Εξεταστικές Επιτροπές και Κράτος Δικαίου

Υπάρχει ένα διαχρονικό πρόβλημα στις συνεδριάσεις των εξεταστικών επιτροπών της Βουλής

Συνεδρίαση της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

EUROKINISSI.
3'

Το διαχρονικό πρόβλημα των εξεταστικών επιτροπών είναι ότι η αντιπαράθεση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και μειοψηφίας που διαπιστώνεται στην Ολομέλεια της Βουλής, μεταφέρεται εντός της επιτροπής.

Του Άλκη Ν. Δερβιτσιώτη*

Η συνήθης λειτουργία της πλειοψηφίας εντός της επιτροπής εμποδίζει τη διαμόρφωση επιβλαβούς για τα συμφέροντα της κυβέρνησης πορίσματος, ενώ η κοινοβουλευτική μειοψηφία υπερασπίζεται πολιτικές σκοπιμότητες συχνά ως ultimum refugium της κομματικής ύπαρξης της.

Η μεταφορά, συνεπώς, της έντασης και αντιπαράθεσης που παρατηρείται στο κοινοβουλευτικό πεδίο είναι ο πρώτος παράγων για το έλλειμα αντικειμενικότητας που διαχρονικά παρουσιάζεται κατά τη λειτουργία των επιτροπών αυτών.

Ένα δεύτερο σημαντικό σημείο είναι η έλλειψη θεσμικής δυνατότητας των κοινοβουλευτικών ομάδων της μειοψηφίας να επιβάλλουν τα αποδεικτικά μέσα που κατά την εκτίμησή τους θα συνέβαλαν στη διερεύνηση της αλήθειας.

Σε μελλοντική αναθεώρηση του Συντάγματος είναι επιβεβλημένη η θέσπιση της δυνατότητας της μειοψηφίας να επιβάλλει αριθμό μαρτύρων αλλά και οιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο της παρέχει το Σύνταγμα, ο Κανονισμός της Βουλής καθώς και ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.

Αξίζει να ανακαλέσουμε στη μνήμη μας ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 145 παρ. 2 του Κανονισμού της Βουλής οι εξουσίες των εξεταστικών επιτροπών ασκούνται με τους όρους και τις διατυπώσεις των άρθρων 146 και 147 (ΚτΒ) καθώς και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και δεν αναστέλλονται με τη λήξη της τακτικής συνόδου της Βουλής.

Η ανάλογη εφαρμογή του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας στην αποδεικτική διαδικασία των εξεταστικών επιτροπών διευκολύνει σημαντικά το έργο τους. Ωστόσο, στην διαδικασία των εξεταστικών επιτροπών αντίθετα από την ποινική διαδικασία δεν υπάρχει κατηγορούμενος.

Υπενθυμίζεται ότι την ιδιότητα του κατηγορουμένου αποκτά το φυσικό πρόσωπο εναντίον του οποίου ο εισαγγελέας ασκεί ρητά την ποινική δίωξη και εκείνο στο οποίο αποδίδεται η αξιόποινη πράξη σε οποιοδήποτε στάδιο της ανάκρισης (άρθρο 72 ΚΠΔ). Συνεπώς τα δικαιώματα του κατηγορουμένου στην ποινική δίκη δεν εφαρμόζονται ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής.

Αυτό δημιουργεί ισχυρή πιθανότητα να καταστεί η αποδεικτική διαδικασία της εξεταστικής επιτροπής προβληματική, ιδίως αν αυτή διερευνά οικονομικό σκάνδαλο ή μείζον πολιτικό, βλαπτικό για τα συμφέροντα της χώρας γεγονός.

Στις περιπτώσεις αυτές η εξεταστική επιτροπή καλείται να διερευνήσει –μεταξύ άλλων– και τη συμπεριφορά των προσώπων, τα οποία φέρεται να έχουν αναμιχθεί στην υπόθεση. Τα πρόσωπα αυτά κλητεύονται και καταθέτουν ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής ως μάρτυρες, ενώ η ποινική διαδικασία αντιμετωπίζει τα πρόσωπα αυτά ως κατηγορούμενους, δηλαδή ως ενεργητικά ή παθητικά υποκείμενά της.

Τα ανωτέρω πρόσωπα είναι δυνατόν ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής να αρνηθούν να καταθέσουν ως μάρτυρες επικαλούμενα τη διάταξη του άρθρου 223 παρ. 4 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η οποία επιτρέπει στο μάρτυρα να μην καταθέσει περιστατικά τα οποία είναι επιβαρυντικά για αυτόν.

Πρόκειται για βασική συνιστώσα της θεμελιώδους αρχής του κράτους δικαίου, η οποία άλλωστε επαναλαμβάνει το νομικό αξίωμα nemo tenetur se ipsum accusare, δηλαδή ουδείς αυτοκατηγορείται.

Εν όψει των ανωτέρω είναι διερευνητέα η θεσμική εξομοίωση των προσώπων αυτών ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής με τον κατηγορούμενο της ποινικής δίκης.

* Ο κ. Άλκης Δερβιτσιώτης είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική
Σχολή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Διαβάστε επίσης