Ρωσία: Αύξηση ρεκόρ στις στρατιωτικές δαπάνες - $200 δισ. δολάρια για τον πόλεμο
Η Μόσχα αυξάνει κατά 40% τα ποσά για τις ένοπλες δυνάμεις μετά το ναυάγιο των επαφών στην Αλάσκα, εκτινάσσοντας το έλλειμμα στα 7 τρισεκατομμύρια ρούβλια.
Snapshot
- Η Ρωσία αύξησε κατά 40% τις στρατιωτικές δαπάνες της για το 2026, φτάνοντας περίπου τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια.
- Η αύξηση των δαπανών οφείλεται στο ναυάγιο των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ στην Αλάσκα και την αδυναμία επίτευξης ειρηνευτικής συμφωνίας με την Ουκρανία.
- Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ρωσίας αναμένεται να φτάσει τα 7 τρισεκατομμύρια ρούβλια, διπλάσιο από τις αρχικές προβλέψεις, λόγω της ενίσχυσης των στρατιωτικών εξόδων.
- Η Μόσχα σχεδιάζει παρατεταμένη στρατιωτική κινητοποίηση με υψηλές δαπάνες και τα επόμενα έτη, παρά τις προκλήσεις στην οικονομία και την άνοδο του κόστους παραγωγής.
- Ο Πούτιν προειδοποιεί για κλιμάκωση της σύγκρουσης και δηλώνει ότι η Ρωσία διαθέτει όπλα καταστροφής που αποτελούν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι δυτικών δυνάμεων.
Οι στρατιωτικές δαπάνες της Ρωσίας οδεύουν προς ιστορικό υψηλό για τη φετινή χρονιά, καθώς ο Βλαντιμίρ Πούτιν πρόσθεσε σχεδόν 60 δισεκατομμύρια δολάρια στα κονδύλια που είχαν αρχικά εγκριθεί στον κρατικό προϋπολογισμό.
Ο Ρώσος πρόεδρος αποφάσισε αυτή τη δραματική στροφή για τις επιχειρήσεις στην Ουκρανία στα τέλη του περασμένου έτους. Είχε προηγηθεί το συμπέρασμα του Κρεμλίνου ότι οι διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Αλάσκα δεν επρόκειτο να καταλήξουν σε αποδεκτή συμφωνία για τον τερματισμό των μαχών. Σύμφωνα με δύο πηγές που βρίσκονται κοντά στη ρωσική κυβέρνηση και ζήτησαν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους μιλώντας στο Bloomberg το κόστος για την άμυνα αναμένεται να αγγίξει τα 17 τρισεκατομμύρια ρούβλια (περίπου 199 δισεκατομμύρια δολάρια) μέχρι το τέλος του έτους. Πρόκειται για ένα ποσό κατά 40% υψηλότερο σε σύγκριση με το αρχικό πλάνο που ανακοίνωσε η Μόσχα στα τέλη του 2025.
Το μέγεθος αυτό πλησιάζει σχεδόν τις εκτιμήσεις για την επόμενη χρονιά, με βάση τα στοιχεία του νέου προϋπολογισμού. Κι όμως, οι κινήσεις αυτές στέλνουν καθαρό μήνυμα ότι η ρωσική ηγεσία είναι έτοιμη για περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης. Οι δυνάμεις της Μόσχας εντείνουν τα πλήγματα με πυραύλους και ταχύτερα drones, στοχεύοντας ενεργειακές εγκαταστάσεις, κόμβους μεταφορών, νοσοκομεία και κρίσιμες υποδομές. Ο Πούτιν εκφράζει ανοιχτά την ανησυχία του για τη σκληρή ρητορική των ευρωπαϊκών πρωτευουσών, την ώρα που οι δυτικές κυβερνήσεις βλέπουν αυξημένο κίνδυνο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης.
Το ναυάγιο των συνομιλιών και το έλλειμμα
Η παρούσα τροχιά του προϋπολογισμού αποτελεί πλήρη ανατροπή σε σχέση με την εικόνα πριν από έναν χρόνο. Τότε, η Ρωσία σχεδίαζε να συγκρατήσει τον ρυθμό αύξησης των στρατιωτικών εξόδων ώστε να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα και να ανοικοδομήσει τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που εξαντλήθηκαν.
Πριν εγκριθεί το σχέδιο για το 2026, ο Πούτιν είχε συναντηθεί με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στο Άνκορατζ της Αλάσκας, στις 15 Αυγούστου 2025. Μετά από εκείνη τη συνάντηση, ο Ρώσος ηγέτης ήλπιζε ότι μια ειρηνευτική συμφωνία με το Κίεβο θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, μειώνοντας την ανάγκη για εκτόξευση των δαπανών.
