Ανάλυση: Οι δασμοί Τραμπ «ταράζουν» την οικονομία - Θα επιδιώξουν οι κυβερνήσεις «επιστροφές»;
Ντόναλντ Τραμπ
Ακόμη και μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που ακύρωσε μεγάλο μέρος των δασμών του Ντόναλντ Τραμπ, ξένοι ηγέτες και στελέχη επιχειρήσεων θεωρούν πως οι αμερικανικοί δασμοί ήρθαν για να μείνουν - με τη μία ή την άλλη μορφή.
Η κομβική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου την Παρασκευή, με την οποία κρίθηκε παράνομη η βασική μέθοδος που χρησιμοποιούσε ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή δασμών, ανέτρεψε έναν από τους θεμέλιους λίθους της εμπορικής πολιτικής της αμερικανικής κυβέρνησης, εντείνοντας την αβεβαιότητα για εμπορικούς εταίρους και επιχειρήσεις διεθνώς, όπως επισημαίνουν σε κεντρικό τους άρθρο οι New York Times.
Το πώς θα επηρεάσει αυτή η εξέλιξη το παγκόσμιο εμπόριο - και κατ’ επέκταση τις τιμές, την απασχόληση και την ανάπτυξη - παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Μέχρι στιγμής, η παγκόσμια οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα απέναντι στις πολιτικές και οικονομικές αναταράξεις που προκάλεσαν οι απρόβλεπτες εμπορικές κινήσεις του Τραμπ από την ανάληψη των καθηκόντων του πέρυσι.
Οι περισσότεροι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι, ανεξαρτήτως των νομικών συνεπειών, η κατεύθυνση της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής δεν θα αλλάξει ουσιωδώς. Ξένες κυβερνήσεις και επιχειρηματικοί παράγοντες λειτουργούν με την παραδοχή ότι όσο ο Τραμπ παραμένει στον Λευκό Οίκο, οι δασμοί θα συνεχίσουν να αποτελούν βασικό εργαλείο πολιτικής.
Η επίκληση του «Section 122» και η επόμενη ημέρα
Σε συνέντευξη Τύπου μετά την απόφαση, ο Τραμπ δήλωσε ότι θα επικαλεστεί το λεγόμενο Section 122 - διάταξη που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ στο παρελθόν- προκειμένου να επιβάλει οριζόντιο δασμό 10% εντός λίγων ημερών και πράγματι λίγο αργότερα υπέγραψε το σχετικό διάταγμα.
«Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε για τα συνταγματικά όρια, όχι για την εμπορική πολιτική», έγραψε σε σημείωμά του ο Carsten Brzeski, επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING Research. «Η ατζέντα δασμών του Τραμπ επιβιώνει, με νέα νομικά θεμέλια και μια περίοδο ακατάστατης μετάβασης».
Ο ίδιος και άλλοι αναλυτές δεν αναμένουν άμεση αναθεώρηση των προβλέψεών τους για την παγκόσμια ανάπτυξη και το εμπόριο λόγω της απόφασης.
Αν και ο Τραμπ ενδέχεται να μην μπορεί πλέον να επιβάλλει δασμούς με την ίδια ταχύτητα ή εύρος, χρησιμοποιώντας νόμο του 1977 που του παρείχε έκτακτες εξουσίες, διαθέτει εναλλακτικές νομικές οδούς για πιο στοχευμένα μέτρα - είτε μονομερώς είτε με τη στήριξη του Ρεπουμπλικανικού Κογκρέσου.
Επιφυλακτικές αντιδράσεις και περιορισμένα περιθώρια επαναδιαπραγμάτευσης
Ξένες κυβερνήσεις τηρούν προς το παρόν χαμηλούς τόνους, δηλώνοντας ότι εξετάζουν την απόφαση και τις πιθανές επιπτώσεις της.
Παρότι θεωρητικά θα μπορούσαν να επιδιώξουν επαναδιαπραγμάτευση δασμών, οι περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι δύσκολα θα ακολουθήσουν αυτή τη στρατηγική: οι πιθανότητες καλύτερης συμφωνίας είναι περιορισμένες, ενώ μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να ενοχλήσει έναν πρόεδρο που έχει παραδεχθεί ότι ορισμένες αποφάσεις του λαμβάνονται και από προσωπική δυσαρέσκεια. Ο ίδιος ο Τραμπ έχει δηλώσει, για παράδειγμα, ότι αύξησε τους δασμούς στην Ελβετία στο 39% από 31%, επειδή ο Ελβετός πρόεδρος «τον ενόχλησε».
Παρά την αναστάτωση που προκάλεσαν οι αμερικανικοί δασμοί, τα υφιστάμενα επίπεδα προσφέρουν τουλάχιστον μια σχετική προβλεψιμότητα, σε αντίθεση με το προηγούμενο διάστημα, όταν οι αλλαγές πολιτικής μπορούσαν να γίνουν από το πρωί έως το βράδυ.
Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει. Όπως σημείωσε ο William Bain, επικεφαλής εμπορικής πολιτικής στα British Chambers of Commerce, η απόφαση «δεν κάνει πολλά για να καθαρίσει τα θολά νερά για τις επιχειρήσεις».
Γεωπολιτική, άμυνα και εμπορικές συμφωνίες
Σε πολλές περιπτώσεις, άλλες γεωπολιτικές ανησυχίες επισκιάζουν τους δασμούς στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Στην Ευρώπη, η εθνική ασφάλεια, η διατλαντική συμμαχία και η αμυντική συνεργασία αποτελούν επείγουσες προτεραιότητες λόγω του πολέμου στην Ουκρανία και της επιθετικής στάσης της Ρωσίας.
Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, που επίσης εξαρτώνται από τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας, επιδιώκουν να διατηρήσουν σταθερές σχέσεις με την Ουάσιγκτον, εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων με την Κίνα.
Η απόφαση του δικαστηρίου αναμένεται να επηρεάσει και επικείμενες εμπορικές διαπραγματεύσεις, καθώς η συμφωνία ΗΠΑ - Μεξικού - Καναδά, που υπέγραψε ο Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία, τίθεται προς επανεξέταση το καλοκαίρι.
Το ζήτημα των επιστροφών και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις
Οι αναλυτές εξετάζουν επίσης τις συνέπειες της απόφασης για το αμερικανικό δημόσιο χρέος. Από τον Απρίλιο, οι δασμοί έχουν αποφέρει έσοδα άνω των 200 δισ. δολαρίων.
Ο Raphael Bostic, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Ατλάντα, επισήμανε ότι ο οικονομικός αντίκτυπος θα εξαρτηθεί από το αν οι επιχειρήσεις δικαιούνται επιστροφές δασμών. «Αν υπάρξει υποχρέωση επιστροφής χρημάτων, θα πρόκειται για μεγάλη αναστάτωση», ανέφερε.
Η Capital Economics εκτιμά ότι, εφόσον το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών υποχρεωθεί να προχωρήσει σε επιστροφές, το κόστος θα μπορούσε να φθάσει τα 120 δισ. δολάρια, ή το 0,5% του ΑΕΠ των ΗΠΑ.
Πάντως, στελέχη της αγοράς εμφανίζονται επιφυλακτικά ως προς το ενδεχόμενο «ουρανοκατέβατων» κερδών. «Καμία σοβαρή επιχείρηση δεν στηρίζει τον ετήσιο προγραμματισμό της σε πιθανή επιστροφή δασμών», σχολίασε ο Juan Pellerano-Rendón της εταιρείας λογισμικού Swap.
Μετά την απόφαση, το δολάριο κατέγραψε πτώση, κίνηση που - σύμφωνα με τον Matthew Ryan της Ebury - αντανακλά ανησυχίες για ενδεχόμενο δημοσιονομικό κενό και αύξηση του ελλείμματος, αν απαιτηθούν μαζικές επιστροφές. Η αγορά ομολόγων, ωστόσο, αντέδρασε με σχετική ψυχραιμία.
Ο δικαστής Μπρετ Κάβανο, που μειοψήφησε, προειδοποίησε ότι η διαδικασία επιστροφών θα είναι «χάος».
Μπρετ Κάβανο
APΑναδιάταξη του παγκόσμιου εμπορίου
Οι εκτεταμένοι δασμοί του Τραμπ έχουν ήδη αρχίσει να αναδιαμορφώνουν τα εμπορικά ρεύματα. Σύμφωνα με την Agathe Demarais του European Council on Foreign Relations, σύμμαχοι και αντίπαλοι των ΗΠΑ στρέφονται σταδιακά αλλού.
«Η Κίνα κατέγραψε παγκόσμιο εμπορικό πλεόνασμα 1,2 τρισ. δολαρίων το 2025 - το υψηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ από οποιαδήποτε χώρα - γεγονός που δείχνει ότι οι κινεζικές επιχειρήσεις ανακατεύθυναν επιτυχώς τις εξαγωγές τους σε άλλες αγορές», ανέφερε.
Τον τελευταίο χρόνο, πολλές χώρες επιτάχυναν τις προσπάθειες σύναψης εμπορικών συμφωνιών χωρίς τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών, όπως οι πρόσφατες συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τέσσερις χώρες της Νότιας Αμερικής και με την Ινδία.
Παρά τη δραματική διάσταση των εξελίξεων, το παγκόσμιο εμπόριο αυξήθηκε κατά 4% πέρυσι, ενώ το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ στα αγαθά έφθασε σε ιστορικό υψηλό.
«Το εμπόριο δεν κατέρρευσε», σημείωσε ο Neil Shearing της Capital Economics.
Όπως τόνισε και ο Eswar Prasad, καθηγητής εμπορικής πολιτικής και οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Cornell, «η παγκόσμια οικονομία έχει αποδειχθεί σχετικά ανθεκτική απέναντι στην αβεβαιότητα των δασμών και την άνοδο των εμπορικών φραγμών, οπότε οι επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη είναι πιθανό να παραμείνουν περιορισμένες».