Η βία δεν ρίχνει την ακρίβεια, ούτε χτίζει το αύριο

Από τη Γαλλία μέχρι την Ελλάδα, η οργή της νεολαίας δεν μπορεί να γίνεται άλλοθι για την πολιτική αμηχανία. Το «άντε και στα δικά μας» δεν είναι σχέδιο διακυβέρνησης, αλλά μια επικίνδυνη σύγχυση ανάμεσα στη διαμαρτυρία και την καταστροφή.

Η βία δεν ρίχνει την ακρίβεια, ούτε χτίζει το αύριο

Υπάρχει μια λεπτή, αλλά απολύτως κρίσιμη γραμμή ανάμεσα στην κοινωνική διαμαρτυρία και στην πολιτική εκμετάλλευση της οργής. Και κάθε φορά που οι εικόνες από τη Γαλλία με τις συγκρούσεις, τις καταστροφές και την ένταση επιστρέφουν στην επικαιρότητα, κάποιοι σπεύδουν να αναζητήσουν όχι τα αίτια της κοινωνικής δυσαρέσκειας, αλλά το πώς αυτή μπορεί να μεταφερθεί στην ελληνική πολιτική σκηνή.

Εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Κακά τα ψέματα. Η βία δεν μειώνει τις τιμές στο σούπερ μάρκετ, δεν κάνει φθηνότερο το ενοίκιο, δεν αυξάνει τον μισθό και δεν δημιουργεί θέσεις εργασίας. Δεν προσφέρει ασφάλεια σε μια οικογένεια που μετράει τα ευρώ μέχρι το τέλος του μήνα και δεν δίνει προοπτική σε έναν νέο που αναρωτιέται αν μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς στην Ελλάδα.

Η κοινωνική αγανάκτηση είναι σίγουρα μια πραγματικότητα που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κρυφτεί κάτω από το χαλί. Όμως έχει αιτίες και η πολιτική οφείλει να τις αντιμετωπίζει. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, οι ανισότητες και η ανασφάλεια, το μεταναστευτικό δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιος έσπασε μια βιτρίνα ή συγκρούστηκε με την Αστυνομία ή επειδή μπήκε σε ένα κατάστημα να κλέψει ρούχα. Αντίθετα, όταν η διαμαρτυρία εκτρέπεται σε καταστροφές, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από τα προβλήματα που γέννησαν την οργή στα επεισόδια που την ακολούθησαν.

Και τελικά, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό; Συνήθως οι ίδιοι οι πολίτες, οι εργαζόμενοι, οι μικρομεσαίοι και οι κάτοικοι των περιοχών που βρίσκονται στο επίκεντρο των συγκρούσεων.

Όταν η οργή γίνεται πολιτικός τακτικισμός

Στην Ελλάδα, η συζήτηση αποκτά πρόσθετο ενδιαφέρον όταν ορισμένοι αντιμετωπίζουν τις εικόνες από τη Γαλλία ως ένα μοντέλο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί και εδώ, με τελικό στόχο την πολιτική ανατροπή του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ασφαλώς, η κυβέρνηση δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Αντιθέτως, οφείλει να απαντά για την ακρίβεια, τις κοινωνικές ανισότητες, τη λειτουργία των θεσμών και κάθε πολιτική που επηρεάζει την καθημερινότητα των πολιτών. Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση να δίνει λύσεις και όχι να κάνει τον σχολιαστή των προβλημάτων… Η αντιπολίτευση έχει δικαίωμα, αλλά και υποχρέωση, να ασκεί αυστηρό έλεγχο, να οργανώνει κινητοποιήσεις και να προτείνει εναλλακτικές λύσεις.

Όμως, άλλο η πολιτική αντιπαράθεση και άλλο η επένδυση στην ένταση με την προσδοκία ότι η κοινωνική αναταραχή θα λειτουργήσει ως υποκατάστατο μιας πειστικής εναλλακτικής πρότασης εξουσίας.

Η πραγματική πρόκληση για κάθε αντιπολίτευση δεν είναι να καταφέρει να βγάλει τον κόσμο στους δρόμους απλά για να τα σπάσει. Είναι να εξηγήσει τι θα κάνει όταν αυτός ο κόσμος επιστρέψει στα σπίτια του. Πώς θα αντιμετωπίσει την ακρίβεια; Πώς θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα; Πώς θα εξασφαλίσει προσιτή στέγη; Πώς θα δώσει στους νέους την αίσθηση ότι το μέλλον τους δεν είναι μια διαρκής αναβολή;

Αντί για απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, οι εύκολες προτροπές για σύγκρουση μπορεί να προσφέρουν πρόσκαιρη δημοσιότητα και πολιτικό θόρυβο. Δεν συνιστούν, όμως, από μόνες τους κυβερνητική πρόταση.

Και κυρίως, δεν δικαιολογούν να αντιμετωπίζεται η νεολαία ως καύσιμη ύλη για τις επιδιώξεις οποιουδήποτε πολιτικού χώρου.

Το «άντε και στα δικά μας» και το όριο της ευθύνης

Μέσα σε αυτό το κλίμα ακούστηκε και η περίφημη φράση «άντε και στα δικά μας», από έναν νεαρό που, σύμφωνα με την πολιτική του διαδρομή, προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και πλέον κινείται στον χώρο της ΕΛ.Α.Σ. — της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, όπως αναφέρεται στη σχετική συζήτηση.

Η φράση μπορεί να ειπώθηκε ως αυθόρμητη έκφραση ενθουσιασμού ή ως πολιτικό σχόλιο για τις εξελίξεις στη Γαλλία. Όμως, όταν οι εικόνες που προηγούνται περιλαμβάνουν συγκρούσεις και καταστροφές, το «άντε και στα δικά μας» αποκτά ένα βάρος που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Δεν χρειάζεται να αδικήσει κανείς έναν νέο άνθρωπο, ούτε να μετατρέψει μια φράση σε συνολική καταδίκη της πολιτικής του διαδρομής. Η ηλικία συχνά συνοδεύεται από ενθουσιασμό, ένταση και την πεποίθηση ότι οι μεγάλες αλλαγές μπορούν να έρθουν μέσα από μια θεαματική ρήξη με το υπάρχον σύστημα. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια έκφραση πρέπει να μένει χωρίς κριτική.

Η πολιτική ωριμότητα δεν μετριέται από την ένταση της φωνής, αλλά από την ικανότητα να διακρίνει κανείς τη διεκδίκηση από την καταστροφή, τη διαμαρτυρία από την τυφλή σύγκρουση και την ανατροπή μιας κυβέρνησης μέσω δημοκρατικών διαδικασιών από την καλλιέργεια της ιδέας ότι η κοινωνική αποσταθεροποίηση είναι αυτοσκοπός.

Και εδώ βρίσκεται ο ορισμός της πολιτικής ευθύνης: Να μην ενθαρρύνεις μια γενιά να πιστέψει ότι το σπάσιμο είναι δημιουργία και ότι η οργή, από μόνη της, μπορεί να γίνει πρόγραμμα διακυβέρνησης.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή