Λειψυδρία: Σημάδια ανάκαμψης για τον Μόρνο τον Φεβρουάριο, αλλά η στάθμη παραμένει χαμηλά

Παρά τις τελευταίες βροχοπτώσεις, οι οποίες έδωσαν κάποια σημάδια ανάκαμψης στη λίμνη του Μόρνου, η κατάσταση παραμένει ανησυχητική, όπως επισημαίνουν ειδικοί
4'

Η λειψυδρία παραμένει μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για την Ελλάδα, με τις επιπτώσεις να γίνονται ολοένα κι εντονότερες τα τελευταία χρόνια. Η περιοδική έλλειψη νερού επηρεάζει όχι μόνο τις γεωργικές καλλιέργειες, αλλά και τη διαχείριση των υδάτινων πόρων σε περιοχές όπως ο Μόρνος, η οποία αποτελεί κρίσιμη πηγή νερού για την Αττική.

Παρά τις τελευταίες βροχοπτώσεις, οι οποίες έδωσαν κάποια σημάδια ανάκαμψης στη λίμνη του Μόρνου, η κατάσταση παραμένει ανησυχητική, με την έκταση της λίμνης να είναι κατά 26% χαμηλότερη από τον μέσο όρο των τελευταίων ετών, σύμφωνα με τη μονάδα ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, η οποία αξιοποιεί δορυφορικές μετρήσεις και δεδομένα από μετεωρολογικούς σταθμούς για την ανάλυση της έκτασης της λίμνης και της χιονοκάλυψης.

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δορυφορικά δεδομένα υψηλής ανάλυσης (Sentinel–2), η έκταση της λίμνης του Μόρνου κατεγράφη την 21η Φεβρουαρίου 2026 στα 13 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Ωστόσο, η μέση έκταση της λίμνης για την αντίστοιχη περίοδο, από το 2006 έως το 2024, ανέρχεται σε 17,6 τετραγωνικά χιλιόμετρα, δηλαδή περίπου 26% μικρότερη από τον μέσο όρο.

«Παρά τις έντονες βροχοπτώσεις που έχουν σημειωθεί στην Ελλάδα και στην περιοχή του Μόρνου το τελευταίο διάστημα, η έκταση της λίμνης παραμένει σε χαμηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο, υπογραμμίζοντας τη συνεχιζόμενη επίδραση των καιρικών συνθηκών στην υδρολογία της περιοχής», τονίζεται στην έκθεση του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.

Πάνω από 680 εκατ. κυβικά στους ταμιευτήρες

Σύμφωνα με τα δεδομένα απολήψιμων αποθεμάτων της ΕΥΔΑΠ, οι τέσσερις ταμιευτήρες της πρωτεύουσας έφτασαν την Παρασκευή (20/02) τα 683.557.000 κυβικά μέτρα νερού, από 399.736.000 την πρώτη ημέρα του 2026, ξεπερνώντας πλέον τα επίπεδα του 2025.

Η τελευταία φορά που τα αποθέματα ήταν πάνω από το «όριο» των 680 εκατ. κυβικών μέτρων, ήταν τον Αύγουστο του 2024.

Μάλιστα, ελέγχοντας τα δεδομένα ανά ταμιευτήρα, παρατηρείται μία γενική ανοδική τάση, με τον Μόρνο να έχει σχεδόν διπλασιάσει τα απολήψιμα αποθέματα από την αρχή του έτους.

Ταυτόχρονα, τα απολήψιμα αποθέματα στην Υλίκη, όπως καταγράφονται από την ΕΥΔΑΠ, παρουσιάζονται μειωμένα, με τη λίμνη της Βοιωτίας να διαθέτει 159 εκατ. κυβικά μέτρα, σε σχέση με 262 εκατ. την ίδια ημέρα πέρυσι.

Υψηλότερες από τη μέση τιμή οι βροχοπτώσεις

Η αύξηση των αποθεμάτων νερού αποτυπώνεται και στα δεδομένα των δύο αυτόματων μετεωρολογικών σταθμών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στον ταμιευτήρα του Μόρνου.

Οι δύο σταθμοί που βρίσκονται στη λεκάνη απορροής του ταμιευτήρα της πρωτεύουσας κατέγραψαν τις υψηλότερες βροχοπτώσεις των τελευταίων 11 ετών.

Συνολική βροχόπτωση στον μετεωρολογικό σταθμό «Κονιάκος», έως τις 20/2.

Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών / meteo.gr

Ο σταθμός «Κονιάκος» έχει καταγράψει 634 χιλιοστά από την αρχή του έτους, ενώ στον σταθμό του φράγματος Μόρνου έχουν πέσει 481 χιλιοστά.

Συνολική βροχόπτωση στο μετεωρολιγκό σταθμό του φράγματος Μόρνου από την αρχή του έτους έως τις 20/2.

Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών / meteo.gr

Ωστόσο, η χιονοκάλυψη στην περιοχή σημειώσε μείωση τις τελευταίες ημέρες.

Ακολουθώντας τη σημαντική αύξηση στις αρχές Ιανουαρίου και την «κατάρρευση» λίγες ημέρες αργότερα, η χιονοκάλυψη βρισκόταν νωρίτερα αυτόν τον μήνα στη μέση τιμή του 2005 – 2024 και πλέον, μειώθηκε στο 27%.

Κάτω από το μέσο όρο η χιονοκάλυψη.

Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών / meteo.gr

Πλεόνασμα υγρασίας στην ηπειρωτική χώρα, επιμένει η ξηρασία στην Κρήτη

Τα αλεπάλληλα κύματα βροχοπτώσεων κατά τις τελευταίες εβδομάδες οδήγησαν σε αύξηση της υγρασίας εδάφους στα ανατολικά της ηπειρωτικής χώρας (κυρίως στην ανατολική Στερεά Ελλάδα) που βρίσκονταν σε συνθήκες ήπιας έως σημαντικής ξηρασίας, όπως αναφέρει η ομάδα METEO του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών για τις συνθήκες ξηρασίας στην Ελλάδα κατά την 12η Φεβρουαρίου.

Χάρτης επιπέδων ξηρασίας.

Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών / meteo.gr

Η ανάλυση βασίζεται στην απόκλιση της υγρασίας των στρωμάτων υπεδάφους από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα σε δύο στρώματα:

  1. Το επιφανειακό στρώμα 7 – 28 εκατοστών, όπου η υγρασία εδάφους διαμορφώνεται κυρίως από τις μετεωρολογικές συνθήκες των τελευταίων εβδομάδων
  2. Το βαθύτερο στρώμα 28 – 100 εκατοστών, το οποίο έχει μεγαλύτερη αδράνεια στις μεταβολές του καιρού και αντικατοπτρίζει τις συνθήκες των τελευταίων μηνών.

Με βάση τα δεδομένα υγρασίας εδάφους της υπηρεσίας Copernicus της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπολογίζεται ο κανονικοποιημένος δείκτη υγρασίας εδάφους (SSMI) λαμβάνοντας υπόψη τις τωρινές συνθήκες καθώς και αυτές κατά την περίοδο αναφοράς 1991 – 2020.

Στις περιπτώσεις που ο δείκτης αυτός είναι σημαντικά αρνητικός, κατατάσσεται η ξηρασία στα επίπεδα 1 έως 5 ανάλογα με το μέγεθος, τα οποία υποδηλώνουν ήπια, μέτρια, σημαντική, έντονη και ακραία ξηρασία. Στις περιπτώσεις όπου ο δείκτης SSMI είναι σημαντικά θετικός, τότε υπάρχει σχετικό πλεόνασμα υγρασίας στο έδαφος.

Διαβάστε επίσης