητήσεις που ξεφεύγουν από το αρχικό θέμα.
«Στο τηλέφωνο μπορείς να πεις και δυο πράγματα παραπάνω, δυο κουβεντούλες, να βγεις έξω θέματος», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η διαφορά, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στο μέσο επικοινωνίας, αλλά και στο είδος της επαφής που θέλει να έχει κάθε φορά ο χρήστης με τον συνομιλητή του.
«Βαριούνται να γράψουν» - Η εξοικονόμηση χρόνου
Ένας ακόμη λόγος που αναφέρεται στο γκάλοπ είναι η έλλειψη χρόνου. Ορισμένοι νέοι θεωρούν ότι τα ηχητικά μηνύματα και η ανοιχτή ακρόαση επιτρέπουν την ταχύτερη επικοινωνία, χωρίς να χρειάζεται να σταματήσουν αυτό που κάνουν για να πληκτρολογήσουν.
«Νομίζω ότι βαριούνται να γράψουνε», λέει ένας νεαρός, εκτιμώντας ότι η συνήθεια συνδέεται με την καθημερινή βιασύνη και την ανάγκη να γίνονται περισσότερα πράγματα ταυτόχρονα.
Από την άλλη πλευρά, η χρήση ακουστικών εμφανίζεται ως μια λύση που συνδυάζει την ευκολία της προφορικής επικοινωνίας με μεγαλύτερη συγκέντρωση και λιγότερη ενόχληση από τους ήχους του περιβάλλοντος.
Όπως εξηγεί ένας από τους νέους, προτιμά να μιλά με ακουστικά, καθώς έτσι μπορεί να εστιάζει περισσότερο στη συνομιλία και να ακούει καλύτερα τον ήχο που τον ενδιαφέρει, χωρίς να αποσπάται τόσο από τους γύρω θορύβους.
Από την ευκολία στην ενόχληση των γύρω
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο ποιος τρόπος επικοινωνίας είναι πιο βολικός. Η ανοιχτή ακρόαση και η αναπαραγωγή βίντεο σε υψηλή ένταση μεταφέρουν συχνά προσωπικές συνομιλίες και ψηφιακό περιεχόμενο σε χώρους όπου βρίσκονται άνθρωποι που δεν έχουν επιλέξει να τα ακούσουν.
Σε σχετικό δημοσίευμά της, η «Καθημερινή» εξετάζει αυτή τη μεταβολή στη συμπεριφορά των πολιτών, θέτοντας το ερώτημα πότε υποχώρησε η αίσθηση της ιδιωτικότητας στον δημόσιο χώρο. Όπως περιγράφεται στο ρεπορτάζ, οι συνομιλίες σε ανοιχτή ακρόαση, τα βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι τηλεφωνικές συζητήσεις σε υψηλή ένταση αποτελούν πλέον μέρος του καθημερινού ηχητικού περιβάλλοντος της πόλης.
Το φαινόμενο είναι γνωστό διεθνώς ως «loudcasting» και περιλαμβάνει την αναπαραγωγή ήχου από κινητές συσκευές σε δημόσιους χώρους, είτε πρόκειται για τηλεφωνικές συνομιλίες είτε για βίντεο και άλλο ψηφιακό περιεχόμενο.
Η εξάπλωσή του συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τον τρόπο που τα κινητά τηλέφωνα έχουν ενσωματωθεί στην καθημερινότητα. Η συσκευή βρίσκεται διαρκώς μαζί μας, στο λεωφορείο, στο μετρό, στη δουλειά ή σε μια αίθουσα αναμονής, δημιουργώντας την αίσθηση ότι μπορούμε να συνεχίσουμε την προσωπική μας ζωή ανεξάρτητα από το πού βρισκόμαστε.
Η «φορητή ιδιωτική επικράτεια» και τα όρια της συμπεριφοράς
Όπως αναφέρεται στο δημοσίευμα της «Καθημερινής», η αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψηφιακών Μέσων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αγγελική Γαζή, επισημαίνει ότι τα όρια ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο έχουν γίνει λιγότερο διακριτά. Η επικοινωνία μέσω της κινητής συσκευής μάς απορροφά, με αποτέλεσμα να αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε έναν προσωπικό χώρο, ακόμη κι όταν είμαστε περιτριγυρισμένοι από αγνώστους.
Από την πλευρά του, ο Πέτρος Ρούσσος, καθηγητής Γνωστικής Ψυχολογίας και Κυβερνοψυχολογίας στο ΕΚΠΑ, περιγράφει την κατάσταση μέσα από την έννοια της «φορητής ιδιωτικής επικράτειας»: ο προσωπικός μας χώρος μεταφέρεται μαζί μας μέσω του κινητού, χωρίς να περιορίζεται πλέον στο σπίτι ή σε ένα ιδιωτικό γραφείο.
Η έντονη προσήλωση στη συσκευή μπορεί, παράλληλα, να περιορίσει την επίγνωσή μας για όσα συμβαίνουν γύρω μας. Η γνωστική ψυχολογία περιγράφει ως «τύφλωση λόγω απροσεξίας» την κατάσταση κατά την οποία η συγκέντρωση σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα μάς κάνει λιγότερο πιθανό να αντιληφθούμε άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε χρήση κινητού σε δημόσιο χώρο αποτελεί πρόβλημα. Το ζήτημα προκύπτει όταν η προσωπική ευκολία αγνοεί την παρουσία και τις ανάγκες των άλλων.
Όταν η παρατήρηση γίνεται αφορμή για ένταση
Η ενόχληση από τις δυνατές συνομιλίες δεν είναι πάντα αμελητέα. Το δημοσίευμα της «Καθημερινής» αναφέρεται και σε περιστατικό σε αίθουσα αναμονής οφθαλμιατρείου στο Χαϊδάρι, όπου η παρατήρηση για δυνατή τηλεφωνική συνομιλία κατέληξε σε ξυλοδαρμό.
Το περιστατικό αναδεικνύει πόσο εύκολα μια καθημερινή διαφωνία μπορεί να ξεφύγει, όταν λείπει ο σεβασμός και η αυτοσυγκράτηση. Η συνύπαρξη σε έναν κοινό χώρο προϋποθέτει όχι μόνο την άσκηση των προσωπικών μας δικαιωμάτων, αλλά και την αναγνώριση ότι η συμπεριφορά μας επηρεάζει τους γύρω μας.
Σε άλλες χώρες έχουν ήδη υπάρξει πρωτοβουλίες για τον περιορισμό της δυνατής αναπαραγωγής ήχου στα μέσα μεταφοράς και σε χώρους εστίασης, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί και εκστρατείες που καλούν τους πολίτες να χρησιμοποιούν ακουστικά.