Από το Σινά στο Ριάντ: Ο Μητσοτάκης παίρνει πάνω του τη διπλωματική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής

Μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η Αθήνα επενδύει σε έναν νέο κύκλο επαφών με τον αραβικό κόσμο – Η συμφωνία για τη Μονή Σινά, η επανεκκίνηση των συνομιλιών με την Αίγυπτο για την ΑΟΖ και η επίσκεψη-αστραπή στη Σαουδική Αραβία Αλλαγή στάσης από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ 

Από το Σινά στο Ριάντ: Ο Μητσοτάκης παίρνει πάνω του τη διπλωματική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής
Snapshot
  • Η Ελλάδα προωθεί νέες διπλωματικές πρωτοβουλίες στη Μέση Ανατολή, με κεντρικούς άξονες τη συμφωνία για τη Μονή Σινά, την επανεκκίνηση των συνομιλιών για την ΑΟΖ με την Αίγυπτο και την ενίσχυση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία.
  • Η συμφωνία για τη Μονή Αγίας Αικατερίνης κατοχυρώνει τον ελληνορθόδοξο χαρακτήρα της και τη μοναστική ζωή, με εγγύηση της αιγυπτιακής πλευράς, και αποτελεί σημαντικό διπλωματικό επίτευγμα για την Ελλάδα.
  • Οι συνομιλίες Ελλάδας-Αιγύπτου για την οριοθέτηση της ΑΟΖ επανέρχονται, με στόχο την ενίσχυση της ελληνικής θέσης στην Ανατολική Μεσόγειο απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο.
  • Η επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Ριάντ ενίσχυσε την αμυντική συνεργασία μέσω της παραμονής των πυροβολαρχιών Patriot και προώθησε οικονομικές και τεχνολογικές συνεργασίες, όπως το έργο East to Med Data Corridor.
  • Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ άλλαξε στάση και χαρακτηρίζει πλέον το τουρκολιβυκό μνημόνιο «προκλητικό και μη εποικοδομητικό», γεγονός που ενισχύει τη διπλωματική θέση της Ελλάδας στη διεθνή σκηνή.
Snapshot powered by AI

Σε μια περίοδο κατά την οποία η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή επηρεάζει άμεσα τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να δώσει προσωπικό πολιτικό βάρος στην ελληνική διπλωματία, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες που υπερβαίνουν τα στενά όρια μιας σειράς διμερών συναντήσεων. Από τη διευθέτηση του ζητήματος της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά και την επανεκκίνηση των συνομιλιών με την Αίγυπτο για την οριοθέτηση της ΑΟΖ μέχρι την επίσκεψη-αστραπή στο Ριάντ και τη συνάντηση με τον διάδοχο του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, διαμορφώνεται ένα πλέγμα κινήσεων με κοινό παρονομαστή την ενίσχυση των ελληνικών συμμαχιών.

Το μήνυμα που εκπέμπει το Μέγαρο Μαξίμου είναι σαφές: απέναντι στις αναθεωρητικές διεκδικήσεις και στις απόπειρες δημιουργίας τετελεσμένων στην περιοχή, η Ελλάδα επιδιώκει να απαντήσει με διπλωματική παρουσία, στρατηγικές συνεργασίες και συμφωνίες που εδράζονται στο διεθνές δίκαιο.

Η νέα κινητικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το βάρος του τουρκολιβυκού μνημονίου, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή ανησυχίας για την Αθήνα. Η ελληνική πλευρά επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της μέσα από ένα ευρύτερο δίκτυο περιφερειακών σχέσεων, με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία να διατηρούν κομβική θέση σε αυτή την εξίσωση.

Το Σινά ως διπλωματικό και στρατηγικό στοίχημα

Η συμφωνία μεταξύ της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά και του αιγυπτιακού κράτους αποτελεί την πρώτη σημαντική εξέλιξη αυτού του νέου διπλωματικού κύκλου. Η ελληνική κυβέρνηση την παρουσιάζει ως αποτέλεσμα επίμονων διαβουλεύσεων, οι οποίες αποσκοπούν στην επίλυση μιας μακρόχρονης θεσμικής εκκρεμότητας και στην κατοχύρωση του ελληνορθόδοξου χαρακτήρα ενός από τα σημαντικότερα μνημεία της Ορθοδοξίας.

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, το προβλεπόμενο νομικά δεσμευτικό πλαίσιο κατοχυρώνει τον θρησκευτικό χαρακτήρα και τον μοναστικό τρόπο ζωής της Μονής, καθώς και την αποκλειστική χρήση και κατοχή των χώρων λατρείας από την αδελφότητα, με εγγύηση της αιγυπτιακής πλευράς. Η συμφωνία προβλέπει, σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις, και ρυθμίσεις για τη μακροχρόνια παραμονή των μοναχών.

Ο πρωθυπουργός χαρακτήρισε την εξέλιξη «ιστορικής σημασίας», κάνοντας λόγο για αντιμετώπιση μιας εκκρεμότητας που ανάγεται σε βάθος περίπου 1.500 ετών. Στην κυριακάτικη ανάρτησή του συνέδεσε ευθέως το αποτέλεσμα με την ανάγκη η Ελλάδα να αντιμετωπίζει τις αναθεωρητικές διεκδικήσεις των γειτόνων της μέσα από ισχυρές συμμαχίες στον αραβικό κόσμο, διάλογο και νομικά δεσμευτικές συμφωνίες.

Η προσωπική εμπλοκή του Κυριάκου Μητσοτάκη αποτυπώθηκε και στην τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Αρχιεπίσκοπο Σινά, Φαράν και Ραϊθώ, Συμεών. Ο πρωθυπουργός εξέφρασε τη στήριξη της ελληνικής πλευράς, ενώ η κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι χειρισμοί έγιναν σε συνεργασία με την Αίγυπτο και με σεβασμό στην αυτονομία της Μονής.

Για την Αθήνα, το ζήτημα δεν περιορίζεται στη θρησκευτική και ιστορική του διάσταση. Αποτελεί και μια δοκιμασία της δυνατότητας διατήρησης σταθερών διαύλων με το Κάιρο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι δύο χώρες έχουν ανοιχτά ζητήματα στρατηγικής σημασίας, με κυριότερο την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών τους.

Το επόμενο στοίχημα με το Κάιρο είναι η ΑΟΖ

Η επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων Ελλάδας και Αιγύπτου για την οριοθέτηση του υπόλοιπου τμήματος της μεταξύ τους Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης αποτελεί τη δεύτερη κρίσιμη παράμετρο. Η συμφωνία του 2020 είχε δημιουργήσει μια σημαντική βάση συνεργασίας, χωρίς να καλύψει το σύνολο της θαλάσσιας οριοθέτησης.

Η επαναφορά του θέματος στο τραπέζι των συνομιλιών αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα εξαιτίας του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η Αθήνα επιδιώκει να ενισχύσει τις σχέσεις της με χώρες που έχουν ουσιαστικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο και να διαμορφώσει συνθήκες που θα περιορίζουν τα περιθώρια διπλωματικών κινήσεων της Άγκυρας.

Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η επανεκκίνηση των συνομιλιών ισοδυναμεί με συμφωνία οριοθέτησης. Οι διαπραγματεύσεις θα κριθούν από το περιεχόμενό τους, τις τεχνικές παραμέτρους και τη δυνατότητα των δύο πλευρών να καταλήξουν σε αμοιβαία αποδεκτή λύση. Ωστόσο, η πολιτική απόφαση να επανέλθει το ζήτημα στην ατζέντα δείχνει ότι η Αθήνα επιδιώκει να διατηρήσει ενεργή τη διπλωματική πρωτοβουλία.

Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης χαρακτήρισε τη συμφωνία για τη Μονή Σινά ιστορική ημέρα για τον Ελληνισμό και την Ορθοδοξία, επισημαίνοντας ότι δημιουργείται ένα σταθερό νομικό θεμέλιο για το καθεστώς της Μονής. Η τοποθέτησή του εντάσσεται στη συνολική κυβερνητική γραμμή, η οποία αντιμετωπίζει την αιγυπτιακή διάσταση τόσο ως ζήτημα προστασίας της ορθόδοξης κληρονομιάς όσο και ως κρίσιμο πεδίο περιφερειακής συνεργασίας.

Η πρόκληση για την ελληνική διπλωματία είναι πλέον να μετατρέψει το θετικό κλίμα σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, χωρίς να θεωρεί δεδομένη τη σύμπτωση συμφερόντων Αθήνας και Καΐρου σε κάθε επιμέρους ζήτημα.

Η αποστολή-αστραπή στο Ριάντ και οι Patriot

Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σαουδική Αραβία, την Κυριακή 25 Οκτωβρίου, έρχεται να προσθέσει μια ακόμη διάσταση στην κινητικότητα της Αθήνας. Ο πρωθυπουργός συναντήθηκε με τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την ευρύτερη περιοχή.

Η αποστολή πραγματοποιήθηκε παρά την ακύρωση της Συνόδου Ευρωπαϊκής Ένωσης – χωρών του Κόλπου, η οποία είχε προγραμματιστεί για τις 24 και 25 Οκτωβρίου και ματαιώθηκε για λόγους ασφαλείας. Η επιλογή να διατηρηθεί η διμερής συνάντηση αναδεικνύει τη σημασία που αποδίδει η Αθήνα στην απευθείας επικοινωνία με το Ριάντ.

