Οι 4+1 κρίσιμες προκλήσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής το 2026
Η Δαμόκλειος σπάθη μιας πολεμικής αναμέτρησης ή τουλάχιστον ενός θερμού επεισοδίου, η οποία εσχάτως επισείεται πάνω από το κεφάλι των Ευρωπαίων, που εσπευσμένα αναζητούν τρόπους να προετοιμαστούν για ένα πιθανό ρωσικό χτύπημα, δεν είναι κάτι καινούργιο για μια χώρα όπως η Ελλάδα με έναν απρόβλεπτο, κακότροπο και προκλητικό γείτονα. Έναν γείτονα μάλιστα όπως η Τουρκία, που δεν διστάζει να φέρνει με κάθε ευκαιρία στο προσκήνιο την απειλή του casus belli.
Πέντε κρίσιμες προκλήσεις της εξωτερικής πολιτικής το 2026
Το 2026 η Ελλάδα εισέρχεται σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης ρευστότητας και έντονου ανταγωνισμού, όπου η στρατηγική ισχύς, η ενεργειακή αυτονομία και η τεχνολογική υπεροχή καθορίζουν τις διεθνείς ισορροπίες, όπως ανέδειξαν οι εξελίξεις των τελευταίων ετών με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
«Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται σε παρελκυστική διαχείριση κρίσεων, αλλά οφείλει να παράγει πρωτοβουλία, αποτροπή και στρατηγικό βάθος, μέσα από ενεργές περιφερειακές συνεργασίες, όπως η τριμερής Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ. Η σαφήνεια και η αποφασιστικότητα δεν αποτελούν επιλογή· συνιστούν προϋπόθεση εθνικής σταθερότητας, ειδικά όταν η Τουρκία συνεχίζει να αμφισβητεί θαλάσσιες ζώνες, όπως φάνηκε χαρακτηριστικά στην κρίση του 2020 με το Oruç Reis», αναφέρει μιλώντας στο Newsbomb, η διεθνολόγος Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη.
Η Δρ. Ασπασία Αλιγιζάκη (Δικηγόρος-Διεθνολόγος, μέλος ΕΔΙΠ Πανεπιστημίου Πειραιώς)
Σύμφωνα με την κυρία Αλιγιζάκη (Δικηγόρο-Διεθνολόγο, μέλος ΕΔΙΠ Πανεπιστημίου Πειραιώς) η ελληνική εξωτερική πολιτική θα βρεθεί αντιμέτωπη με πέντε βασικές προκλήσεις το νέο έτος.
Αυτές δεν είναι αποσπασματικές, αλλά συνδέονται μεταξύ τους και απαιτούν στρατηγική συνοχή, νομική ακρίβεια και ρεαλιστική αποτίμηση των διεθνών συσχετισμών. Από τις θαλάσσιες ζώνες και την ενεργειακή πολιτική έως την άμυνα και τη διεθνή συνδεσιμότητα, η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει τις πιέσεις σε σταθερούς πυλώνες ισχύος.
«Όπως υπενθυμίζει ο Θουκυδίδης, το δίκαιο αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο όταν στηρίζεται σε ισορροπία ισχύος. Το 2026 η Ελλάδα οφείλει να συνδυάσει το διεθνές δίκαιο με αποτρεπτική ικανότητα, ενεργειακή ασφάλεια και ενεργή διπλωματία, διαμορφώνοντας ρόλο ουσίας σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα», σημειώνει χαρακτηριστικά η Ασπασία Αλιγιζάκη.
Αυτές είναι οι εξής σύμφωνα με την ανάλυσή της στο Newsbomb:
α) Προκλήσεις κυριαρχίας και θαλασσίων ζωνών
Η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών και η έμπρακτη άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων παραμένουν κεντρικές προκλήσεις, καθώς επηρεάζουν άμεσα την ασφάλεια και την οικονομία της χώρας. Η εμπειρία της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οριοθέτηση ΑΟΖ καταδεικνύει ότι η σαφής νομική τεκμηρίωση και η σταθερή προσήλωση στο διεθνές δίκαιο δημιουργούν ισχυρό πλαίσιο άσκησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, ακόμη και υπό συνθήκες αμφισβήτησης. Οι συμφωνίες της Κύπρου με την Αίγυπτο και το Ισραήλ αποτέλεσαν σημαντικό προηγούμενο στη διαμόρφωση νομικής σαφήνειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα οφείλει να επιδιώξει την ολοκλήρωση μιας πλήρους και νομικά συνεκτικής οριοθέτησης της ΑΟΖ με την Αίγυπτο, ιδίως ως προς το ανατολικό της τμήμα που δεν καλύφθηκε από τη μερική συμφωνία του 2020, καθώς και να ενισχύσει τη διπλωματική της δραστηριότητα έναντι της Λιβύης, στηριζόμενη στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση. Η επιδίωξη αυτή πρέπει να αφορά αποκλειστικά την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών βάσει του διεθνούς δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε αποδοχή εκμετάλλευσης πριν από αυτήν.
Παράλληλα, η ενίσχυση της επιτήρησης του θαλάσσιου χώρου μέσω σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, συμπεριλαμβανομένης της αξιοποίησης δορυφορικών δεδομένων και συστημάτων θαλάσσιας επιτήρησης, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο τεκμηρίωσης παραβιάσεων και ενίσχυσης της αποτρεπτικής αξιοπιστίας της χώρας. Η τεχνολογική αυτή διάσταση δεν υποκαθιστά το διεθνές δίκαιο, αλλά το ενισχύει πρακτικά και πολιτικά.
