Από τη Λίντα Άλμα στη Μάρθα Καραγιάννη: Οι γυναίκες που έμαθαν το ελληνικό σινεμά να χορεύει

Σπουδαίες χορεύτριες και showgirls που έδωσαν στο ελληνικό σινεμά κίνηση, glamour, sex appeal και την ψευδαίσθηση ότι η Αθήνα βρισκόταν κάπου ανάμεσα στο Παρίσι και στο Broadway

Από τη Λίντα Άλμα στη Μάρθα Καραγιάννη: Οι γυναίκες που έμαθαν το ελληνικό σινεμά να χορεύει
Snapshot
  • Οι γυναίκες χορεύτριες και showgirls του παλιού ελληνικού σινεμά έφεραν κίνηση, glamour και sex appeal, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση μιας κοσμοπολίτικης Αθήνας.
  • Η Λίντα Άλμα και η Χρυσούλα Ζώκα ήταν πρωτοπόρες που έφεραν διεθνή αέρα και αριστοκρατία στο ελληνικό χορευτικό θέαμα πριν την άνθηση των μιούζικαλ.
  • Η Μάρθα Καραγιάννη συνδύαζε χορευτική παιδεία, υποκριτική ικανότητα και φυσικό sex appeal, καθιστώντας την κεντρική φιγούρα στα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη.
  • Η Ελένη Προκοπίου αντιπροσώπευε μια γενιά που μετέτρεψε την πειθαρχία του χορού σε κινηματογραφική γοητεία, ενώ η Μαρία Ιωαννίδου ενσάρκωνε τη μετάβαση της δεκαετίας του ’70 προς πιο τολμηρές εικόνες.
  • Οι γυναίκες των ελληνικών μιούζικαλ δημιούργησαν μια ψευδαίσθηση μιας πιο πλούσιας, ανέμελης και σεξουαλικά απελευθερωμένης Ελλάδας, που παραμένει ζωντανή στην οθόνη παρά την απώλειά τους.
Snapshot powered by AI

Ήταν όμορφες, αλλά αυτό ήταν σχεδόν το λιγότερο ενδιαφέρον πράγμα επάνω τους. Είχαν μάθει να μπαίνουν σε έναν χώρο και να αλλάζουν την ατμόσφαιρά του. Να κάνουν ένα φόρεμα να ζωντανεύει πάνω στο σώμα και ένα απλό πέρασμα από τη μία άκρη του πλατό στην άλλη να μοιάζει με ολόκληρη σκηνή.

Πριν από όλα αυτά, όμως, ήξεραν να πονάνε. Ώρες στην μπάρα. Ατέλειωτες πρόβες. Πληγωμένα πόδια. Η αυστηρή πειθαρχία του μπαλέτου και εκείνη η σχεδόν σκληρή απαίτηση του χορού: να επαναλαμβάνεις κάτι εκατοντάδες φορές μέχρι, μπροστά στο κοινό, να μοιάζει σαν να γεννήθηκε εκείνη τη στιγμή.

Αυτές ήταν οι γυναίκες που έμαθαν το ελληνικό σινεμά να χορεύει. Και υπήρξε μια εποχή κατά την οποία, όταν μία από αυτές έμπαινε στο πλάνο, η ιστορία μπορούσε για λίγο να σταματήσει.

Η πρόσφατη απώλεια της Ελένης Προκοπίου, στα 87 της χρόνια, μιας γυναίκας που πέρασε από τον χορό στον κινηματογράφο και από εκεί σε μια ζωή μακριά από τα φώτα, επανέφερε στη μνήμη μας μια σχεδόν χαμένη κατηγορία σταρ: τις γυναίκες που δεν χρειάστηκε ποτέ να διαλέξουν ανάμεσα στην υποκριτική και την κίνηση, γιατί για εκείνες τα δύο ήταν ένα. Η Προκοπίου ανήκε στη γενιά που έζησε τη μεγάλη άνθηση του ελληνικού μιούζικαλ.

prokopiou.webp

Η Ελένη Προκοπίου

Για να καταλάβει κανείς, όμως, από πού ήρθε αυτή η λάμψη, πρέπει να πάει λίγο πιο πίσω. Πριν από τα θρυλικά «μιούζικαλ του Δαλιανίδη», πριν από τις μεγάλες σκάλες, τα φτερά, τις πούλιες και τα κινηματογραφικά μπαλέτα. Σε μια Αθήνα όπου ο χορός είχε ήδη τις δικές του σταρ και οι γυναίκες που τον υπηρετούσαν είχαν αρχίσει να γράφουν τη δική τους ιστορία πολύ πριν γίνει μόδα. Και μία από τις πρώτες είχε ήδη φτάσει μέχρι το Παρίσι.

Πριν το ελληνικό σινεμά αποκτήσει glamour, η Λίντα Άλμα το είχε ήδη ζήσει

Η Λίντα Άλμα δεν χρειαζόταν να υποδυθεί την κοσμοπολίτισσα. Είχε υπάρξει μία. Γεννημένη ως Ελένη Μαλιούφα, άρχισε κλασικό χορό από μικρή και συνέχισε τις σπουδές της στο Παρίσι και στην Αμερική.

Για 28 χρόνια αποτέλεσε καλλιτεχνικό ζευγάρι με τον Γιάννη Φλερύ, σε μια συνεργασία που άφησε το δικό της αποτύπωμα στη σκηνή, στα νυχτερινά κέντρα και αργότερα στον κινηματογράφο.

Η διαδρομή τους δεν περιορίστηκε στην Ελλάδα. Η Άλμα ήταν από εκείνες τις σπάνιες Ελληνίδες χορεύτριες της εποχής που μπορούσαν να επιστρέψουν στην Αθήνα έχοντας ήδη γνωρίσει από κοντά τον διεθνή κόσμο του θεάματος. Αυτό φαινόταν. Υπήρχε πάνω της κάτι που δεν μπορούσε να ραφτεί σε ένα ατελιέ και δεν μπορούσε να διδαχθεί σε μία πρόβα. Η αίσθηση μιας γυναίκας που ήξερε ότι έξω από την Αθήνα υπήρχε ένας πολύ μεγαλύτερος κόσμος — και τον είχε ήδη δει.

alma-flery.jpg

Η Λίντα Άλμα και ο Γιάννης Φλερύ

Η κινηματογραφική της εμφάνιση με τον Φλερύ στο «Χαρούμενο Ξεκίνημα» το 1954 ανήκει σε μια Ελλάδα πριν από τη μεγάλη έκρηξη των μιούζικαλ. Το συγκεκριμένο χορευτικό χρειάστηκε να γυριστεί επανειλημμένα μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα.

iiiicurrencyi-iiii-02.jpg

Η Λίντα Άλμα και ο Γιάννης Φλερύ

Υπάρχει κάτι σχεδόν συμβολικό σε αυτή τη λεπτομέρεια. Η αβίαστη κομψότητα που βλέπει ο θεατής ήταν, σχεδόν πάντα, αποτέλεσμα εξαντλητικής δουλειάς.

Χρυσούλα Ζώκα: Η αριστοκρατική κίνηση που μάγευε τον ελληνικό κινηματογράφο

Η Χρυσούλα Ζώκα υπήρξε μία από τις πιο κομψές και αριστοκρατικές παρουσίες του ελληνικού χορού, μια γυναίκα που μπορούσε με μία μόνο κίνηση να αιχμαλωτίσει το βλέμμα. Ψηλόλιγνη, με ιδιαίτερη ομορφιά και έμφυτη χάρη, διέθετε εκείνη τη σπάνια ποιότητα που έκανε ακόμη και τις πιο απαιτητικές χορογραφίες να μοιάζουν αβίαστες.

Μαζί με τον Μανώλη Καστρινό αποτέλεσαν ένα από τα χαρακτηριστικά χορευτικά ζευγάρια εκείνης της περιόδου. Ο κινηματογράφος τούς κατέγραψε μαζί, μεταξύ άλλων, στην «Κυρία του Κυρίου».

Η παρουσία της στην εμβληματική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, αλλά και οι κινηματογραφικές εμφανίσεις της, συμπύκνωσαν το προσωπικό της ύφος: έναν χορό χωρίς επιτήδευση, όπου η τεχνική κρυβόταν πίσω από την κομψότητα και κάθε βήμα είχε την αίσθηση φυσικής, σχεδόν αριστοκρατικής κίνησης.

zoka-kastrinos.jfif

Η Χρυσούλα Ζώκα και ο Μανώλης Καστρινός

Και γύρω από την Άλμα και τη Ζώκα υπήρχε ήδη ένας ολόκληρος κόσμος: η Μαρία ντε Πετρίλλο, η Έλσα Ρίζου, η Μίρκα Καλατζοπούλου, η Ρέα Μανέλη — γυναίκες των θεάτρων, των μπαλέτων, της επιθεώρησης και των κοσμικών κέντρων. Πρόσωπα που μπορεί να μη διατήρησαν όλα την αναγνωρισιμότητα των μεγάλων κινηματογραφικών σταρ, αλλά έχτισαν τη χορευτική γλώσσα πάνω στην οποία θα στηριζόταν λίγο αργότερα το μεγάλο ελληνικό μιούζικαλ.

Και τότε μπήκε στο δωμάτιο ο Γιάννης Δαλιανίδης. Η μουσική δυνάμωσε.Τα φορέματα κόντυναν. Και η Ελλάδα απέκτησε τη Μάρθα.

Η Μάρθα δεν χρειαζόταν να γίνει showgirl, ήταν ήδη star

Υπάρχει κάτι σχεδόν άδικο στο να περιγράφεις τη Μάρθα Καραγιάννη μόνο ως χορεύτρια. Γιατί η Μάρθα δεν ήταν ποτέ μόνο ένα πράγμα. Ήταν η κοπέλα με χορευτική παιδεία που μπορούσε να σταθεί μέσα σε μια σύνθετη χορογραφία.

Ήταν η κωμική ηθοποιός που μπορούσε να χαλάσει η ίδια την εικόνα της για χάρη μιας ατάκας. Και ήταν μια γυναίκα με αρκετό sex appeal ώστε να φορέσει φτερά και πούλιες χωρίς ποτέ να μοιάζει μεταμφιεσμένη.

Αυτό ήταν το παράδοξό της. Ήταν glamorous χωρίς να είναι απόμακρη. Σέξι χωρίς να φαίνεται ότι προσπαθούσε. Και εντυπωσιακή χωρίς να παίρνει ποτέ υπερβολικά στα σοβαρά την ίδια της την ομορφιά.

1790697557920-869284142-karagianni.jpg

Η Μάρθα Καραγιάννη

Στα «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο», «Κάτι να Καίει» και «Κορίτσια για Φίλημα» συναντήθηκε με τη Χλόη Λιάσκου μέσα στον κόσμο που κατασκεύαζε ο Δαλιανίδης: έναν κόσμο όπου οι νεαρές Αθηναίες μπορούσαν ξαφνικά να ζουν μέσα σε χορογραφίες, κοστούμια και μουσικά νούμερα που φιλοδοξούσαν να κοιτάξουν κατάματα τα ξένα μιούζικαλ.

iiiii-iiiiiiiiii-07.jpg

Η Μάρθα Καραγιάννη και ο Βαγγέλης Σειληνός στην ταινία «Ο Ξυπόλητος Πρίγκηψ»

Στη Μάρθα, όμως, συνέβαινε κάτι ιδιαίτερο. Δεν έμοιαζε ποτέ να ζητά την προσοχή. Την είχε ήδη. Ένα γύρισμα του κεφαλιού, ένα χαμόγελο, μια μικρή ειρωνεία στο βλέμμα — και η σκηνή είχε αποκτήσει κέντρο βάρους.

karagianni.webp

Η Μάρθα Καραγιάννη

Η αέρινη Χλόη Λιάσκου

Δίπλα στη Μάρθα, η Χλόη Λιάσκου έμοιαζε να ανήκει σε άλλο είδος θηλυκότητας. Ήταν λεπτή, αέρινη, νεανική. Λιγότερο Sophia Loren, περισσότερο gamine των ευρωπαϊκών ’60s.

liaskou.jpg

Και ο χορός βρισκόταν πίσω από αυτή την εικόνα. Η Λιάσκου συμμετείχε στα «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο», «Κάτι να Καίει», «Κορίτσια για Φίλημα» και «Ραντεβού στον Αέρα», αναδεικνύοντας σε όλα τη χορευτική της παιδεία. Εκεί όπου η Μάρθα κατακτούσε το πλάνο, η Χλόη σχεδόν γλιστρούσε μέσα του. Δεν υπήρχε τίποτα βαρύ επάνω της. Ούτε όταν τα κοστούμια ήταν υπερβολικά .Ούτε όταν η χορογραφία ήταν απαιτητική. Είχε το σπάνιο χάρισμα των πραγματικά εκπαιδευμένων χορευτών: έκανε το σώμα της να μοιάζει ελαφρύτερο από όσο είναι ένα ανθρώπινο σώμα.

Ελένη Προκοπίου: Η σταρ με την σκοτεινή λάμψη που εγκατέλειψε πρόωρα τα φώτα του σινεμά

Η Ελένη Προκοπίου δεν υπήρξε ποτέ η πιο θορυβώδης γυναίκα αυτής της παρέας. Ίσως γι’ αυτό η εικόνα της διατηρεί ακόμη κάτι από μυστήριο. Είχε τη σκοτεινή ομορφιά, την πειθαρχία της χορεύτριας και εκείνη την αίσθηση εσωτερικής αυτοκυριαρχίας που είναι δύσκολο να προσποιηθεί κανείς.

Από το 1960 μέχρι το 1972 εμφανίστηκε σε 23 ταινίες, με τον χορό να αποτελεί σημαντικό στοιχείο αρκετών ρόλων της, προτού επιλέξει να απομακρυνθεί από την καλλιτεχνική ζωή.

Το star system έχει έναν άγριο τρόπο να γερνά τους ανθρώπους μπροστά στο κοινό. Η Προκοπίου δεν του το επέτρεψε. Στη συλλογική εικόνα έμεινε σχεδόν εκεί όπου την αφήσαμε να μας λέει «μένουμε πάντα παιδιά».

Με το σώμα μιας χορεύτριας.Και τη μουσική έτοιμη να ξεκινήσει. Η απουσία της κάνει σήμερα αυτή την εικόνα ακόμη πιο έντονη. Γιατί η Ελένη Προκοπίου δεν υπήρξε απλώς μία από τις γυναίκες που χόρεψαν στο ελληνικό σινεμά. Υπήρξε μέρος εκείνης της σπάνιας γενιάς που κατάφερε να μετατρέψει την πειθαρχία του χορού σε κινηματογραφική γοητεία.

Μαρία Ιωαννίδου: Οταν τα ’70s μπήκαν στο πλάνο

Η Μαρία Ιωαννίδου ήρθε λίγο αργότερα. Και φαινόταν. Όχι στην τεχνική της — αυτή εξακολουθούσε να ανήκει στην αυστηρή παράδοση των γυναικών που είχαν μάθει τον χορό από μικρές. Στην εικόνα της. Τα ’70s πλησίαζαν.

Τα μαλλιά απελευθερώνονταν, τα φορέματα μίκραιναν, το σώμα έπαυε σιγά σιγά να παρουσιάζεται με την άκαμπτη κομψότητα της προηγούμενης δεκαετίας. Η γυναίκα του ελληνικού μιούζικαλ γινόταν πιο τολμηρή. Πιο σωματική. Λιγότερο «κορίτσι» και περισσότερο γυναίκα. Και η Ιωαννίδου ήταν ιδανική γι’ αυτή τη μετάβαση.

ioannidou-seilinos.jpg

Σήμερα, πολλές δεκαετίες μετά, οι φιγούρες της Λίντα Άλμα, της Μάρθας Καραγιάννη, της Ελένης Προκοπίου και όλων εκείνων των σταρ εξακολουθούν να κινούνται μέσα στη συλλογική μνήμη σαν να μην πέρασε χρόνος. Δεν υπήρξαν απλώς γυναίκες που χόρεψαν μπροστά στην κάμερα· έδωσαν ρυθμό, φινέτσα και ταυτότητα σε μια ολόκληρη εποχή.

Με το σώμα, την κίνηση και τη σκηνική τους παρουσία διαμόρφωσαν την αισθητική του ελληνικού κινηματογράφου, έκαναν το κοινό να ονειρεύεται και άφησαν πίσω τους ένα πρότυπο θηλυκότητας που συνδύαζε χάρη, δύναμη και ελευθερία. Αυτή είναι και η πιο ουσιαστική κληρονομιά τους: κάθε φορά που οι παλιές ταινίες ξαναζωντανεύουν στην οθόνη, επιστρέφει μαζί τους και εκείνος ο ιδιαίτερος ρυθμός μιας εποχής που έκανε τον χορό αναπόσπαστο κομμάτι της κινηματογραφικής της γλώσσας.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή