Μιλάμε συνεχώς για εξετάσεις και ξεχνάμε τα παιδιά

Όλα αυτά τα χρόνια ακούμε συνεχώς για «αλλαγές» στην εκπαίδευση. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότερες συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από ένα και μόνο θέμα: τον τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δηλαδή, ξανά τις Πανελλαδικές.

Μιλάμε συνεχώς για εξετάσεις και ξεχνάμε τα παιδιά

ΑΠΕ-ΜΠΕ-POOL

Θα μπορούσα να γράφω για ώρες για τις ανορθογραφίες του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Ύστερα από σχεδόν 20 χρόνια στον χώρο της εκπαίδευσης και του επαγγελματικού προσανατολισμού, ένα συμπέρασμα παραμένει σταθερό: διαχρονικά, στην Ελλάδα ασχολούμαστε περισσότερο με το τέλος της διαδρομής και λιγότερο με την ίδια τη διαδρομή.

Και αυτό το «τέλος» έχει όνομα: Πανελλαδικές Εξετάσεις.

Ένα σύστημα αδιαμφισβήτητα αδιάβλητο, το οποίο διατηρείται εδώ και δεκαετίες, ίσως γιατί ως κοινωνία δυσκολευόμαστε να παραδεχτούμε ότι δεν έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε κάτι ουσιαστικά διαφορετικό, πιο σύγχρονο και περισσότερο ανθρωποκεντρικό.

Όλα αυτά τα χρόνια ακούμε συνεχώς για «αλλαγές» στην εκπαίδευση. Στην πραγματικότητα, όμως, οι περισσότερες συζητήσεις περιστρέφονται γύρω από ένα και μόνο θέμα: τον τρόπο εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δηλαδή, ξανά τις Πανελλαδικές.

Και κάπου εκεί χάνεται η ουσία.

Γιατί πίσω από βαθμούς, μόρια και σχολές υπάρχουν παιδιά. Παιδιά που από την πρώτη στιγμή της ζωής τους μεγαλώνουν μέσα σε μία κοινωνία που, συνήθως από αγάπη και αγωνία, τα προορίζει να γίνουν «επιτυχημένοι φοιτητές» σε μία «καλή σχολή».

Από το δημοτικό μέχρι το λύκειο, μαθαίνουν ότι πρέπει να είναι «καλοί μαθητές». Να γράφουν καλά. Να πετυχαίνουν στόχους. Να συγκεντρώνουν επιδόσεις. Να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες.

Πόσες φορές όμως ασχοληθήκαμε πραγματικά με το ποια είναι αυτά τα παιδιά;

Πόσες φορές το σύστημα στάθηκε ουσιαστικά δίπλα τους για να τα βοηθήσει να ανακαλύψουν τις κλίσεις, τα ενδιαφέροντα, τις δεξιότητες και την προσωπικότητά τους;

Πόσες φορές μιλήσαμε μαζί τους για ψυχική ανθεκτικότητα, αυτογνωσία, λήψη αποφάσεων, αποτυχία, συνεργασία, δημιουργικότητα ή για τις πραγματικές αλλαγές που συμβαίνουν στην αγορά εργασίας;

Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να εκπαιδεύει μαθητές για εξετάσεις και όχι νέους ανθρώπους για τη ζωή.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη εκπαιδευτική πρόκληση της εποχής μας.

Ειδικά αυτή η γενιά παιδιών θα έλεγα πως, μέσα στη δωδεκαετή εκπαιδευτική της πορεία, βρέθηκε αντιμέτωπη με ίσως τις μεγαλύτερες κοινωνικές, οικονομικές και υγειονομικές δυσκολίες των τελευταίων δεκαετιών. Μεγάλωσε σε μία περίοδο αβεβαιότητας, κρίσεων και συνεχών αλλαγών, πολύ διαφορετική από εκείνη που έζησαν οι προηγούμενες γενιές.

Και όμως, πόσοι ασχολήθηκαν πραγματικά με το τι συνέβη στην εκπαίδευση μετά την πανδημία;

Πόσοι αναρωτήθηκαν αν τα παιδιά ήταν πράγματι έτοιμα να επιστρέψουν ομαλά στη σχολική καθημερινότητα; Αν είχαν καλυφθεί τα μαθησιακά, κοινωνικά και ψυχολογικά κενά που δημιουργήθηκαν;

Η αλήθεια είναι πως, σε μεγάλο βαθμό, λειτουργήσαμε σαν να μη συνέβη τίποτα.

Σαν να ολοκληρώθηκαν όλα φυσιολογικά. Σαν η τηλεκπαίδευση να κάλυψε πλήρως την απώλεια της φυσικής παρουσίας, της κοινωνικοποίησης, της αλληλεπίδρασης και της ουσιαστικής μαθησιακής διαδικασίας. Σαν να μπορούσε μία οθόνη να αντικαταστήσει το σχολείο ως χώρο εμπειριών, σχέσεων και ανάπτυξης προσωπικότητας.

Απλώς «σβήσαμε» μία ολόκληρη περίοδο και προχωρήσαμε παρακάτω.

Πρόκειται για παιδιά που βίωσαν, άμεσα ή έμμεσα, τις συνέπειες μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης. Παιδιά που είδαν τους γονείς τους να εργάζονται ασταμάτητα, να αγωνιούν καθημερινά και να παλεύουν για τα αυτονόητα: τη σταθερότητα, την ασφάλεια και την αξιοπρεπή διαβίωση της οικογένειας.

Και αυτές οι εμπειρίες αφήνουν βαθύ αποτύπωμα.

Επηρεάζουν τον τρόπο που σκέφτονται οι νέοι άνθρωποι, τον τρόπο που ονειρεύονται, αλλά και τις αποφάσεις που καλούνται να πάρουν για το μέλλον τους.

Πολλά παιδιά μεγαλώνουν σήμερα με τον φόβο της επαγγελματικής αβεβαιότητας. Με την πίεση να επιλέξουν «κάτι σίγουρο». Με την αγωνία να μη διαψεύσουν τις προσδοκίες της οικογένειάς τους ή να μη βιώσουν τις δυσκολίες που είδαν μέσα στο σπίτι τους τα προηγούμενα χρόνια.

Και κάπου εκεί η εκπαίδευση χάνει ξανά τον ουσιαστικό της ρόλο.

Γιατί ο ρόλος ενός σύγχρονου σχολείου δεν είναι μόνο να προετοιμάζει μαθητές για εξετάσεις. Είναι να διαμορφώνει ανθρώπους με αυτογνωσία, κριτική σκέψη, ψυχική ανθεκτικότητα, κοινωνικές δεξιότητες και δυνατότητα προσαρμογής σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα.

Ήρθε η ώρα η Πολιτεία να αναλάβει ουσιαστικά τις ευθύνες της, χωρίς να κοιτά διαρκώς «δεξιά και αριστερά», μεταθέτοντας το πρόβλημα ή περιορίζοντας τη συζήτηση αποκλειστικά στον τρόπο εξέτασης των μαθητών.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι Πανελλαδικές πρέπει να υπάρχουν ή να καταργηθούν.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο: Θέλουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα εξαντλείται σε μία εξεταστική διαδικασία ή ένα σύγχρονο σχολείο που θα αγκαλιάζει συνολικά τα παιδιά, τις ανάγκες, τις ανησυχίες, τις δεξιότητες και τα όνειρά τους;

Γιατί, τελικά, η εκπαίδευση δεν θα έπρεπε να κρίνεται μόνο από το ποιοι περνούν στο πανεπιστήμιο. Αλλά από το ποιοι άνθρωποι βγαίνουν από αυτό το σχολείο και πόσο έτοιμοι είναι να ζήσουν, να δημιουργήσουν και να εξελιχθούν σε μία κοινωνία που αλλάζει συνεχώς

Το μεγαλύτερο πρόβλημα σήμερα είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των προγραμμάτων σπουδών παραμένει σχεδόν αμετάβλητο εδώ και περίπου σαράντα χρόνια. Ίσως για την εποχή τους να θεωρούνταν σύγχρονα και επαρκή. Σήμερα όμως, σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα μέσα από την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη και τις νέες απαιτήσεις της κοινωνίας και της αγοράς εργασίας, είναι προφανές πως δεν μπορούν πλέον να καλύψουν ουσιαστικά τις ανάγκες των παιδιών.

Ίσως, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τις Πανελλαδικές ως το μοναδικό πρόβλημα της εκπαίδευσης. Γιατί το πραγματικό στοίχημα δεν είναι μόνο πώς θα εξετάζονται οι μαθητές, αλλά τι σχολείο θέλουμε να υπάρχει πριν φτάσουν σε οποιαδήποτε μορφή εξέτασης για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή στην επαγγελματική κατάρτιση.

Αν πραγματικά θέλουμε να μιλάμε για ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα, τότε οφείλουμε να επενδύσουμε ουσιαστικά σε νέα προγράμματα σπουδών για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Και μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η παρουσία ειδικοτήτων όπως ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, επιστήμονες των τεχνών, διαιτολόγοι, οικονομολόγοι και γυμναστές δεν μπορεί να λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά ή τυπικά. Δεν αρκεί να υπάρχουν μέσα στη σχολική κοινότητα περιμένοντας τα παιδιά να απευθυνθούν σε αυτούς όταν προκύψει κάποιο πρόβλημα.

Χρειάζεται ουσιαστική συμμετοχή τους στην καθημερινή εκπαιδευτική διαδικασία. Μέσα από βιωματικά προγράμματα, δράσεις κοινωνικής και συναισθηματικής ανάπτυξης, καλλιέργεια δημιουργικότητας, ενίσχυση της συνεργασίας, της ψυχικής ανθεκτικότητας και της αυτογνωσίας των μαθητών.

Γιατί κάπου εκεί θα έπρεπε να λειτουργεί πραγματικά το σχολείο: υποστηρικτικά.

Να δίνει χώρο στην ψυχική ενδυνάμωση, στη διαχείριση του άγχους, στην ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων και στη δυνατότητα των παιδιών να ανακαλύψουν τι πραγματικά θέλουν και μπορούν να κάνουν στη ζωή τους.

Ήρθε η ώρα για μία πραγματική τομή στην εκπαίδευση.

Όχι απλώς για ένα «εθνικό απολυτήριο» που στην ουσία θα μετατρέψει μία μεγάλη εξέταση σε τρεις ή τέσσερις μικρότερες. Η κοινωνία δεν χρειάζεται μία διαφορετική μορφή εξετάσεων. Χρειάζεται ένα διαφορετικό σχολείο.

Ένα σύγχρονο δωδεκαετές εκπαιδευτικό σύστημα που θα έχει ως βασικό του στόχο να αγκαλιάζει τα παιδιά σε όλα τα στάδια της ανάπτυξής τους.

Η εκπαίδευση δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί μόνο ως ένας μηχανισμός εξετάσεων και εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Οφείλει να γίνει ένας ουσιαστικός μηχανισμός διαμόρφωσης ανθρώπων, προσωπικοτήτων και ενεργών πολιτών.

Και αυτό απαιτεί σχέδιο, πολιτική βούληση και κυρίως το θάρρος να παραδεχτούμε ότι το σχολείο που γνωρίζουμε σήμερα χρειάζεται βαθιές αλλαγές.

*Ο Θανάσης Λέλες, Επιστημονικός Υπεύθυνος Career Gate

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή