Δέντρα «υπό διωγμό» στην Αθήνα: Τα βίαια κλαδέματα και το αίτημα για πραγματικό σχέδιο πρασίνου
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη δημόσια κινητοποίηση παίζουν ομάδες πολιτών που έχουν αναδείξει το θέμα μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα
Η εικόνα είναι γνώριμη σε πολλές γειτονιές της Αθήνας: κορμοί χωρίς κόμη, πεζοδρόμια με ελάχιστη σκιά, δέντρα βαριά τραυματισμένα από παρεμβάσεις που, στα μάτια πολλών κατοίκων, μοιάζουν περισσότερο με «σφαγή» παρά με φροντίδα.
Το τελευταίο διάστημα, το θέμα της κοπής και του αυστηρού κλαδέματος δέντρων στον Δήμο Αθηναίων έχει επιστρέψει δυναμικά στη δημόσια συζήτηση, πυροδοτώντας αντιδράσεις πολιτών, παρεμβάσεις συλλογικοτήτων και έντονες διαφωνίες για το τι συνιστά πραγματικά ορθή διαχείριση του αστικού πρασίνου.

Στην καρδιά της αντιπαράθεσης βρίσκεται ένα κρίσιμο ερώτημα: πρόκειται για αναγκαίες τεχνικές παρεμβάσεις στο όνομα της ασφάλειας και της συντήρησης ή για μια χρόνια λογική κακομεταχείρισης των δέντρων, που αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο και όχι ως πολύτιμη αστική υποδομή; Το ερώτημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν λάβει κανείς υπόψη ότι η Αθήνα παραμένει πολύ πίσω σε όρους πρασίνου, με μόλις 0,96 τετραγωνικά μέτρα πρασίνου ανά κάτοικο, όταν η ελάχιστη προτεινόμενη αναλογία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας είναι 9 τετραγωνικά μέτρα ανά κάτοικο.

Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο γεωπόνος Ευθύμης Στίγγας, η Αθήνα εμφανίζει συνολική πράσινη υποδομή 17%, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 41%, ενώ η δενδροκάλυψή της φτάνει μόλις το 11%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 29%. Τα στοιχεία αυτά, πέρα από τον συμβολισμό τους, δείχνουν ότι κάθε δέντρο στην πόλη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όχι μόνο αισθητική αλλά και περιβαλλοντική, κοινωνική και υγειονομική.

Η ένταση που καταγράφεται σε διάφορα σημεία της Αθήνας συνδέεται ακριβώς με αυτό το αίσθημα απώλειας. Όταν σε μια ήδη επιβαρυμένη πόλη οι κάτοικοι βλέπουν δέντρα να απογυμνώνονται ή να κόβονται, το ζήτημα δεν διαβάζεται ως μία απλή υπηρεσιακή εργασία, αλλά ως ακόμη ένα επεισόδιο σε μια μακρά ιστορία υποτίμησης του πρασίνου. Γι’ αυτό και οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται πια σε μεμονωμένες διαμαρτυρίες, αλλά μετατρέπονται σε ένα πιο οργανωμένο ρεύμα πολιτών που ζητά εξηγήσεις, στοιχεία, άδειες και λογοδοσία.
Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη δημόσια κινητοποίηση παίζουν ομάδες πολιτών που έχουν αναδείξει το θέμα μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, παρακολουθώντας επιτόπου εργασίες κοπής ή κλαδέματος, αναρτώντας φωτογραφικό υλικό, δημοσιεύοντας αποσπάσματα της νομοθεσίας και καλώντας τους πολίτες να είναι παρόντες όταν βλέπουν συνεργεία να παρεμβαίνουν σε δέντρα δημοσίου χώρου. Η λογική τους είναι σαφής: τα δέντρα είναι δημόσιο αγαθό και η διαχείρισή τους δεν μπορεί να γίνεται χωρίς πλήρη διαφάνεια, επιστημονική τεκμηρίωση και κοινωνικό έλεγχο. Το Newsbomb συνομίλησε μαζί τους.

Από την πλευρά των ανθρώπων που ασχολούνται συστηματικά με το αστικό πράσινο, το βασικό επιχείρημα είναι ότι το κλάδεμα δεν είναι ουδέτερη πράξη. Όπως εξηγεί ο γεωπόνος Ευθύμης Στίγγας, πρόκειται για μια μη φυσική διαδικασία που εξυπηρετεί ανθρώπινες ανάγκες, αλλά προκαλεί στρες στα φυτά ανάλογα με τη φυτική μάζα που αφαιρείται. Η καρατόμηση, δηλαδή η αφαίρεση σχεδόν ολόκληρης της κόμης, είναι η πιο επιθετική μορφή κλαδέματος και, όταν γίνεται χωρίς σεβασμό στην εποχή, στο είδος και στις ιδιαιτερότητες κάθε δέντρου, μπορεί να αποβεί μοιραία.
Η τεχνική διάσταση, λοιπόν, δεν είναι καθόλου δευτερεύουσα. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι κάθε παρέμβαση πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση, με βάση το βοτανικό είδος, την ηλικία του φυτού, τη θέση του, τη φάση ανάπτυξής του και τον σκοπό της επέμβασης. Στην πράξη, όμως, πολλές φορές οι κάτοικοι και οι επιστήμονες βλέπουν οριζόντιες, μαζικές και ακραίες παρεμβάσεις που δεν δείχνουν να λαμβάνουν υπόψη αυτές τις παραμέτρους.
Αυτό ακριβώς είναι που τροφοδοτεί την καχυποψία απέναντι στις δημοτικές πρακτικές. Η επίκληση της ασφάλειας, της πυρασφάλειας, της αποφυγής πτώσεων ή της ανάγκης συντήρησης δεν αρκεί από μόνη της, όταν οι πολίτες αντικρίζουν δέντρα που μένουν ουσιαστικά γυμνά ή όταν διαπιστώνουν ότι οι εργασίες γίνονται χωρίς να έχει προηγηθεί ορατή ενημέρωση για την άδεια, την αιτιολόγηση και το σχέδιο διαχείρισης.

Από αυτή τη σκοπιά, ο Δημήτρης Στέφαν, ιδρυτής της δημοφιλούς ομάδας πολιτών «Cut it Right», ζητά έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο προσέγγισης. Προτείνει δημόσια παρουσίαση του μεσοπρόθεσμου και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού για το πράσινο, με απογραφή, στοιχεία για φυτεύσεις, κοπές, κλαδέματα, αιτιολογήσεις, άδειες και φωτογραφική τεκμηρίωση σε σύγκριση με το παρελθόν. Επιμένει επίσης ότι πρέπει να υπάρχει σαφής λογοδοσία για τη διαχείριση της ξυλείας και των υπολειμμάτων, αλλά και ευρύτερη συμμετοχή των πολιτών στον σχεδιασμό των ελεύθερων χώρων και της βλάστησης στην πόλη.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η καλλιτέχνης και ακτιβίστρια Σοφία Ανδριανού περιγράφει ένα τοπίο βαθιάς αντίφασης: από τη μία τη συγκίνηση που προκαλεί η παρουσία μεγάλων, φροντισμένων δέντρων στις γειτονιές της πόλης και από την άλλη την οργή για εικόνες βίαιης κατακρεούργησης που αφήνουν πίσω μόνο κορμούς. Όπως σημειώνει, η καρατόμηση απαγορεύεται, κι όμως σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρούνται άγαρμπα και αδικαιολόγητα κοψίματα που οι πολίτες βιώνουν ως κακοποίηση της φύσης στο όνομα της «φροντίδας».
Η ίδια στέκεται ιδιαίτερα στη σημασία της κοινωνικής κινητοποίησης. Περιγράφει τις διαδικτυακές ομάδες ως χώρους όπου οι πολίτες ενημερώνονται, μαθαίνουν τι προβλέπει η νομοθεσία, ανταλλάσσουν αποδεικτικό υλικό και, σε αρκετές περιπτώσεις, παρεμβαίνουν επιτόπου για να αποτρέψουν αδικαιολόγητες εργασίες. Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι ο πολίτης δεν είναι υποχρεωμένος να παρακολουθεί παθητικά: μπορεί να ζητήσει άδεια, να καλέσει τον αρμόδιο δήμο, το δασαρχείο ή ακόμη και την αστυνομία όταν θεωρεί ότι παραβιάζεται η νομιμότητα.
Πίσω, όμως, από τις άμεσες αντιδράσεις, αναδεικνύεται ένα βαθύτερο πρόβλημα σχεδιασμού. Ο Ευθύμης Στίγγας υποστηρίζει ότι στο λεκανοπέδιο της Αττικής δεν υπάρχει ουσιαστικός σχεδιασμός πεζοδρομίων, άρα ούτε και επαρκής σχεδιασμός για τη θέση και την ανάπτυξη των δέντρων. Δέντρα φυτεύονται σε ασφυκτικές θέσεις, πεζοί και ρίζες συγκρούονται με τις ίδιες υποδομές, ενώ η πόλη αδυνατεί να δημιουργήσει συνθήκες υγιούς συμβίωσης ανάμεσα στο πράσινο και τον δημόσιο χώρο.
Η διαχείριση του αστικού πρασίνου, επομένως, δεν μπορεί να εξαντλείται σε αποσπασματικά κλαδέματα και κοπές. Χρειάζεται στρατηγική, επιστημονική τεκμηρίωση, κατάλληλη στελέχωση, χρηματοδότηση και μακροχρόνιο σχεδιασμό. Ο Στίγγας μιλά ανοιχτά για την ανάγκη μιας επίλεκτης ομάδας επιστημόνων, στην οποία θα συμμετέχουν γεωπόνοι και αρχιτέκτονες τοπίου, με αποστολή την παραμετροποίηση του προβλήματος, την αναγνώριση καλών ευρωπαϊκών πρακτικών και την εκπόνηση μιας εθνικής στρατηγικής που δεν θα αλλάζει ανάλογα με τις δημοτικές εναλλαγές.
Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο όπου το επιμέρους τοπικό πρόβλημα μετατρέπεται σε κεντρικό πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα. Η Αθήνα δεν έχει απλώς ανάγκη από περισσότερο πράσινο· έχει ανάγκη από μια άλλη φιλοσοφία για το πράσινο. Από μια λογική που δεν θα αντιμετωπίζει τα δέντρα ως εμπόδιο για τις πινακίδες, τις εισόδους πάρκινγκ, τα καλώδια ή τη «διευκόλυνση» του αστικού ιστού, αλλά ως αναγκαίους συμμάχους απέναντι στη θερμική επιβάρυνση, τη ρύπανση, τη μείωση της βιοποικιλότητας και την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις που κατατίθενται από τους συνομιλητές του Newsbomb αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ζητούν διατήρηση και αύξηση της υπάρχουσας βλάστησης, προστασία της βιοποικιλότητας, ενίσχυση του υποορόφου με θάμνους και λουλούδια, δημιουργία pocket parks και αστικών οπωρώνων, καλύτερη χρήση των ακαλύπτων χώρων, ακόμη και υπογειοποίηση καλωδίων ηλεκτροδότησης ώστε να μειώνονται οι πιέσεις πάνω στα μεγάλα δέντρα.
Παράλληλα, αναδεικνύουν την ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας. Η φοβία απέναντι στα δέντρα, η τάση να θεωρούνται απειλή αντί για πηγή ζωής, αλλά και η συνήθεια να θυσιάζονται για λόγους ευκολίας, συντηρούν μια κουλτούρα υποβάθμισης του φυσικού στοιχείου μέσα στην πόλη. Η φράση «τα δέντρα είναι δημόσιο αγαθό» επανέρχεται ξανά και ξανά, ακριβώς γιατί συμπυκνώνει το βασικό αίτημα όσων αντιδρούν: όχι άλλη διαχείριση πίσω από κλειστές πόρτες, όχι άλλη «φροντίδα» που αφήνει πίσω ακρωτηριασμένους κορμούς, αλλά ένα διαφανές και επιστημονικά τεκμηριωμένο σχέδιο για την επιβίωση και την ενίσχυση του αστικού πρασίνου.

Ακολουθούν οι συνεντεύξεις.
Ευθύμης Στίγγας: «Η καρατόμηση είναι το πιο επιθετικό κλάδεμα»

Newsbomb: Όταν λέτε «άκριτη και άκαιρη καρατόμηση», τι ακριβώς εννοείτε τεχνικά; Μιλάμε για λάθος εποχή, λάθος μέθοδο ή πλήρη άγνοια;
Ευθύμης Στίγγας: Το κλάδεμα των φυτών είναι μία μη φυσική διαδικασία που εξυπηρετεί αποκλειστικώς τις ανθρώπινες ανάγκες (ανθοφορία, καρποφορία, προσπελασιμότητα, ασφάλεια κ.α.) Εξ αιτίας αυτού τα φυτά υφίστανται μικρότερο ή μεγαλύτερο stress, ανάλογο με την φυτική μάζα που αφαιρείται. Η καρατόμηση είναι το πιο επιθετικό κλάδεμα, όπου αφαιρείται το σύνολο της κόμης (φύλλα και κλαδιά). Κατ’ ουσίαν αυτό το είδος κλαδέματος ενδείκνυται σε σπάνιες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα σε υπέργηρα δένδρα ελιάς.
Ο φυτικός οργανισμός προσπαθώντας να διαχειρισθεί την εξωτερική απειλή της απώλειας των τμημάτων του, και προσπαθώντας να παραμείνει ζωντανός, αντιδρά με έντονη ανάπτυξη φύλλων, ανθέων, καρπών. Κάποιες φορές βεβαίως όταν το κλάδεμα είναι πολύ επιθετικό, καθίσταται μοιραίο και το φυτό δεν ανανήπτει ποτέ.
Όταν οι παρεμβάσεις αυτές συμβαίνουν στην περίοδο από τα τέλη Ιανουαρίου έως τα τέλη Μαρτίου, είναι ίσως πιο ανεκτές. Όταν όμως λαμβάνουν χώρα π.χ. λίγο πριν την είσοδο στον χειμερινό λήθαργο, τότε είναι σαν να έρχεται κάποιος και μας ξυπνάει βίαια ακριβώς την ώρα που μας παίρνει ο ύπνος. Πόσο ευχάριστο και ευεργετικό μπορεί να είναι αυτό;
Το βέλτιστο κλάδεμα -στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο και αναπόφευκτο- έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
- δημιουργεί το ελάχιστο δυνατό σοκ στα φυτά
- λαμβάνει υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το κάθε βοτανικό είδος
- εφαρμόζεται κατ’ άτομο φυτού (άρα πέραν του είδους του φυτού, συνυπολογίζει θέση, ηλικία, εποχή κλπ.)
Θεωρώ ότι το σύνολο των προαναφερθέντων κριτηρίων είναι γνωστά στους συναδέλφους που είναι υπεύθυνοι για την διαχείριση του αστικού πρασίνου. Δυστυχώς κάποιες φορές οι αποφάσεις λαμβάνονται ακόμη και από επιστήμονες άλλων κλάδων, που περιέργως φέρονται να είναι υπεύθυνοι ενώ δεν πληρούν τις προϋποθέσεις.
Πέραν των φυτικών αναγκών, υπεισέρχονται και άλλα κριτήρια π.χ. καθαριότητα, ασφάλεια κλπ. Τα φυτά σε πολλές περιπτώσεις αδικούνται, καθίστανται φιλάσθενα, και έτσι παρουσιάζουν περιορισμένη ανάπτυξη και αντοχές. Η θέση του ουραγού στο αστικό πράσινο πανευρωπαϊκώς, μας υπενθυμίζει ότι η διαχείριση του συγκεκριμένου θέματος εμπεριέχει και λάθη, και άγνοια !
Ποιος τελικά αποφασίζει για το πώς και πότε κλαδεύονται τα δέντρα στην Αθήνα και υπάρχει επιστημονική επίβλεψη;
Συνήθως υπάρχει επιστημονική επίβλεψη. Οι αποφάσεις κατά κανόνα λαμβάνονται από τους επικεφαλής των τμημάτων διαχείρισης πρασίνου στους Δήμους. Ας υποθέσουμε όμως ότι έχει φυτευθεί μία δενδροστοιχία πριν 20-30 χρόνια με στρεβλά κριτήρια (μεγάλο μέγεθος για εντυπωσιασμό, «ελκυστική» εμφάνιση, γρήγορη ανάπτυξη κλπ.), και με πιθανή παρέμβαση άνωθεν. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι υπάρχει ανάγκη για υπερβολικές φροντίδες και αρδεύσεις, τα κλαδιά είναι εύθραυστα (άρα διακυβεύεται η ασφάλεια των πολιτών), και άλλα αντίστοιχα προβλήματα. Τότε ο επικεφαλής του Τμήματος Πρασίνου του Δήμου θα οδηγηθεί να λάβει κάποιες «προφανείς» και αναγκαίες αποφάσεις, που ίσως να μην είναι ακριβώς επιστημονικές.
Βεβαίως, το
- τι ακριβώς εφαρμόζεται από τα συνεργεία
- πόσο ακολουθούνται οι οδηγίες
- πόσο έμπειροι είναι οι εργάτες
είναι και αυτές παράμετροι που χρήζουν προσεκτικής αναγνώσεως.
Προσφάτως προέκυψε το θέμα με τις Πικροδάφνες και τα σχολεία. Ξαφνικά η ελληνική πολιτεία και τα θεσμικά της όργανα ανακάλυψαν ότι τα εν λόγω φυτά είναι δηλητηριώδη. Ετοιμάζονται λοιπόν προγραφές, γκιλοτίνες, αγχόνες, και … «νύχτες κρυστάλλων»! Εάν όλοι αυτοί οι φορείς ενημερωθούν πόσα ακόμη φυτικά είδη αποτελούν πηγή κινδύνων, θα απομείνουν σύντομα μόνον τα τσιμέντα και η άσφαλτος (συνώνυμο της …ασφάλειας)!!
Ποιος είναι σήμερα ο συντελεστής πρασίνου στην Αθήνα και πόσο απέχει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο;
Ας δούμε προσεκτικά την αδυσώπητη παράθεση στοιχείων και αριθμών:
- Προτεινόμενη ελάχιστη αναλογία αστικού πρασίνου από τον ΠΟΥ (Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας) 9,00 τετρ. μέτρα / κάτοικο
- Ιδανική αναλογία 50,00 τετρ. μέτρα / κάτοικο
- Λεκανοπέδιο Αττικής 2,50 τετρ. μέτρα / κάτοικο
- Αθήνα 0,96 τετρ. μέτρα / κάτοικο
Το 1940 η αναλογία στην Αθήνα ήταν 12 τετρ. μέτρα πρασίνου ανά κάτοικο, και το 1965 ήταν 6 τετρ. μέτρα ανά κάτοικο! Η συνεχής βελτίωση (προς το παρελθόν) είναι φανερή!!
Συντελεστής συνολικής πράσινης υποδομής
- Ευρωπαϊκός μέσος όρος …………………………………... 41%
- Αθήνα …………………………………………………………. 17%
Η Αθήνα βρίσκεται στην τελευταία θέση του σχετικού πίνακα μαζί με την πρωτεύουσα της Μάλτας.
Δενδροκάλυψη
- Ευρωπαϊκός μέσος όρος …………………………………. 29%
- Αθήνα ………………………………………………………… 11%
Εδώ η Αθήνα είναι προτελευταία, και ακολουθεί τελευταία η Λευκωσία με 4%.
Ο πιο εντυπωσιακός συντελεστής όμως είναι ο τελευταίος: παρουσιάζει τους Διαθέσιμους Χώρους για Αστικό Πράσινο. Εδώ η χώρα μας είναι δεύτερη σε όλη την Ευρώπη με 15% !!! Δηλαδή εν ολίγοις … ΧΏΡΟΙ ΥΠΑΡΧΟΥΝ (για να παραφράσω και τον τέως πρωθυπουργό!) Αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται να τους γεμίσει με πράσινο. Προτιμούν όλοι τις παραλλαγές του γκρι.
Πώς συγκρίνεται η Αθήνα με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις ως προς τη διαχείριση αστικού πρασίνου; Τι κάνουν διαφορετικά;
Οι ευρωπαϊκές πόλεις έχουν στην πλειοψηφία τους μακρά παράδοση ακαδημαϊκών σπουδών και πολιτισμού. Αυτά εξ άλλου είναι αλληλένδετα. Όπως αποδεικνύεται εύκολα από μία επιτόπια επίσκεψη, οι ευρωπαίοι επιδεικνύουν μεγάλο σεβασμό στα παλαιά κτίρια και στην αισθητική τους, και τα οποία επίσης είναι πλήρως λειτουργικά. Αντιστοίχως, τα ποτάμια τους είναι τα τοπόσημα των πόλεων. Τα φροντίζουν, τα προστατεύουν, και τα αναδεικνύουν (η σύγκριση με την Αθήνα είναι και εδώ συντριπτική).
Σε προέκταση των προηγουμένων, η σχέση των ευρωπαϊκών πόλεων με το πράσινο διέπεται κατ’ ελάχιστον από αλληλοσεβασμό. Αυτό είναι κάτι που διαπερνά την κουλτούρα όλων των κατοίκων, ξεκινώντας από τα ύπατα αξιώματα μέχρι τον τελευταίο πολίτη.
Θυμάμαι την αφήγηση μίας φίλης η οποία βρέθηκε στο Λονδίνο ως φοιτήτρια. Δεχόταν συχνά διακριτικές επιπλήξεις από τους περαστικούς, διότι απαξιούσε να ασχοληθεί με τον μικρό κήπο που διέθετε το σπίτι στο οποίο διέμενε. Αυτή η κοινωνική συνείδηση είναι πανταχού παρούσα στην Ευρώπη, και παντελώς απούσα στην Ελλάδα. Το αποδεικνύουν οι στατιστικές, αλλά πρωτίστως το αποδεικνύει και η εικόνα των ίδιων πόλεων.
Παρεμπιπτόντως την εικόνα αυτή των ευρωπαϊκών πόλεων, την βλέπουμε όλοι μας -λίγο ως πολύ- κατά την διάρκεια των επισκέψεων και των ταξιδιωτικών μας εμπειριών. Αλλά μάλλον την ξεχνούμε εύκολα μετά την επιστροφή μας. Και οι απλοί πολίτες, αλλά και οι ταγοί της πολιτείας.
Γιατί βλέπουμε δέντρα στριμωγμένα σε ακατάλληλες θέσεις στα πεζοδρόμια και ποιος ευθύνεται για αυτόν τον σχεδιασμό;
Τα πράγματα είναι απλά. Στο λεκανοπέδιο της Αττικής και στους δήμους που αυτό φιλοξενεί, δεν υφίσταται ουσιαστικός σχεδιασμός πεζοδρομίων, και εξ αυτού δεν υφίστανται και αξιοπρεπή, λειτουργικά πεζοδρόμια. Αυτή η νοσηρή κατάσταση ξεκίνησε περίπου από την δεκαετία του ΄60 και διαιωνίζεται έως σήμερα. Η πρωτεύουσα της χώρας βιώνει αυτήν την κατάσταση και περιέργως κανείς (ή σχεδόν κανείς) δεν αναφέρεται σε αυτό το θέμα!!
Αναπόφευκτα, και ο σχεδιασμός των φυτεύσεων στα πεζοδρόμια, αποτελεί προέκταση της αναρχίας …του πεζοδρομίου! Η προσπάθεια να φυτευθούν δένδρα στα ήδη ανεπαρκή πεζοδρόμια, απλώς χειροτερεύει την κατάσταση: τα δένδρα υποφέρουν, και οι πεζοί υποφέρουν μαζί τους.
Οφείλω να αναφέρω εδώ ότι υπάρχουν κατά καιρούς Δον Κιχώτες που διαφοροποιούνται (τουλάχιστον όταν τους δίνεται η ευκαιρία), όπως στην περίπτωση της δενδροστοιχίας του Ζαππείου με τις Γιακαράντες. Ορθές αποστάσεις φυτεύσεων αναλογικώς με το μέγεθος των δένδρων. Εκτεταμένη χρήση διάτρητων πλακών πεζοδρομίου για αερισμό και διείσδυση των όμβριων υδάτων, και ταυτόχρονη αποφυγή της ανύψωσης των πλακών από τις ρίζες (σχεδιασμός από τον παλαιό, εξαίρετο συνάδελφο κ. Τάκη Μαρσέλο).
Ένας τρόπος για να ξεφύγει η Αθήνα από αυτήν την παθογένεια είναι να δημιουργηθεί μία επίλεκτη ομάδα επιστημόνων στους οποίους θα περιλαμβάνονται γεωπόνοι και αρχιτέκτονες τοπίου. Θα πρέπει να γίνει:
- παραμετροποίηση του προβλήματος (Situation Analysis)
- αναγνώριση των καλών παραδειγμάτων (Best Practices) από άλλες πόλεις
- εκπόνηση Εθνικής Στρατηγικής που θα εφαρμοσθεί σε βάθος χρόνου από όλα τα εναλλασσόμενα σχήματα Τοπικής Αυτοδιοίκησης απαρεγκλίτως.
Πέραν της γενικότερης ευθυμίας που πυροδοτεί η ανωτέρω φαντασίωση, όλοι καταλαβαίνουμε ότι αυτή η πρόταση στην σύγχρονη Ελλάδα ακούγεται και σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας – και μακάρι να διαψευσθούμε σύντομα…
Υπάρχει οργανωμένο σχέδιο συντήρησης των αστικών δέντρων ή λειτουργούμε αποσπασματικά;
Βάσει και των προαναφερθέντων, είναι εμφανές ότι η συντήρηση των αστικών δένδρων είναι κάτι επίπονο, δαπανηρό, και συνεπώς …περιττό. Και εφ’ όσον είναι περιττό, δεν χρηματοδοτείται επαρκώς, δεν στελεχώνεται επαρκώς, δεν προάγεται, δεν προκρίνεται, και δεν προωθείται επαρκώς.
Παλαιότερα, παρακολουθούσα ως επαγγελματίας με δέος, επί σειρά ετών, την ανυπαρξία συντήρησης των δένδρων και του πρασίνου εν γένει στους δημόσιους χώρους. Όταν πλησίαζαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 ανέμενα με έκδηλο ενδιαφέρον την συνέχεια.
Και είδα αυτό που είδε και ο υπόλοιπος πλανήτης. Η πόλη μας γνωρίζει πολύ καλά – όπως και οι άλλες ευρωπαϊκές πόλεις- τι σημαίνει συντήρηση αστικών δένδρων και αστικού πρασίνου!
Η Αθήνα όμως το εφαρμόζει μόνον όταν φιλοξενεί Ολυμπιακούς Αγώνες. Οι άλλες ευρωπαϊκές πόλεις το εφαρμόζουν συνεχώς. Αυτή είναι η οδυνηρή διαφορά.
Αν συνεχίσουμε με τον ίδιο τρόπο, πώς θα είναι η Αθήνα σε 10 χρόνια από πλευράς πρασίνου;
Το πράσινο στην Ελλάδα θεωρείται ένα είδος πολυτελείας για ολίγους και εκλεκτούς. Για τους υπολοίπους, εάν συνεχισθεί η μέχρι τούδε «στρατηγική», το μέλλον φαντάζει επιεικώς ζοφερό.
Όμως ο υποφαινόμενος, μαζί με όλους εσάς που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, θα κάνουμε εδώ έναν οραματισμό. Είναι δωρεάν, νόμιμος, και δεν απολογούμαστε σε κανέναν. Πάμε λοιπόν…
Σε 10 χρόνια η Αθήνα, και μαζί της όλη η Ελλάδα, θα έχει εξέλθει από την στενωπό και τις ποικιλότροπες δυσκολίες. Το πράσινο θα χρωματίζει με έντονες πινελιές την καθημερινότητα όλων ημών που ελπίζουμε να είμαστε και τότε παρόντες. Δεν χρειάζεται ούτε πολύς κόπος, ούτε βαρύγδουποι και μακροπρόθεσμοι σχεδιασμοί. Απλώς να επιτρέψουμε στην φύση να συμβιώνει μαζί μας και εμείς μαζί της. Με απλότητα, χαμόγελο, κατανόηση, και φιλική διάθεση. Άντε και λίγη επιστημοσύνη. Εξ άλλου τα φυτά είναι από την φύση τους γαλήνια, ευγενή, και συγχωρητικά!
Έχουμε βάσιμες ελπίδες, δεδομένου ότι από τις 26 Ιουνίου 2024 έχει ψηφισθεί και ο Νέος Κανονισμός Πρασίνου του Δήμου Αθηναίων. Γένοιτο…
Δημήτρης Στέφαν: «Τα δέντρα είναι δημόσιο αγαθό»

Ο Δημήτρης Στέφαν, ιδρυτής της ομάδας Cut it Right, υποστηρίζει μιλώντας στο Newsbomb ότι η πόλη χρειάζεται άμεσα έναν πλήρως διαφανή μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό για τη διατήρηση και ενίσχυση του πρασίνου. Όπως τονίζει, πρέπει να παρουσιάζονται δημόσια καθολικά στοιχεία για απογραφές, φυτεύσεις, κοπές, κλαδέματα, αιτιολογήσεις, άδειες και φωτογραφική τεκμηρίωση, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν τι ακριβώς συμβαίνει και με ποια λογική γίνονται οι παρεμβάσεις.
Ο ίδιος ζητά επίσης πλήρη εικόνα για τη διαχείριση της ξυλείας και των υπολειμμάτων, με σαφή ποσοστά για το τι απορρίπτεται, τι μετατρέπεται σε πέλετ, τι γίνεται κομπόστ ή καυσόξυλα και ποια είναι γενικότερα η χρήση των προϊόντων που προκύπτουν από τις κοπές και τα κλαδέματα. Στο σκεπτικό του, η διαχείριση των δέντρων δεν είναι μόνο τεχνικό ή περιβαλλοντικό θέμα, αλλά και ζήτημα δημόσιας λογοδοσίας.
«Κάθε δέντρο είναι ξεχωριστό και δεν μπορεί ούτε πρέπει να κλαδεύεται με τα ίδια μη απολυμασμένα εργαλεία, βάσει επιστήμης και νόμου», σημειώνει χαρακτηριστικά, ζητώντας ακόμη και μορατόριουμ στη χρήση αλυσοπρίονων. Κατά την άποψή του, τα εργαλεία αυτά δεν επιβαρύνουν μόνο την πόλη με επιπλέον ρύπανση, αλλά συνδέονται και με τον τρόπο που τραυματίζονται και αρρωσταίνουν τα αστικά δέντρα.
Παράλληλα, προτείνει στενή συνεργασία όλων των δημοτικών παρατάξεων με περιβαλλοντικές ομάδες, φορείς και οργανώσεις, ώστε να υπάρξει ένα κοινά επεξεργασμένο σχέδιο διαχείρισης πρασίνου και ελεύθερων χώρων. Δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διατήρηση της υπάρχουσας βλάστησης, στην αύξησή της, στην ανάγκη για ψηλά δέντρα με πλούσια κόμη, αλλά και στη συντήρηση χαμηλής βλάστησης, θάμνων και λουλουδιών που βοηθούν στη συγκράτηση των υδάτων και στη στήριξη της βιοποικιλότητας.
Στις προτάσεις του περιλαμβάνονται ακόμη η άμεση υπογειοποίηση των καλωδίων ηλεκτροδότησης, η επανεξέταση του συντελεστή δόμησης που οδηγεί στην κοπή μεγάλων δέντρων μέσα σε οικόπεδα, καθώς και η αντικατάσταση λευκών φωτιστικών LED με θερμότερο φωτισμό που δεν επιβαρύνει τον νυχτερινό ουρανό, τη χλωρίδα, την πανίδα και τον άνθρωπο. Το κεντρικό του μήνυμα είναι σαφές: η πόλη οφείλει να προσαρμοστεί γύρω από τα δέντρα και όχι να προσαρμόζει τα δέντρα στις απαιτήσεις του αστικού ιστού.
Σοφία Ανδριανού: «Όλοι θέλουμε δέντρα ολόκληρα και όχι κομμένους κορμούς»

Η Σοφία Ανδριανού, καλλιτέχνης και ακτιβίστρια, τέλος περιγράφει με έντονα βιωματικό τρόπο τη σχέση των κατοίκων με το πράσινο της πόλης. Μιλά για το «μεθυστικό» άρωμα από τις νεραντζιές την άνοιξη, για τη χαρά που προκαλεί η θέα μεγάλων και φροντισμένων δέντρων στις γειτονιές, αλλά και για την αγανάκτηση που προκαλούν οι εικόνες βίαιου και άγαρμπου κοψίματος. Όπως λέει, βάσει νόμου η καρατόμηση απαγορεύεται, κι όμως στην πράξη παρατηρούνται επανειλημμένα αλόγιστα κοψίματα που αφήνουν μόνο κορμούς.
Η ίδια επιμένει ότι πολλές παρεμβάσεις ξεκινούν από μια θεωρητικά σωστή ανάγκη, όπως η προστασία των πεζών ή η αντιμετώπιση ασθενειών των δέντρων, αλλά στην πράξη καταλήγουν σε αδικαιολόγητη κατακρεούργηση. Γι’ αυτό και θεωρεί εξαιρετικά σημαντικό το ότι όλο και περισσότεροι πολίτες οργανώνονται, ανταλλάσσουν γνώση και μαθαίνουν τι δικαιώματα έχουν απέναντι σε παρεμβάσεις που θεωρούν αυθαίρετες ή παράνομες.
«Ο πολίτης έχει το δικαίωμα να ζητά την άδεια των συνεργείων που πάνε να κόψουν τα δέντρα και να σταματά αδικαιολόγητες εργασίες», σημειώνει. Όπως εξηγεί, αν δεν υπάρχουν οι απαιτούμενες άδειες, οι πολίτες μπορούν να απευθυνθούν στον αρμόδιο δήμο, στο δασαρχείο ή και να προχωρήσουν σε άμεση καταγγελία στην αστυνομία.
Η Σοφία Ανδριανού αποδίδει ιδιαίτερη αξία στις ομάδες πολιτών που αναπτύσσονται γύρω από την προστασία των δέντρων, θεωρώντας ότι αποτελούν ζωντανό παράδειγμα ενεργού κοινωνίας. Όπως λέει, πρόκειται για ανθρώπους που ρωτούν, νοιάζονται, μαθαίνουν, πηγαίνουν επιτόπου, ελέγχουν και πολλές φορές μπαίνουν μπροστά για να εμποδίσουν κοπές. Γι’ αυτό και απευθύνει ανοιχτό κάλεσμα σε δικηγόρους, δημοσιογράφους, δημιουργούς περιεχομένου, ακτιβιστές και απλούς πολίτες να συμβάλουν ώστε η προστασία των δέντρων να γίνει υπόθεση ολόκληρης της πόλης.
Το τελικό της μήνυμα συμπυκνώνει το κεντρικό αίτημα όλων όσοι αντιδρούν: «Τα δέντρα δεν είναι εμπόδιο ούτε διακόσμηση. Είναι ζωντανοί οργανισμοί που μας προσφέρουν οξυγόνο, σκιά και ζωή». Σε μια Αθήνα που ασφυκτιά από το τσιμέντο και τη θερμική πίεση, το αίτημα αυτό ακούγεται όλο και λιγότερο ως ρομαντική διεκδίκηση και όλο και περισσότερο ως αυτονόητη προϋπόθεση επιβίωσης.