Εφετείο έκρινε ότι δικηγόρος που γέννησε πρόωρα κι έλειπε από δίκη όφειλε να παρίσταται ούσα λεχώνα
Το εφετείο Πειραιά δεν αναγνωρίζει την πρόωρη γέννα ως ανωτέρα βία και δέχεται να δικαστεί ερήμην λεχώνα δικηγόρος
Στο νομικό κόσμο έχει ανοίξει από προχθές (15/3) μία συζήτηση με αφορμή την υπ' αριθ. 132/2026 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία θεωρεί ότι η πρόωρη γέννα, η εισαγωγή νεογνού σε ΜΕΘ νεογνών και η προφανής ψυχολογική κατάρρευση της νέας μητέρας και δικηγόρου δεν συνιστούν ανωτέρα βία.
Η υπόθεση αφορά δικηγόρο η οποία δεν κατόρθωσε να παραστεί σε προγραμματισμένη δικάσιμο, καθώς γέννησε εκτάκτως και αντιμετώπισε σοβαρές προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες, με αποτέλεσμα ο πελάτης της να δικαστεί ερήμην.
Η σοβαρότητα του πρόωρου τοκετού μάλιστα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το τέκνο χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών(ΜΕΝΝ), λόγω αναπνευστικών δυσχερειών. Η μητέρα παρέμεινε κλινήρης και σε εμπύρετη κατάσταση και μετά την έξοδο του νεογνού από τη μονάδα.
Το Εφετείο έκρινε ότι θα μπορούσε να ειδοποιήσει από το μαιευτήριο
Στη συνέχεια ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας, προβάλλοντας ως λόγο την ανωτέρα βία λόγω του αιφνίδιου τοκετού. Ωστόσο, το Μονομελές Εφετείο Πειραιά έκρινε ότι το περιστατικό αυτό, παρά τη σοβαρότητά του, δεν συνιστούσε ανωτέρα βία, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε πλήρης και αντικειμενική αδυναμία έστω στοιχειώδους αντίδρασης, όπως η ενημέρωση του δικαστηρίου ή η εξασφάλιση αντικατάστασης, και συνεπώς η ανακοπή απορρίφθηκε. Την απόφαση μάλιστα εξέδωσε γυναίκα δικαστής.
Αυτή η συζήτηση δεν είναι, στην πραγματικότητα, μόνο νομική. Είναι βαθιά κοινωνική. Το ζήτημα που αναδεικνύεται δεν αφορά απλώς το αν ένας πρόωρος τοκετός συνιστά λόγο ανωτέρας βίας ή αν θα έπρεπε να είχε οργανωθεί διαφορετικά μια επαγγελματική υποχρέωση. Αγγίζει κάτι πολύ ευρύτερο, τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα αντιμετωπίζει τη γυναίκα ελεύθερη επαγγελματία και, ειδικότερα, τη μητρότητα όταν αυτή συμβαδίζει με την επαγγελματική ζωή.

Η δικηγόρος Αθηνών Στέλλα Μπίνα
Η πραγματικότητα είναι ότι πολλές γυναίκες που ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, ιδίως στη δικηγορία, εργάζονται μέχρι την τελευταία στιγμή της κύησης. Όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη. Δεν υπάρχουν οι ίδιες δομές προστασίας που υπάρχουν στη μισθωτή εργασία: άδειες μητρότητας με πραγματική οικονομική κάλυψη, θεσμικά περιθώρια αποχής από την εργασία χωρίς άμεσο επαγγελματικό κόστος ή ένα σύστημα που να αναγνωρίζει ότι η εγκυμοσύνη και ο τοκετός δεν είναι απλώς ένα προσωπικό γεγονός, αλλά μια αντικειμενική κατάσταση που επηρεάζει την εργασία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η απαίτηση να λειτουργεί μια γυναίκα που βρίσκεται σε προχωρημένη εγκυμοσύνη σαν να πρόκειται για μια πλήρως προβλέψιμη και ελέγξιμη κατάσταση δείχνει πόσο μακριά βρίσκεται πολλές φορές η θεσμική σκέψη από την πραγματική ζωή των ανθρώπων. Η μητρότητα αντιμετωπίζεται συχνά σαν μια «διαχειριστική δυσκολία» που οφείλει να έχει προγραμματιστεί εκ των προτέρων, αντί να αναγνωρίζεται ως μια κατάσταση που, από τη φύση της, εμπεριέχει αβεβαιότητα, σωματική επιβάρυνση και έντονη ψυχολογική φόρτιση.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η γυναίκα ελεύθερη επαγγελματίας καλείται συχνά να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες απαιτήσεις: από τη μία να εργαστεί μέχρι την τελευταία στιγμή για να μη διακινδυνεύσει την εργασία και το εισόδημά της, και από την άλλη να αντιμετωπίζεται σαν να όφειλε να είχε προγραμματίσει εκ των προτέρων ακόμη και το απρόβλεπτο.
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν θα έπρεπε να περιορίζεται σε μια στενή ερμηνεία δικονομικών κανόνων. Θα έπρεπε να ανοίγει έναν ευρύτερο προβληματισμό για το κατά πόσο το επαγγελματικό και θεσμικό περιβάλλον στην Ελλάδα αναγνωρίζει πραγματικά τις ανάγκες της μητρότητας όταν αυτή συναντά την ελεύθερη επαγγελματική δραστηριότητα. Διότι όσο η μητρότητα αντιμετωπίζεται ως «εξαίρεση» που πρέπει να προσαρμοστεί πλήρως στις απαιτήσεις της εργασίας, τόσο η γυναίκα ελεύθερη επαγγελματίας θα συνεχίσει να βρίσκεται σε μια αντικειμενικά δυσμενέστερη θέση σε σχέση με τη μισθωτή εργασία, πληρώνοντας, τελικά, το κόστος μιας επιλογής που για την κοινωνία θεωρείται αυτονόητη: το να γίνει μητέρα.
Γράφει η Στέλλα Μπίνα Δικηγόρος Αθηνών