Θεόφιλος Σεχίδης: O serial killer της Θάσου που άκουγε Τσαϊκόφσκι και τεμάχιζε την οικογένειά του
Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται από την υπόθεση που συγκλόνισε τη χώρα, όταν ο 24χρονος τότε Θεόφιλος Σεχίδης σκότωσε πέντε μέλη της οικογένειάς του στη Θάσο, σε ένα έγκλημα που προκάλεσε σοκ για την αγριότητα και τις λεπτομέρειες που αποκαλύφθηκαν.
Σήμερα, 20 Μαΐου 2026, συμπληρώνονται 30 χρόνια από τις πέντε δολοφονίες που διέπραξε ο Θεόφιλος Σεχίδης στη Θάσο, σε μια πρωτοφανή υπόθεση για τα ελληνικά αστυνομικά χρονικά παγώνοντας παράλληλα το πανελλήνιο.
Οι δολοφονίες έγιναν στις 19 και 20 Μαΐου 1996, όμως η υπόθεση αποκαλύφθηκε σχεδόν τρεις μήνες αργότερα, στις αρχές Αυγούστου, όταν οι Αρχές άρχισαν να ερευνούν την εξαφάνιση των μελών της οικογένειάς του. Ο Θεόφιλος Σεχίδης, τότε 24 ετών και φοιτητής Νομικής στην Κομοτηνή, συνελήφθη και ομολόγησε ότι είχε σκοτώσει πέντε συγγενικά του πρόσωπα, τον πατέρα του, τη μητέρα του, την αδελφή του, τη γιαγιά του και τον θείο του.

Η τυχαία σύλληψη στην Καβάλα
Λίγες εβδομάδες πριν έρθει στο φως η πενταπλή δολοφονία, στις 21 Ιουλίου 1996, ο Σεχίδης είχε συλληφθεί στην Καβάλα κατά τη διάρκεια τυπικού αστυνομικού ελέγχου στο αυτοκίνητό του. Οι αστυνομικοί είχαν εντοπίσει στο όχημα μια κοντόκαννη καραμπίνα, ένα κυνηγετικό όπλο και φυσίγγια.
Για την οπλοκατοχή καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών και χρηματικό πρόστιμο 700.000 δραχμών. Ωστόσο, αφέθηκε ελεύθερος καθώς είχε λευκό ποινικό μητρώο, με αποτέλεσμα οι Αρχές να μην υποψιαστούν τι είχε προηγηθεί στο σπίτι του στη Θάσο.
Το χρονικό των δολοφονιών στη Θάσο
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε στις 8 Αυγούστου 1996, όταν ο Θεόφιλος Σεχίδης συνελήφθη και οδηγήθηκε για ανάκριση, καθώς οι Αρχές ερευνούσαν πλέον την εξαφάνιση των μελών της οικογένειάς του. Λίγες ώρες μετά την έναρξη της ανάκρισης, ο 24χρονος ομολόγησε το πενταπλό έγκλημα, περιγράφοντας με λεπτομέρεια στους αστυνομικούς, όσα είχαν γίνει στη Θάσο στις 19 και 20 Μαΐου.
Ως βασικό κίνητρο, ο δράστης πρόβαλε την πεποίθηση ότι οι συγγενείς του είχαν συνωμοτήσει με σκοπό να τον εξοντώσουν.
Ο θείος
Πρώτο θύμα ήταν ο 58χρονος θείος του. Στις 19 Μαΐου, πήγε στην περιοχή της Ακρόπολης του Λιμένα με τον θείο του Βασίλη για να συζητήσουν. Η κουβέντα κατελήξε σε καυγά. Τότε ο Σεχίδης τον έσπρωξε σε γκρεμό και στη συνέχεια τον αποκεφάλισε, ισχυριζόμενος ότι το έκανε «για να μην βασανίζεται». «Προσπάθησε να με χτυπήσει με ένα μαχαίρι. Τον έσπρωξα και έπεσε σε γκρεμό, από ύψος 10 μέτρων. Κατέβηκα κάτω και τον είδα να ψυχορραγεί. Και για να μη βασανίζεται άλλο, του έκοψα με το μαχαίρι το κεφάλι», είχε υποστηρίξει ο δράστης. Στη συνέχεια είπε πως έκρυψε το πτώμα σε κάτι θάμνους. Μετά έφυγε, αγόρασε ένα καινούριο πουκάμισο και ένα κυνηγετικό όπλο και πήγε σπίτι να περιμένει τους υπόλοιπους της οικογένειας.
Ο πατέρας, η μητέρα και η αδελφή
Στη συνέχεια, ο δράστης επέστρεψε στο σπίτι, όπου πυροβόλησε και σκότωσε τον 55χρονο πατέρα του, Δημήτρη Σεχίδη, υποστηρίζοντας ότι αμύνθηκε σε επικείμενη επίθεση με μαχαίρι. «Ο πατέρας μου είχε ένα μαχαίρι, φοβήθηκα», είχε καταθέσει. «Μόλις γύρισε για να πάει στην τουαλέτα, τον πυροβόλησα και έπεσε νεκρός. Μετά του έκοψα την καρωτίδα μ’ ένα μαχαίρι». Αμέσως μετά, δολοφόνησε την 48χρονη μητέρα του, Μαρία, και την 27χρονη αδελφή του, Ερμιόνη (Έμμυ). «Κρατούσε κι αυτή μαχαίρι. Της άρπαξα το χέρι, την αφόπλισα και της έκοψα τον λαιμό με το μαχαίρι», είπε ο Σεχίδης για την μητέρα του, αλλά ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι είχε κι αυτή πυροβοληθεί στο κεφάλι.
Ακολούθησε η αδελφή του Έμμυ, που είχε ακούσει την φασαρία, μπήκε στο σαλόνι, κρατώντας ένα τασάκι για να αμυνθεί. Ο Σεχίδης υποστήριξε πως κρατούσε και αυτή μαχαίρι. «Μου όρμησε και τη σκότωσα με τον ίδιο τρόπο».
Η γιαγιά
Την επόμενη ημέρα, στις 20 Μαΐου, όταν η 75χρονη γιαγιά του, Ερμιόνη, επισκέφθηκε την οικία αναζητώντας την οικογένεια, ο Σεχίδης τη σκότωσε και εκείνη, ισχυριζόμενος ότι και εκείνη είχε κινηθεί εναντίον του.
Στη συνέχεια, αποκαλύφθηκε ότι τεμάχισε όλα τα πτώματα με αλυσοπρίονα, εκτός από αυτό του θείου του, τα τοποθέτησε σε σακούλες σκουπιδιών και τα πέταξε στη χωματερή της Καβάλας.
Κατά την ιατροδικαστική εξέταση και την ανάκριση επιβεβαιώθηκε ότι ο δράστης είχε αφαιρέσει τους εγκεφάλους των θυμάτων, τους οποίους διατηρούσε στο ψυγείο. Ο ίδιος δικαιολόγησε την πράξη του αναφέροντας ότι σκόπευε να τους κρατήσει για «μεταγενέστερη μελέτη».

Η οικογένεια Σεχίδη
Η αποκάλυψη που πάγωσε τη χώρα
Η υπόθεση πήρε αμέσως τεράστιες διαστάσεις. Η Θάσος βρέθηκε στο επίκεντρο της επικαιρότητας, ενώ τα στοιχεία που έρχονταν καθημερινά στο φως προκαλούσαν σοκ στην κοινή γνώμη. Δεν επρόκειτο απλώς για μια πενταπλή δολοφονία. Ήταν ένα έγκλημα μέσα στην ίδια οικογένεια, με λεπτομέρειες που ξεπερνούσαν όσα είχαν καταγραφεί μέχρι τότε σε αντίστοιχες υποθέσεις στην Ελλάδα.

Τα όσα είπε στις Αρχές, η ψυχρότητα που του αποδόθηκε και η φύση του εγκλήματος έγιναν αντικείμενο εκτενούς κάλυψης από τα μέσα ενημέρωσης, σε μια περίοδο κατά την οποία η ιδιωτική τηλεόραση είχε ήδη αποκτήσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της επικαιρότητας.
Ο Τσαϊκόφσκι και ο… Χριστός
Για εβδομάδες, η υπόθεση κυριαρχούσε στα δελτία ειδήσεων, στα πρωτοσέλιδα και στις τηλεοπτικές εκπομπές. Η κοινή γνώμη παρακολουθούσε τις εξελίξεις σχεδόν καθημερινά, ενώ οι συζητήσεις επικεντρώνονταν στα κίνητρα, στην ψυχική κατάσταση του δράστη, στη στάση του μετά το έγκλημα και στο πώς μια ολόκληρη οικογένεια χάθηκε χωρίς να υπάρξει άμεση κινητοποίηση.

Στα ρεπορτάζ της εποχής, η υπόθεση παρουσιαζόταν με ιδιαίτερα σκληρούς τίτλους, αποτυπώνοντας το σοκ που είχε προκαλέσει η πενταπλή δολοφονία στη Θάσο. Χαρακτηριστικό είναι πρωτοσέλιδο της 11ης Αυγούστου 1996, που έκανε λόγο για «νέες ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για την πενταπλή σφαγή» και ανέφερε ότι «ο κανίβαλος τους έκοβε ακούγοντας Τσαϊκόφσκι».
Στο ίδιο δημοσίευμα, ο Θεόφιλος Σεχίδης περιγραφόταν ως «αμετανόητος και ψυχρός» κατά την παρουσία του στον εισαγγελέα. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, εμφανίστηκε χωρίς δικηγόρο και φέρεται να είπε: «Δεν μετανιώνω για ό,τι έκανα. Έπρεπε να το κάνω. Τους ξέκανα γιατί ήθελαν αυτοί να με ξεκάνουν». Το δημοσίευμα σημείωνε ακόμη ότι τα λόγια του προκάλεσαν οργή στον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί έξω από τα δικαστήρια.
Η εφημερίδα κατέγραφε και στοιχεία της απολογίας του, όπως την αναφορά του ότι «άφησε γένια για να μοιάζει στον Χριστό», αλλά και τον ισχυρισμό του ότι η θεία του θα τον φρόντιζε. Στο ίδιο ρεπορτάζ γινόταν λόγος για την ψυχρότητα με την οποία περιέγραφε τις πράξεις του, ενώ οι αστυνομικοί και οι εισαγγελικές αρχές φέρονταν να συνέχιζαν τις έρευνες για το αποτρόπαιο έγκλημα που είχε συγκλονίσει τη χώρα.
Το δικαστήριο και η ποινή
Το 1998 ο Θεόφιλος Σεχίδης κάθισε στο εδώλιο του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Δράμας. Η μεταγωγή του στο δικαστήριο έγινε σε κλίμα έντασης, καθώς, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ της εποχής, υπήρξαν στιγμές που απειλήθηκε ακόμη και με λιντσάρισμα.
Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε πέντε φορές ισόβια και του επέβαλε χρηματική ποινή 100 εκατομμυρίων δραχμών. Όταν άκουσε την απόφαση, παρέμεινε ανέκφραστος.
Στην απολογία του παραδέχθηκε τα εγκλήματά του, δήλωσε αμετανόητος και επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι σκότωσε τα μέλη της οικογένειάς του επειδή πίστευε πως σχεδίαζαν να τον «βγάλουν από τη μέση».
Περιέγραψε με λεπτομέρειες τις δολοφονίες, ενώ έκανε λόγο και για μακροχρόνιες εντάσεις μέσα στην οικογένεια. Κατηγόρησε τον θείο του ότι είχε αποκτήσει με παράνομο τρόπο τα χρήματά του στο Βέλγιο, ενώ για τον πατέρα του υποστήριξε ότι τον πίεζε και δεν τον άφηνε να ζήσει όπως ήθελε.

Η υπόθεση παρέμεινε για χρόνια σημείο αναφοράς για εγκληματολόγους, νομικούς και αστυνομικούς συντάκτες, όχι μόνο λόγω της αγριότητας των πράξεων, αλλά και επειδή ανέδειξε ερωτήματα γύρω από την ψυχιατρική αξιολόγηση, την ποινική μεταχείριση και τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία αντιμετώπισε ένα τόσο ακραίο οικογενειακό έγκλημα.

Η ψυχιατρική αξιολόγηση
Έπειτα από πεντάμηνη παρακολούθηση της συμπεριφοράς του, οι ψυχίατροι κατέληξαν ότι ο Θεόφιλος Σεχίδης έπασχε από σχιζότυπη διαταραχή προσωπικότητας. Ωστόσο, έκριναν ότι δεν έχρηζε νοσηλείας και ότι είχε πλήρη ευθύνη και επίγνωση των πράξεών του.
Στην αξιολόγηση καταγράφηκαν και οι ιδιαιτερότητες του οικογενειακού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο είχε μεγαλώσει, καθώς, σύμφωνα με τους ειδικούς, ο Σεχίδης είχε βιώσει δύσκολες καταστάσεις.
Χρόνια αργότερα, το 2010, ο ψυχίατρος του Οργανισμού Κατά των Ναρκωτικών του Αττικού Νοσοκομείου, Γεώργιος Τζεφεράκος, υποστήριξε ότι ο Σεχίδης έπασχε από σχιζοφρένεια και όχι από σχιζότυπη διαταραχή προσωπικότητας.
Ο θάνατός του
Ο Θεόφιλος Σεχίδης βρέθηκε νεκρός στις 12 Φεβρουαρίου 2019, σε ηλικία 49 ετών στο ψυχιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού. Ως πιθανότερη αιτία θανάτου θεωρήθηκε η ανακοπή καρδιάς, καθώς τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα, ενώ λάμβανε και φαρμακευτική αγωγή.
Σύμφωνα με τις τότε πληροφορίες, παρουσίασε δυσκολία στην αναπνοή την ώρα του πρωινού μπάνιου. Μεταφέρθηκε άμεσα στο νοσοκομείο κρατουμένων, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Τριάντα χρόνια μετά, η υπόθεση Σεχίδη εξακολουθεί να καταγράφεται ως μία από τις πιο βαριές υποθέσεις στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά. Η πενταπλή δολοφονία, η οικογενειακή διάσταση του εγκλήματος και τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα εξηγούν γιατί η υπόθεση είχε προκαλέσει τόσο μεγάλο σοκ στην ελληνική κοινωνία.