«Φωτιά» στο πετρέλαιο: «Έσπασε» τα 110 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τον Μάιο
Οι νέες επιθέσεις στα Στενά του Ορμούζ και οι αυξανόμενες αμφιβολίες για τη συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας στο ντίζελ ώθησαν τις τιμές του αργού σε υψηλό πενταμήνου.
Snapshot
- Η τιμή του πετρελαίου Brent ξεπέρασε τα 110 δολάρια βαρέλι για πρώτη φορά από τον Μάιο, λόγω των επιθέσεων στα Στενά του Ορμούζ και των αμφιβολιών για τη συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας στο ντίζελ.
- Το αμερικανικό αργό WTI ανέβηκε πάνω από τα 100 δολάρια για πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο, επηρεάζοντας αρνητικά τις τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ.
- Οι περιορισμοί στην παραγωγή ντίζελ λόγω ζημιών στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές και η έλλειψη εύκολης αύξησης παραγωγής σε ΗΠΑ και Ευρώπη έχουν αυξήσει το κόστος του συγκεκριμένου καυσίμου.
- Οι ΗΠΑ χαλάρωσαν τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας για τη διοχέτευση ρωσικού ντίζελ στην αγορά, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί η υλοποίηση αυτής της συμφωνίας.
- Αμερικανοί νομοθέτες κατέθεσαν νομοσχέδιο για να εμποδίσουν τη συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας στο ντίζελ, αντανακλώντας τις αυξανόμενες αμφιβολίες για την εφαρμογή της.
Στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε μηνών εκτινάχθηκε την Παρασκευή η τιμή του πετρελαίου Brent, καθώς οι επενδυτές αξιολογούσαν τις επιπτώσεις των πολέμων στο Ιράν και στην Ουκρανία στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό.
Το Brent, ένας από τους σημαντικότερους δείκτες αναφοράς της διεθνούς αγοράς ενέργειας, ξεπέρασε τα 110 δολάρια το βαρέλι, λίγο μετά τις 14:30 ώρα Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ (21:30 ώρα Ελλάδος) φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάιο.
Το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate (WTI), που επίσης επηρεάζει τις τιμές της βενζίνης, έκλεισε με άνοδο 3,5%, στα 101,41 δολάρια το βαρέλι. Ήταν η πρώτη φορά από τον Σεπτέμβριο που υπερέβη το όριο των 100 δολαρίων, το οποίο παρακολουθούν στενά τόσο οι επενδυτές όσο και οι καταναλωτές.
Η άνοδος αναμένεται να επιβαρύνει περαιτέρω τις ήδη υψηλές τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ τις επόμενες ημέρες. Το πρωί της Παρασκευής, η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης στις ΗΠΑ διαμορφωνόταν στα 4,32 δολάρια το γαλόνι.
Πάνω από 1% ενισχύθηκαν και τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του ντίζελ. Το κόστος του συγκεκριμένου καυσίμου, που είναι κρίσιμο για τη γεωργία και άλλους παραγωγικούς κλάδους, έχει αυξηθεί τους τελευταίους μήνες ακόμη ταχύτερα από εκείνο της βενζίνης.
Οι μετοχές υποχώρησαν την Παρασκευή, εν μέρει εξαιτίας της ανόδου του ενεργειακού κόστους. Ο S&P 500 έχανε περισσότερο από 1%, ενώ ο Nasdaq Composite κατέγραφε πτώση 2% στα μέσα του απογεύματος.
Διπλή πίεση από τη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία
Οι διεθνείς τιμές των καυσίμων άρχισαν να αυξάνονται σταθερά την άνοιξη, μετά τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, οι οποίες οδήγησαν στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ.
Ωστόσο, η κλιμάκωση του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας τους τελευταίους μήνες προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη εκτίναξη στις τιμές του ντίζελ.
Η Ρωσία συγκαταλέγεται παραδοσιακά στους μεγαλύτερους εξαγωγείς ντίζελ παγκοσμίως. Τα ουκρανικά πλήγματα στις ενεργειακές υποδομές της, όμως, έχουν θέσει εκτός λειτουργίας σημαντικό μέρος της διυλιστικής της δυναμικότητας. Αντίστοιχα, ρωσικές επιθέσεις έχουν στοχοποιήσει ενεργειακές εγκαταστάσεις στην Ουκρανία.
Αποτέλεσμα είναι οι αγοραστές ρωσικού ντίζελ να αναζητούν εναλλακτικούς προμηθευτές. Τα περιθώρια εύκολης αύξησης της παραγωγής, ωστόσο, είναι περιορισμένα. Τα διυλιστήρια στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη λειτουργούν ήδη σχεδόν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, επιδιώκοντας να παράγουν όσο το δυνατόν περισσότερο ντίζελ.
Η συμφωνία Τραμπ-Πούτιν και οι αμφιβολίες της αγοράς
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει στρέψει την προσοχή του στο υψηλό κόστος του ντίζελ, λόγω της σημαντικής συμβολής του στις πληθωριστικές πιέσεις. Ο πληθωρισμός αποτελεί ένα από τα βασικά ζητήματα για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει πιέσει συμμάχους των ΗΠΑ να αποδεσμεύσουν μέρος των αποθεμάτων τους σε ντίζελ και αργό πετρέλαιο. Πρόσφατα υπέγραψε επίσης διάταγμα για τη χαλάρωση των περιορισμών στη χρήση του ντίζελ με κόκκινη χρωστική, το οποίο προορίζεται για χρήση εκτός οδικού δικτύου.
Καθώς καμία από αυτές τις κινήσεις δεν οδήγησε σε αισθητή αποκλιμάκωση των τιμών του ντίζελ, ο Τραμπ αποφάσισε αυτόν τον μήνα να χαλαρώσει τις αμερικανικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Στόχος ήταν να επιτραπεί στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να διοχετεύσει μέρος των ρωσικών αποθεμάτων στη διεθνή αγορά.
Η χαλάρωση των κυρώσεων αιφνιδίασε, ωστόσο, τους διεθνείς ηγέτες και προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις από μέλη του Κογκρέσου και των δύο κομμάτων.
Παρότι ο Τραμπ παρουσιάζει τη συμφωνία με τον Πούτιν ως μέσο μείωσης των τιμών, έως την Παρασκευή δεν είχε εντοπιστεί ρωσικό ντίζελ που να έχει φθάσει πράγματι στην παγκόσμια αγορά στο πλαίσιο της συμφωνίας.
Οι ρωσικές υποδομές διύλισης έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές από τα ουκρανικά πλήγματα. Την Παρασκευή, ακόμη μία ρωσική εταιρεία διύλισης ανέστειλε μέρος των εργασιών επεξεργασίας αργού. Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι η Ουκρανία είχε «επιχειρήσει μαζική επίθεση στο διυλιστήριο του Ριαζάν».
Νομοθετική κίνηση για να μπλοκαριστεί η συμφωνία
Παράλληλα, ομάδα Αμερικανών νομοθετών κατέθεσε νομοσχέδιο με στόχο να εμποδίσει την εφαρμογή της συμφωνίας Τραμπ για το ρωσικό ντίζελ. Οι πιθανότητες έγκρισής του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, την οποία ελέγχουν οι Ρεπουμπλικανοί, είναι περιορισμένες.
Οι δημοσκοπήσεις, πάντως, δείχνουν ότι οι Ρεπουμπλικανοί δύσκολα θα διατηρήσουν την πλειοψηφία μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία προσφέρει μια πρώτη εικόνα των νομοθετημάτων που θα μπορούσαν να προχωρήσουν εάν οι Δημοκρατικοί αποκτούσαν τον έλεγχο του σώματος.
Ακόμη και τώρα, όμως, το νομοσχέδιο ενισχύει «τις αυξανόμενες αμφιβολίες για το κατά πόσο θα υλοποιηθεί η συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας για το ντίζελ», δήλωσε ο Μέισον Μέντεζ, αναλυτής παγκόσμιων πραγματικών περιουσιακών στοιχείων στη Wells Fargo.
«Οι επενδυτές εξακολουθούν επίσης να ανησυχούν για περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, καθώς οι επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων και υποδομών της περιοχής έχουν αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες», πρόσθεσε.
Όπως εκτίμησε, «με ορίζοντα το 2027, η ανάγκη αναπλήρωσης των εξαντλημένων παγκόσμιων αποθεμάτων θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη ζήτηση και να διατηρήσει τις τιμές της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο διάστημα».