Συνταγματική αναθεώρηση: Τα επόμενα βήματα και οι διαδικασίες που προβλέπονται

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με επιστολή του στους βουλευτές της ΝΔ, τους κάλεσε να υποβάλουν προτάσεις για τον προσδιορισμό των διατάξεων που θα τεθούν προς αναθεώρηση
INTIME NEWS
12'

Με την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ότι ξεκινά η κορυφαία θεσμική και πολιτική διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, ανοίγει παράλληλα ο κύκλος εσωκομματικών και κοινοβουλευτικών διεργασιών προετοιμασίας.

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, με επιστολή του στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, τους κάλεσε να υποβάλουν προτάσεις για τον προσδιορισμό των διατάξεων που θα τεθούν προς αναθεώρηση, καθώς και για τη σύνταξη της αιτιολογητικής έκθεσης.

Η προθεσμία ορίζεται στο τέλος Μαρτίου, ώστε από τον Απρίλιο να ξεκινήσουν οι εργασίες της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, όπως προβλέπει το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κανονισμό, αντίστοιχες προτάσεις μπορούν να καταθέσουν και οι κοινοβουλευτικές ομάδες της αντιπολίτευσης, ακόμη και μεμονωμένοι βουλευτές, στην ίδια πρώτη φάση. Ωστόσο, για να εισαχθεί μια πρόταση απαιτούνται τουλάχιστον 50 υπογραφές βουλευτών.

Οι προτάσεις θα υποβληθούν στον Πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη, ο οποίος θα τις διανείμει σε όλους τους βουλευτές, θα τις ανακοινώσει στην Ολομέλεια και θα τις παραπέμψει στην Επιτροπή Αναθεώρησης. Η Επιτροπή λειτουργεί με τις διαδικασίες των Διαρκών Κοινοβουλευτικών Επιτροπών, με συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης εργασιών και κατάθεση έκθεσης στον Πρόεδρο της Βουλής. Στην έκθεση θα περιλαμβάνονται οι διατάξεις που θα προταθούν για αναθεώρηση, βάσει πλειοψηφίας.

Ανάγκη αλλαγής κάθε διάταξης

Οι εργασίες της Επιτροπής έχουν συνθετικό χαρακτήρα, καθώς μπορεί να προστεθούν επιπλέον διατάξεις πέρα από τις αρχικές. Παράλληλα, είναι μη δεσμευτικές ως προς την τελική διατύπωση των νέων συνταγματικών κειμένων, η οποία θα καθοριστεί από την επόμενη Αναθεωρητική Βουλή. Στην ουσία, η Επιτροπή διατυπώνει επί της αρχής την ανάγκη αλλαγής κάθε διάταξης και την κατεύθυνσή της, ως πολιτική δέσμευση των κομμάτων.

Η έκθεση της Επιτροπής θα συζητηθεί στην Ολομέλεια για την απόφαση σχετικά με την αναθεώρηση και τις διατάξεις που θα προταθούν.

Στη συνέχεια, η Ολομέλεια θα διεξαγάγει δύο συνεδριάσεις με διαφορά ενός μήνα, όπου, μετά από συζήτηση, θα ψηφίσει ονομαστικά κάθε διάταξη ξεχωριστά.

Για να προχωρήσει μια διάταξη από την πρώτη στη δεύτερη ψηφοφορία απαιτούνται 151 θετικές ψήφοι. Αν λάβει πλειοψηφία στην πρώτη αλλά όχι στη δεύτερη, απορρίπτεται και δεν εισάγεται στην επόμενη Βουλή.

Οι διατάξεις που συγκεντρώσουν 180 ή περισσότερες ψήφους και στις δύο ψηφοφορίες της προτείνουσας Βουλής θα χρειαστούν μόνο 151 ψήφους στην Αναθεωρητική Βουλή για να τροποποιηθούν. Αντίθετα, όσες λάβουν ακριβώς 151 ψήφους στην προτείνουσα Βουλή θα απαιτήσουν 180 ψήφους στην επόμενη.

Τι προβλέπει το Σύνταγμα για την αναθεώρηση

Το ίδιο το Σύνταγμα της Ελλάδος, στο άρθρο 110 προβλέπει τη διαδικασία με την οποία μπορεί να γίνεται η αναθεώρησή του.

Ωστόσο, με δεδομένη την κομματική σύνθεση της Βουλής, αλλά και τις εκτιμήσεις για την πολυκομματική σύνθεση και της επόμενης Βουλής μετά τις εκλογές του 2027, η αναθεώρηση αναδεικνύεται σε ιδιαίτερα δύσκολη εξίσωση για «δυνατούς λύτες». Κι αυτό γιατί οι πρόνοιες του Συντάγματος για αυξημένες πλειοψηφίες, φαίνεται πως θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθούν στο σημερινό, πολύ πολωμένο πολιτικό σκηνικό.

Για να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα θα πρέπει αρχικά να υπάρξει πρόταση για την αναθεώρηση συγκεκριμένων άρθρων, που να υπογράφεται από τουλάχιστον 50 βουλευτές. Αυτό, είναι αυτονόητο ότι η ΝΔ μπορεί να το εξασφαλίσει σε αυτή τη φάση.

Στη συνέχεια η Βουλή καλείται να αποφασίσει αν συναινεί στην αναθεώρηση καθενός από τα προτεινόμενα άρθρα. Ωστόσο, το Σύνταγμα ζητά πλειοψηφία 3/5, δηλαδή 180 βουλευτές. Αν και η ΝΔ μπορεί εύκολα να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία (άνω των 150), σε αυτή τη φάση δεν μπορεί να εξασφαλίσει αυξημένη πλειοψηφία 180 ψήφων αν δεν υπάρξουν συναινέσεις με άλλα κόμματα, έστω και σε κάποια άρθρα από τα προτεινόμενα.

Η Βουλή καλείται να επαναλάβει την ψηφοφορία τουλάχιστον 1 μήνα αργότερα ώστε να διαπιστωθεί εκ νέου η αυξημένη πλειοψηφία επί των υπό αναθεώρηση άρθρων.

Η διαδικασία που αφορά τη σημερινή Βουλή ολοκληρώνεται σε αυτό το σημείο και στη συνέχεια, το βάρος της αναθεώρησης πέφτει στην επόμενη (αναθεωρητική) Βουλή.

Όπως αναφέρει η παράγραφος 3, η επόμενη Boυλή, κατά την πρώτη σύνoδό της, απoφασίζει με απόλυτη πλειoψηφία (δηλαδή με 151 ψήφους) σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις.

Εδώ όμως τίθεται ένα κρίσιμο ζήτημα, καθώς το Σύνταγμα προβλέπει ότι αν στην πρώτη Βουλή δεν έχει επιτευχθεί η αυξημένη πλειοψηφία των 180 ψήφων, αλλά ένα άρθρο έχει εγκριθεί για αναθεώρηση μόνο με την απόλυτη πλειοψηφία των 151, τότε θα πρέπει να λάβει την αυξημένη πλειοψηφία των 180 ψήφων από την αναθεωρητική Βουλή.

Το ζήτημα της πλειοψηφίας των 180 ψήφων, είτε στη σημερινή, είτε στην επόμενη, αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι» για να καταφέρει η ΝΔ να αναθεωρήσει τελικά όλα τα άρθρα στα οποία αναφέρθηκε σήμερα ο πρωθυπουργός.

Ουσιαστικά δηλαδή, για να αναθεωρηθεί ένα άρθρο του Συντάγματος, αυτό θα πρέπει να λάβει αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών, τουλάχιστον μία φορά, είτε από τη σημερινή Βουλή, είτε από την επόμενη, αναθεωρητική, Βουλή.

Με το βλέμμα στραμμένο στο ΠΑΣΟΚ

Είναι σαφές, με δεδομένη την αριθμητική, αλλά και την πολιτική σύνθεση της Βουλής, ότι το βλέμμα του πρωθυπουργού είναι εν πολλοίς στραμμένο στο ΠΑΣΟΚ.

Η ΝΔ αριθμεί 156 βουλευτές και αν επιτευχθεί συναίνεση με τους 33 του ΠΑΣΟΚ, τουλάχιστον σε ορισμένα από τα άρθρα, η αναθεώρησή τους «περνάει» με 189 «ξεκλειδώνοντας» έτσι τη διαδικασία και για την Αναθεωρητική Βουλή.

Με δεδομένο ότι πολιτικά είναι αδύνατη η σύγκλιση της ΝΔ με τον ΣΥΡΙΖΑ, τη ΝΕΑΡ ή το ΚΚΕ, ενώ μια σύγκλιση με την Ελληνική Λύση δεν επαρκεί αριθμητικά, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση θα πιέσει το ΠΑΣΟΚ προκειμένου να συμφωνήσει σε όσο το δυνατόν περισσότερα άρθρα.

Αυτό όμως, θα μπορούσε δυνητικά να ενισχύσει τις εσωκομματικές φυγόκεντρες δυνάμεις προς τα «δεξιά» και προς τα «αριστερά».

Η συζήτηση ενδεχομένως να αποκαλύψει βασικές πολιτικές αποκλίσεις μεταξύ των στελεχών του ΠΑΣΟΚ, με κυριότερη μάλιστα, εκείνη του Άρθρου 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, αλλά και το άρθρο για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.

Με άλλα λόγια, η χρονική στιγμή που επιλέγεται από τον πρωθυπουργό ώστε να ανοίξει «επισήμως» αυτή η συζήτηση, δε θα μπορούσε να είναι χειρότερη συγκυριακά για το ΠΑΣΟΚ.

Από την άλλη πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Χαριλάου Τρικούπη διατηρεί ενεργό το επιχείρημα ότι το ΠΑΣΟΚ έχει ήδη καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για την αναθεώρηση για ζητήματα όπως ο λεγόμενος «νόμος περί ευθύνης υπουργών», ή ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.

Δημόσιοι υπάλληλοι: Το σχέδιο της κυβέρνησης για την άρση μονιμότητας

Ένας από τους βασικούς πυλώνες της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, της οποίας τη συζήτηση άνοιξε σήμερα ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης με το μήνυμά του, είναι το θέμα του επανακαθορισμού της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.

Ειδικά για του Δημόσιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε πως «μία δημόσια διοίκηση φιλική και αποτελεσματική πρέπει, πλέον, να έχει ως κινητήρια δύναμη τη διαρκή αξιολόγηση και να θέσει την έννοια της μονιμότητας σε μία εντελώς νέα βάση».

Στην επιστολή του μάλιστα προς την Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ ανέφερε:

Οι μεγάλες αδράνειες στη λειτουργία του κράτους καθιστούν αναγκαία, μεταξύ άλλων, την καθολική καθιέρωση της αξιολόγησης στο δημόσιο και τον επανακαθορισμό της έννοιας της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων·

Για τους δημοσίους υπαλλήλους μίλησε και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης κατά τη σημερινή ενημέρωση συντακτών:

«Πράγματι σήμερα μπορεί να απολυθεί κάποιος δημόσιος υπάλληλος για κάποιος παράπτωμα. Αυτό που θέλουμε να κάνουμε εμείς είναι διαφορετικό. Εμείς πάμε σε αξιολόγηση της αποδοτικότητας και της συνέπειας. Όχι απαραίτητα για την απόλυση, αλλά και για την επιβράβευση».

Πρόσθεσε ότι στόχος της κυβέρνησης είναι να κατοχυρωθεί η έννοια της αξιολόγησης, η οποία συνδέεται με την έννοια της μονιμότητας και είπε πως είναι προς όφελος των δημοσίων υπαλλήλων.

Τι ορίζει το Σύνταγμα για τους Δημοσίους Υπαλλήλους

'Αρθρο 103: (Δημόσιοι υπάλληλοι)

1. Oι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Kράτους και υπηρετούν το Λαό οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Tα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο.

2. Kανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Eξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

3. Oργανικές θέσεις ειδικού Eπιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Nόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται.

4. Oι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Aυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους.
Kατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Eπικρατείας, όπως νόμος ορίζει.

5. Mε νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Yπουργών και Yφυπουργών.

6. Oι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Bουλής, οι οποίοι κατά τα λοιπά διέπονται εξ ολοκλήρου από τον Kανονισμό της, καθώς και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει.
Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής.

8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Oι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου.

9. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη συγκρότηση και τις αρμοδιότητες του «Συνηγόρου του Πολίτη» που λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή.

Τι ισχύει σήμερα για απολύσεις Δημοσίων Υπαλλήλων

Σήμερα, η απόλυση μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων επιτρέπεται κυρίως για σοβαρούς πειθαρχικούς λόγους (π.χ. παράβαση καθήκοντος, αναξιοπρεπής συμπεριφορά, ποινικά αδικήματα) ή αυτοδίκαια λόγω ορίου ηλικίας/συνταξιοδότησης (67ο έτος). Το πειθαρχικό δίκαιο έχει γίνει αυστηρότερο για την απομάκρυνση όσων διώκονται.

Βασικές Περιπτώσεις Απόλυσης Δημοσίων Υπαλλήλων:

  • Πειθαρχικά Παραπτώματα: Παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος, άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος, ανάρμοστη συμπεριφορά, χρησιμοποίηση της θέσης για ιδιωτικό όφελος, αδικαιολόγητη αποχή από τα καθήκοντα.
  • Αυτοδίκαιη Απόλυση (Ηλικία): Οι δημόσιοι υπάλληλοι απολύονται αυτοδίκαια από την υπηρεσία με τη συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας τους.
  • Ποινικές Διώξεις: Η ύπαρξη σοβαρής ποινικής δίωξης μπορεί να οδηγήσει σε αργία και εν τέλει σε απόλυση.
  • Υποχρεωτική Αναστολή: Κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής αναστολής λειτουργίας επιχειρήσεων/υπηρεσιών, οι απολύσεις θεωρούνται άκυρες
  • Μετακινήσεις: Υπάλληλοι που προσλήφθηκαν χωρίς αξιολόγηση ενδέχεται να μετακινηθούν σε υπηρεσίες με ανάγκες, χωρίς να απολυθούν.

Το νομικό πλαίσιο εστιάζει στην προστασία του κύρους της δημόσιας διοίκησης, επιτρέποντας την απομάκρυνση προσωπικού που παραβιάζει θεμελιώδεις υποχρεώσεις.

Διαβάστε επίσης