Χρυσοχοΐδης κατά Βούτση για τους αυτοκινητόδρομους

Χρυσοχοΐδης κατά Βούτση για τους αυτοκινητόδρομους

Επίθεση κατά του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ, Νίκου Βούτση, εξαπέλυσε με ανοκοίνωσή της το υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.

Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, ο κ. Βούτσης «θα έπρεπε να είναι προσεκτικότερος στις δηλώσεις του σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις των αυτοκινητοδρόμων που έχουν ήδη ανατεθεί και εκτελούνται από το 2007».

Στην ανακοίνωση του υπουργείου δίνονται διευκρινίσεις για τις δημόσιες συμβάσεις, οι οποίες τονίζεται ότι έχουν ελεγχθεί και εγκριθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο αλλά και από όλες τις αρμόδιες Γενικές Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προτού υπογραφούν και κατατεθούν για κύρωση στη Βουλή.

Αναλυτικά η ανακοίνωση αναφέρει:

«Η Ενιαία Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων, που συστάθηκε με το νόμο 4013/2011, έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της διαφάνειας, αποτελεσματικότητας, συνοχής και εναρμόνισης των διαδικασιών ανάθεσης και εκτέλεσης των δημοσίων συμβάσεων προς το εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο.

Στο πλαίσιο της αρμοδιότητας αυτής η Αρχή γνωμοδοτεί για τη νομιμότητα κάθε διάταξης σχεδίου νόμου ή κανονιστικής πράξης που αφορά στις δημόσιες συμβάσεις.

Είναι προφανές ότι οι διατάξεις του νόμου 4219/2013 με τον οποίο κυρώθηκαν και μόνο οι συμφωνίες τροποποίησης των 4 συμβάσεων παραχώρησης των αυτοκινητοδρόμων του Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών, ούτε αφορούν σε κανόνες με τους οποίους ρυθμίζονται θέματα δημοσίων συμβάσεων, ούτε αφορούν σε ανάθεση δημόσιας σύμβασης μετά από διαδικασία διαπραγμάτευσης ούτε πολύ περισσότερο τροποποιούν καθ' οιονδήποτε τρόπο το νομοθετικό ή κανονιστικό πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων, περιπτώσεις δηλαδή οι οποίες εμπίπτουν στην πράγματι σημαντική εποπτική, συντονιστική και γνωμοδοτική αρμοδιότητα της Ενιαίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Συμβάσεων.

Σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζεται οι συμφωνίες αυτές, πριν υπογραφούν και κατατεθούν για κύρωση στη Βουλή, ελέγχθηκαν και εγκρίθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο αλλά και από όλες τις αρμόδιες Γενικές Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και βρέθηκαν απόλυτα σύμφωνες με το εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο».