Άγνωστος Χ η Καρυστιανού που δημιουργεί σκηνικό χαμηλών πτήσεων για όλους
Ας βάλουμε κάτω τους αριθμούς. Η εταιρεία δημοσκοπήσεων Interview ήταν η πρώτη που επιχείρησε να συνθέσει τις απαντήσεις σε δύο διαφορετικά ερωτήματα. Την πρόθεση ψήφου (όπου μετρώνται τα υπάρχοντα κόμματα) και το βαθμό ανταπόκρισης των ερωτωμένων στους δύο υπό ίδρυση πολιτικούς σχηματισμούς με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα και τη Μαρία Καρυστιανού. Ενδιαφέρουσα κοπτοραπτική, ιδού η εικόνα:
ΝΔ 23,9%, κόμμα Καρυστιανού 14,5%, ΠΑΣΟΚ 10,5%, κόμμα Τσίπρα 10%, ΚΚΕ 5,5%, Ελληνική Λύση 5%, Πλεύση Ελευθερίας 4,5%, Φωνή Λογικής 3,2%, Μέρα25 2,9%, Κίνημα Δημοκρατίας 2,5%, ΣΥΡΙΖΑ 2,3%, Νίκη 1,4%, Νέα Αριστερά 1%.
Μια απλή ανάγνωση οδηγεί στα συμπεράσματα της στιγμής:
Πρώτον: Η Μαρία Καρυστιανού δείχνει ότι καταλαμβάνει ανέτως –περίπου από τα αποδυτήρια- τη θέση της αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Δεύτερον: Ανδρουλάκης και Τσίπρας μάχονται για την τρίτη θέση με απολύτως οριακή διαφορά. Πάντως, τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ φαίνεται ότι επηρεάζονται τόσο από το εγχείρημα Καρυστιανού όσο και από το εγχείρημα Τσίπρα. Όπως επίσης επηρεάζονται οι πολιτικές φιλοδοξίες του πρώην πρωθυπουργού από την πρωτοβουλία της προέδρου του Συλλόγου συγγενών των θυμάτων των Τεμπών (την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, είχε ζητηθεί η παραίτησή της).
Τρίτον: Το τοπίο στην Αριστερά – Κεντροαριστερά παραμένει κατακερματισμένο, ίσως όμως αυτό το γεγονός ενισχύει τη σημασία της συνεννόησης – σύμπραξης ενδεχομένως μεταξύ των πολιτικών σχηματισμών που κατοικοεδρεύουν σ’ αυτό το ιδεολογικό φάσμα. Αν όχι όλων, ίσως μεταξύ εκείνων που πιθανόν να… ψήνονται. Δηλαδή ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρας-Νέα Αριστερά.
Τέταρτον: Ανεξάρτητα από το αν –σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις- πλήττονται από την αναμενόμενη πρωτοβουλία Καρυστιανού, σαφώς περισσότερο Βελόπουλος – Κωνσταντοπούλου, η Νέα Δημοκρατία δεν παύει να χάνει (πάντα με βάση την εικόνα της στιγμής) 3,1 ποσοστιαίες μονάδες, κάτι που την απομακρύνει πλήρως από τον στόχο της να επιτύχει, έστω και βαριά τραυματισμένη, το στόχο της αυτοδυναμίας μέσω διαδοχικών (δύο, plus;) εκλογικών αναμετρήσεων. Ιδιαίτερα αν πάρουμε, επίσης, υπόψιν ότι δεν γνωρίζουμε ακόμη ποια θα είναι η τελική απόφαση του Αντώνη Σαμαρά. Όποια κι αν είναι πάντως, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιον ότι… δεν θα κάτσει με τα χέρια σταυρωμένα. Ο νοών νοείτο!
Μιλήσαμε νωρίτερα για μια πρώτη προσέγγιση, επειδή η εξίσωση των επόμενων εκλογών είναι σαφέστατα πολυπαραγοντική και μέχρι στιγμής γνωρίζουμε μόνον ορισμένους από τους κρίσιμους παράγοντες που θα συμβάλουν στη διαμόρφωση τελικού αποτελέσματος. Ας επιχειρήσουμε, λοιπόν, μια άλλη προσέγγιση:
Είναι πασιφανές ότι η κυρία Καρυστιανού εκφράζει σήμερα πολύ πιο δυναμικά απ’ ό,τι τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης (υπάρχοντα και μη υπάρχοντα, συστημικά και μη) την αντισυστημική ψήφο. Τη «δίψα» μιας μεγάλης μερίδας πολιτών (σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπικές καταγραφές) για εντιμότητα, διαφάνεια, κοινωνική δικαιοσύνη, θεσμική θωράκιση, απόδοση ευθυνών σε όσους πολιτικούς αποδειχθεί ότι «έπαιξαν μπάλα» στο «γήπεδο» της διαφθοράς, για μια άλλη Ελλάδα, εν τέλει.
Ας κάνουμε, όμως, εδώ μια παρένθεση, για να επισημάνουμε κάτι που αφορά ανεξαιρέτως όλους όσοι φιλοδοξούν να διαπρέψουν στην επόμενη εκλογική μάχη. Τον περασμένο Δεκέμβριο καταγράφηκαν (κατά την ΕΛΣΤΑΤ) στοιχεία-φωτιά για ενοίκια (8,4% πάνω), για διατροφή, δηλαδή κρέας, καφές, κακάο (παιδιά), ψωμί, κτηνοτροφία, γαλακτοκομικά, φρούτα (3,6%) –δεν μένουν και πολλά ακόμη. Και βεβαίως, νέα άνοδος του πληθυσμού που ροκανίζει περαιτέρω το εισόδημα. Σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης, παραμένουμε ουραγοί σχεδόν σε όλα. Και για του λόγου το αληθές, είδαμε συρρίκνωση (στοιχεία ΕΣΕΕ) στο τζίρο των εμπορικών καταστημάτων την εορταστική περίοδο, αφού ως γνωστόν «έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου».
Επιστρέφοντας μετά από την παρένθεση στο εγχείρημα Καρυστιανού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το εύρος του θα κριθεί από τις σαφείς απαντήσεις σε μια σειρά από άλλα ζητήματα. Ενδεικτικά: τη συνταγή για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και όχι μόνον, με σαφήνεια και κοστολόγηση (πρόγραμμα), την υποστήριξη ηγετικών χαρακτηριστικών σε μια άλλη διάσταση, την αντοχή στους σκληρούς όρους του πολιτικού παιχνιδιού (οι ως τώρα αίτιοι της επίθεσης ενδέχεται να αποδειχθούν επιπέδου… σχολής καλογραιών), την ικανότητα επιλογής συνεργατών και την ενορχήστρωσή τους. Απλές παρατηρήσεις προς το παρόν, ελλείψει επαρκών δεδομένων.
Ως προς τον Αλέξη Τσίπρα, τα δεδομένα είναι και επαρκή και σχετικώς σαφή. Επέλεξε –καθόλου τυχαία- να δώσει έμφαση στη σημασία της εντιμότητας των πολιτικών, να στείλει το μήνυμα της ανάγκης για κάθαρση (νόμος περί ευθύνης υπουργών), να βάλει σε πρώτο πλάνο το «αγκάθι» της συνεχώς διευρυνόμενης ανισότητας. Όλα αυτά είναι ενδεχομένως επαρκή για τον συριζαϊκό κόσμο των εκλογών του 2023, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται ο πρώην πρωθυπουργός φιλοδοξεί να απευθυνθεί σε ένα σαφώς ευρύτερο κοινό. Κάτι τέτοιο φυσικά, θα προϋπέθετε ότι θα δοθεί απάντηση στο εξής ζήτημα: Ποιος είναι ο Αλέξης Τσίπρας της σημερινής εποχής; Είναι ο ομιλητής του Economist ή είναι ο οραματιστής του προγράμματος των 100 ημερών της έκθεσης Θεσσαλονίκης. Είναι ο αρχηγός ενός κεντροαριστερού κόμματος που απευθύνεται και στη μεσαία τάξη –κάτι σαν σύγχρονο ΠΑΣΟΚ- ή ένας αριστερός ριζοσπάστης που μπαίνει στο στίβο του ανταγωνισμού με τη Μαρία Καρυστιανού και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Το τελευταίο μάλλον απορρίπτεται, αλλά ωστόσο υπάρχει συνέχεια. Θέλω να πω ότι ακόμη και στην περίπτωση που επιλεγεί το μοντέλο Economist, οι λύσεις που θα εισηγηθεί για τα μεγάλα προβλήματα (ήδη γίνεται επεξεργασία), θα έχουν κάποιο ταξικό πρόσημο. Στα τρόφιμα ή στην ενέργεια για παράδειγμα, το λογαριασμό θα κληθούν να πληρώσουν εκτός από τα καρτέλ, και κάποιοι άλλοι. Ποιοι άραγε θα είναι αυτοί, τα κατώτερα οικονομικά στρώματα ή –και πάλι- η μεσαία τάξη; Για όλους αυτούς τους προαναφερθέντες λόγους, ο πρώην πρωθυπουργός κάνει τις επαφές του σε ρυθμούς ελαφρώς… ρελαντί. Αντιλαμβάνεται πλήρως ότι το «αφήγημα» προηγείται των «αφηγητών».
Ως προς την κυβέρνηση, λίγο τα έχουμε πει κατά καιρούς. Το μοτίβο παραμένει σταθερό. Έχοντας υποστεί μεγάλη φθορά στο brand name της, εξακολουθεί να διαχειρίζεται προβλήματα μεγάλης έντασης με επικοινωνιακά εργαλεία και ποντάρει κυρίως στο γεγονός ότι έχει σοβαρές προϋποθέσεις να κερδίσει στην τελική ευθεία –έστω και βαριά τραυματισμένη, γι’ αυτό θα δουλέψει το σλόγκαν «χάος ή σταθερότητα»; Είναι όμως σίγουρα έτσι, τη στιγμή μάλιστα που τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται και εντείνονται ενώ η συνοχή κυβέρνησης και κυβερνώντος κόμματος δείχνει να απομειώνεται;
Κανένας από εμάς, πιστεύω, δεν θα ήταν σε θέση να δώσει αξιόπιστες απαντήσεις στην παρούσα φάση, καθώς αγνοούνται πλήρως δύο σημαντικά δεδομένα:
Α. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ποιο θα είναι στις επόμενες εκλογές το τελικό εκλογικό σώμα. Θα είναι τόσο απομειωμένο όσο το 2023 ή ενδεχομένως πολυπληθέστερο, αν υποθέσουμε (υπάρχουν ενδείξεις) ότι οι θιασώτες του καναπέ, θα σταματήσουν να αναθεματίζουν τους πάντες και θα επιλέξουν να τα πουν στην κάλπη «ένα χεράκι» προς πάσα κατεύθυνση.
Β. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, επίσης, αν η υποβόσκουσα διαμαρτυρία τροφοδοτείται κυρίως από την οργή –άρα σε μια τέτοια περίπτωση θα εκτονωθεί στην πρώτη κάλπη και στη δεύτερη θα εκφρασθεί με πιο συμβατικά κριτήρια- ή αν η καταγεγραμμένη αντίδραση έχει βαθύτερα (δομικά) χαρακτηριστικά, επομένως θα πάρει η μπάλα και τη δεύτερη κάλπη.
Ένας ακόμη αστάθμητος παράγοντας: Αν το αποτέλεσμα της επόμενης αναμέτρησης είναι ένα είδος remake των εκλογών του 2012 (πολυκομματική Βουλή, χαμηλά ποσοστά) τότε υπάρχει και το σενάριο της μεταβατικής κυβέρνησης –ας πούμε εξαμήνου. Μετά από τέτοια εγχειρήματα, κάποιο(α) κόμμα(τα) χάνει(ουν) και κάποιο(α) κερδίζει(ουν).
Άρα πολλά και αναπάντητα τα ερωτήματα, για την ώρα. Σίγουρα, πάντως, δεν θα πλήξουμε!