Όπως ανακοινώθηκε από πρόσωπα με γνώση των παρασκηνίων, μέχρι τον Ιανουάριο το Κρεμλίνο συνειδητοποίησε ότι μια τέτοια λύση ήταν ανέφικτη και ότι η αμερικανική διαμεσολάβηση δεν έφερε αποτέλεσμα. Έτσι, η ρωσική κυβέρνηση ξεκίνησε να επιταχύνει τις προκαταβολές προς την αμυντική βιομηχανία και να διοχετεύει περισσότερους πόρους στην πολεμική προσπάθεια από τις αρχές του έτους.
Αυτή η πολιτική εκτίναξε το προβλεπόμενο έλλειμμα του προϋπολογισμού για το 2026 σε πάνω από 7 τρισεκατομμύρια ρούβλια, έναντι 3,8 τρισεκατομμυρίων που υπολογίζονταν αρχικά. Για να χρηματοδοτήσει τα επιπλέον έξοδα, το κράτος κατέφυγε σε αυξημένο εγχώριο δανεισμό και πωλήσεις αποθεμάτων χρυσού. Το υπουργείο Οικονομικών απέφυγε να σχολιάσει τις εξελίξεις.
Στο μέτωπο, η πίεση εντείνεται διαρκώς από το καλοκαίρι. Τις τελευταίες εβδομάδες, τα ρωσικά στρατεύματα πλήττουν στόχους στο Κίεβο, προσπαθώντας να χτυπήσουν γέφυρες της ουκρανικής πρωτεύουσας. Την ίδια ώρα, οι επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων κοντά σε λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας έχουν μετατραπεί σε σχεδόν καθημερινή ρουτίνα, ενώ και η ουκρανική πλευρά εντείνει τα δικά της χτυπήματα σε στρατηγικούς στόχους.
Πολυετής προγραμματισμός και προειδοποιήσεις προς την Ευρώπη
Τα σχέδια για τα επόμενα έτη αποκαλύπτουν μια παρατεταμένη στρατιωτική κινητοποίηση. Οι δαπάνες για το 2027 έχουν προϋπολογιστεί στα 17,1 τρισεκατομμύρια ρούβλια, ενώ αναμένεται να υποχωρήσουν ελάχιστα στα 16,6 τρισεκατομμύρια το 2028 και στα 16,3 τρισεκατομμύρια το 2029.
Σύμφωνα με την Εκατερίνα Βλάσοβα, οικονομολόγο της Bloomberg Economics για τη Ρωσία και την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, η ρωσική κυβέρνηση προϋπολογίζει πλέον έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς, αλλά εξακολουθεί να υποτιμά το πραγματικό του κόστος. Η διατήρηση των ονομαστικών αμυντικών εξόδων σε σταθερά επίπεδα μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη, καθώς το κόστος παραγωγής αυξάνεται συνεχώς. Η ίδια εκτιμά ότι ο τελικός λογαριασμός θα υπερβεί ξανά τους στόχους και το επόμενο έτος, διατηρώντας το δημοσιονομικό έλλειμμα κοντά στο 3% του ΑΕΠ, αντί για τον στόχο του 2% που θέτει το οικονομικό επιτελείο.
Η απόκλιση από τα σχέδια παραμένει πολύ πιθανή, καθώς στη Μόσχα ενισχύεται η άποψη ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν μπορεί να εξασφαλίσει μια συμφωνία με όρους αποδεκτούς για τη Ρωσία.
Η ένταση με την Ευρώπη κορυφώθηκε όταν ο Πούτιν κατηγόρησε τους Ευρωπαίους αξιωματούχους ότι προετοιμάζονται για πιθανή σύγκρουση πριν από το τέλος της δεκαετίας, εστιάζοντας στις στρατιωτικές ασκήσεις στη Βαλτική Θάλασσα και σε δηλώσεις για τον θύλακα του Καλίνινγκραντ. Ο Ρώσος πρόεδρος ισχυρίστηκε ότι δεν σχεδιάζει επίθεση κατά ευρωπαϊκών χωρών, προειδοποίησε όμως ότι οποιοδήποτε άμεσο χτύπημα σε ρωσικό έδαφος θα οδηγήσει τη Μόσχα στη χρήση όλου του οπλοστασίου της.
«Αντιλαμβανόμαστε ότι θα βρεθούμε αντιμέτωποι με έναν αντίπαλο διπλάσιου μεγέθους από άποψη πληθυσμού, με τεράστιο οικονομικό και στρατιωτικό δυναμικό», υπογράμμισε ο Πούτιν. «Δεν διαθέτουμε τόσες δυνάμεις και μέσα για να αντιμετωπίσουμε αυτή την απειλή. Κανείς όμως δεν έχει τα μέσα καταστροφής που διαθέτει σήμερα η Ρωσία. Και αυτά αποτελούν τα δικά μας συγκριτικά πλεονεκτήματα».