β) Ενεργειακή στρατηγική και γεωπολιτική ευκαιρία
Η ενεργειακή στρατηγική αποτελεί κρίσιμο πεδίο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Η ευρωπαϊκή πολιτική διαφοροποίησης πηγών και διαδρομών ενέργειας δημιουργεί για την Ελλάδα τη δυνατότητα να ενισχύσει τον ρόλο της ως περιφερειακού κόμβου φυσικού αερίου, LNG και, μεσοπρόθεσμα, ανανεώσιμων μορφών ενέργειας και πράσινου υδρογόνου. Η σταδιακή μείωση της εξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από διαδρομές που διέρχονται από την Τουρκία καθιστά στρατηγικά σημαντική την ανάπτυξη και διασύνδεση ελληνικών υποδομών με την ευρωπαϊκή αγορά, όπως ο Κάθετος Διάδρομος και οι υποδομές LNG στη Βόρεια Ελλάδα.
Οι συνεργασίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να ενισχύσουν τον ρόλο της Ελλάδας ως αξιόπιστου παράγοντα ενεργειακής ασφάλειας και ως εναλλακτικού διαύλου τροφοδοσίας της Ευρώπης. Παράλληλα, η διερεύνηση εγχώριων ενεργειακών πόρων, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και υπό αυστηρό νομικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο, μπορεί να συμβάλει στη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ανθεκτικότητα της χώρας.
γ) Αμυντική ισχύς, τεχνολογία και κυβερνοασφάλεια
Η σύγχρονη αποτροπή εκτείνεται πέραν των συμβατικών στρατιωτικών μέσων. Τα μη επανδρωμένα συστήματα, ο κυβερνοχώρος και η προστασία κρίσιμων υποδομών αποτελούν βασικά πεδία ανταγωνισμού, όπως καταδεικνύεται από τις σύγχρονες συγκρούσεις. Η Ελλάδα καλείται να επενδύσει συστηματικά στην εγχώρια αμυντική και τεχνολογική της βάση, με έμφαση σε συστήματα επιτήρησης, drones και κυβερνοάμυνα, στο πλαίσιο του μακροπρόθεσμου εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η διασύνδεση της αμυντικής βιομηχανίας με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα μπορεί να δημιουργήσει μακροπρόθεσμη προστιθέμενη αξία, ενισχύοντας όχι μόνο την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας αλλά και τη στρατηγική της αυτονομία.
δ) Η ευρωπαϊκή πρόκληση: SAFE, Ουκρανία και στρατηγική συνοχή
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα πρέπει να διασφαλίσει ότι η τουρκική αμυντική βιομηχανία παραμένει εκτός SAFE,ως στοιχείο στρατηγικής αποτροπής. Ένα κράτος που απειλεί κράτος-μέλος, διατηρεί στρατιωτική κατοχή και παραβιάζει διεθνές δίκαιο δεν μπορεί να ενσωματωθεί στα ευρωπαϊκά σχήματα στρατηγικής αυτονομίας.Η Ελλάδα οφείλει να διασφαλίσει ότι αυτή η θέση καθιερώνεται ως κοινή ευρωπαϊκή γραμμή αρχής.
Παράλληλα, η χρηματοδότηση της Ουκρανίας μέσω του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού, στην οποία συμμετέχει και η Ελλάδα, πρέπει να συνδέεται με την αγορά ευρωπαϊκών και ελληνικών αμυντικών συστημάτων. Η χρήση οπλικών συστημάτων που προέρχονται από κράτη τα οποία αμφισβητούν ευθέως κράτη-μέλη της Ένωσης θα υπονόμευε την ευρωπαϊκή συνοχή και τη συλλογική αξιοπιστία.
Η ανάπτυξη ελληνικών drones, συστημάτων επιτήρησης και κυβερνοασφάλειας πρέπει να ενσωματωθεί στις ευρωπαϊκές προμήθειες, μετατρέποντας κάθε επένδυση σε εθνικό και ευρωπαϊκό εργαλείο ισχύος.
ε) Διεθνείς διασυνδέσεις και ο ρόλος της Ελλάδας στον IMEC
Η πέμπτη πρόκληση αφορά τη θέση της Ελλάδας στον αναδυόμενο διάδρομο IMEC (India–Middle East–Europe Corridor), ο οποίος στοχεύει στην ενίσχυση της συνδεσιμότητας μεταξύ Ινδίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης μέσω μεταφορικών, ψηφιακών και ενεργειακών υποδομών. Παρά τις γεωπολιτικές δυσκολίες και τις καθυστερήσεις, ο IMEC παραμένει στρατηγικά σημαντικός ως εναλλακτικό σχήμα συνδεσιμότητας.
Η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση και τη θεσμική της ιδιότητα ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να λειτουργήσει ως κόμβος μεταφορών, ενέργειας και logistics, εντάσσοντας τον διάδρομο αυτό στα ευρωπαϊκά δίκτυα. Η αναβάθμιση των σχετικών υποδομών μπορεί να προσδώσει στη χώρα πρόσθετη γεωοικονομική και γεωπολιτική αξία, ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της θέση στο διεθνές περιβάλλον.