Στην ατζέντα βρέθηκαν οι στρατηγικές σχέσεις των δύο χωρών, η άμυνα, η ενέργεια, η συνδεσιμότητα και οι περιφερειακές εξελίξεις, με ιδιαίτερη έμφαση στο Ιράν και στην ασφάλεια των θαλάσσιων οδών.

Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η ελληνική πυροβολαρχία Patriot, η οποία βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία από το 2021 και συμβάλλει στην προστασία κρίσιμων ενεργειακών εγκαταστάσεων στο Γιανμπού, στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας. Ο πρωθυπουργός καταδίκασε τις επιθέσεις κατά του Βασιλείου και εξέφρασε την έμπρακτη αλληλεγγύη της Ελλάδας, ενημερώνοντας τον Σαουδάραβα διάδοχο ότι η Αθήνα ανταποκρίνεται θετικά στο αίτημα για παραμονή των Patriot στη χώρα, υπό τις παρούσες συνθήκες.

Η συγκεκριμένη συνεργασία έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, ενισχύει την αμυντική σχέση Αθήνας και Ριάντ. Από την άλλη, προσφέρει στην Ελλάδα έναν πιο ενεργό ρόλο στην προστασία κρίσιμων ενεργειακών υποδομών και στη διατήρηση της περιφερειακής ασφάλειας.

Παράλληλα, οι δύο ηγέτες συζήτησαν την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και την απρόσκοπτη λειτουργία του παγκόσμιου εμπορίου. Για την Ελλάδα, με την ισχυρή παρουσία της στη διεθνή ναυτιλία, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή προτεραιότητα, αλλά ζήτημα άμεσου εθνικού και οικονομικού ενδιαφέροντος.

Στο οικονομικό και τεχνολογικό πεδίο, ξεχωρίζει το έργο East to Med Data Corridor, το οποίο αποσκοπεί στη διασύνδεση Ευρώπης και Ασίας μέσω Ελλάδας και Σαουδικής Αραβίας. Η συνεργασία αυτή διευρύνει το πεδίο των ελληνοσαουδαραβικών σχέσεων πέρα από την άμυνα, δημιουργώντας προοπτικές για επενδύσεις στις ψηφιακές υποδομές και για την ανάδειξη της Ελλάδας σε κόμβο διασύνδεσης μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών και οικονομικών περιοχών.

Οι δύο πλευρές συζήτησαν, επίσης, την επόμενη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Στρατηγικής Συνεργασίας, που θεσμοθετήθηκε με την πρώτη συνεδρίασή του τον Ιανουάριο του 2025.

Ο αραβικός κόσμος στο επίκεντρο της ελληνικής στρατηγικής

Το Σινά, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία δεν αποτελούν αποκομμένα επεισόδια. Συνθέτουν διαφορετικές όψεις μιας ευρύτερης προσπάθειας να διατηρήσει η Ελλάδα ισχυρές σχέσεις με κρίσιμους περιφερειακούς παίκτες.

Η Αίγυπτος είναι αναγκαίος συνομιλητής για την Ανατολική Μεσόγειο, τις θαλάσσιες ζώνες και τη σταθερότητα στην περιοχή. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει σημαντικό γεωπολιτικό και οικονομικό βάρος στον Κόλπο, ενώ η αμυντική συνεργασία και οι ενεργειακές και ψηφιακές διασυνδέσεις προσφέρουν πρακτικό περιεχόμενο στη διμερή σχέση.

Το ζητούμενο για την Αθήνα είναι να διαμορφώσει ένα δίκτυο συνεργασιών που θα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής διπλωματικής ισχύος. Οι συμμαχίες, ωστόσο, δεν είναι στατικές ούτε εξασφαλίζουν αυτομάτως την ταύτιση συμφερόντων. Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιεί τις συγκλίσεις, γνωρίζοντας ότι κάθε χώρα της περιοχής διατηρεί τη δική της ατζέντα και τις δικές της προτεραιότητες.

Σε αυτό το περιβάλλον, η προσωπική εμπλοκή του πρωθυπουργού δείχνει την πρόθεση του Μεγάρου Μαξίμου να κρατήσει την εξωτερική πολιτική ψηλά στην κυβερνητική ατζέντα. Η αποτελεσματικότητα, όμως, θα κριθεί από τη συνέχεια: από το εάν η διπλωματική κινητικότητα θα οδηγήσει σε συγκεκριμένες συμφωνίες, από την πρόοδο στις συνομιλίες για την ΑΟΖ και από το κατά πόσο οι σχέσεις με τις χώρες του Κόλπου θα αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος.

Η πολιτική αντιπαράθεση και η απάντηση Μαρινάκη

Η διπλωματική κινητικότητα συνοδεύεται και από εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Η συμφωνία για τη Μονή Σινά βρέθηκε στο επίκεντρο της σύγκρουσης κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ, μετά το αίτημα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να δοθεί στη δημοσιότητα το πλήρες κείμενό της.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης απάντησε ότι η συμφωνία θα δημοσιοποιηθεί μόλις ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία, τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Δεν θα είναι κρυφή η συμφωνία».

Παράλληλα, εξαπέλυσε επίθεση κατά του ΠΑΣΟΚ, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία έχει τη στήριξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, καθώς και των Ιερών Συνόδων της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Εκκλησίας της Κύπρου. «Δεν κάνουν πλέον αντιπολίτευση στον Μητσοτάκη, δεν κάνουν πλέον αντιπολίτευση στη Νέα Δημοκρατία. Κάνουν αντιπολίτευση στη χώρα», ανέφερε, ανεβάζοντας τους τόνους της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία εστιάζει στη σημασία του αποτελέσματος και στη στήριξη που, όπως υποστηρίζει, έχει εξασφαλίσει η συμφωνία από εκκλησιαστικούς θεσμούς. Από την άλλη πλευρά, η δημοσιοποίηση του κειμένου παραμένει κρίσιμη για την πλήρη αποτίμηση των όρων και των δεσμεύσεων που αναλαμβάνονται.

Σε μια υπόθεση με ιστορικό, θρησκευτικό και διπλωματικό βάρος, η διαφάνεια δεν είναι αντίθετη με την εθνική στόχευση. Αντιθέτως, μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία των κυβερνητικών χειρισμών και να επιτρέψει μια ουσιαστική συζήτηση για τα πραγματικά οφέλη της συμφωνίας.

Αλλαγή στάσης από την Ουάσιγκτον – Διπλωματικό κέρδος για την Αθήνα

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαρακτηρίζει πλέον «προκλητική και μη εποικοδομητική» την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, μετά τις αρχικές ίσες αποστάσεις – Οι κινήσεις της Αθήνας και ο μαραθώνιος επαφών για την ενίσχυση των ελληνικών θέσεων.

Σημαντική διαφοροποίηση στη δημόσια τοποθέτηση της Ουάσιγκτον για το τουρκολιβυκό μνημόνιο καταγράφεται μετά τη νεότερη παρέμβαση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Μόλις λίγα εικοσιτετράωρα μετά την αρχική αμερικανική απάντηση, η οποία απέφευγε να χαρακτηρίσει ευθέως την επικύρωση του μνημονίου και παρέπεμπε την Ελλάδα και την Τουρκία σε διμερή διάλογο, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών κάνει λόγο πλέον για «μη εποικοδομητική και προκλητική εξέλιξη», επισημαίνοντας ότι η κίνηση αυξάνει τις εντάσεις στην περιοχή.

Η διατύπωση αυτή συνιστά σαφέστερη δημόσια αποδοκιμασία της συγκεκριμένης εξέλιξης και προσφέρει στην Αθήνα ένα σημαντικό διπλωματικό επιχείρημα. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, πάντως, διευκρινίζει ότι η πάγια θέση του δεν έχει αλλάξει, ενώ εξακολουθεί να καλεί τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου σε καλόπιστες διαπραγματεύσεις και την Ελλάδα και την Τουρκία σε διμερή διάλογο.

Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κυβέρνηση εντείνει τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της, από την Αίγυπτο και τη συμφωνία για τη Μονή Σινά μέχρι τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Στην Αθήνα εκτιμούν ότι η συστηματική ανάδειξη των ελληνικών θέσεων και η ενεργοποίηση των περιφερειακών και διεθνών εταίρων μπορούν να ενισχύσουν τη διπλωματική πίεση απέναντι σε κινήσεις που αμφισβητούν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.

Το αμερικανικό μήνυμα αποτελεί, συνεπώς, θετική εξέλιξη για την ελληνική διπλωματία. Δεν συνιστά, ωστόσο, από μόνο του ανατροπή της αμερικανικής πολιτικής ούτε υιοθέτηση του συνόλου των ελληνικών θέσεων. Το πραγματικό στοίχημα για την Αθήνα είναι να αξιοποιήσει τη συγκεκριμένη τοποθέτηση, ώστε να εξασφαλίσει ευρύτερη διεθνή στήριξη και να μετατρέψει τη διπλωματική κινητικότητα των τελευταίων ημερών σε απτά αποτελέσματα.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή