Οι Ελληνίδες τεκνοποιούν όλο και αργότερα: 1.405 έγιναν μητέρες άνω των 45 ετών το 2025
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 γεννήθηκαν στην Ελλάδα 65.594 παιδιά, έναντι 68.467 το 2024, καταγράφοντας μείωση 2.873 γεννήσεων ή 4,2%.
Snapshot
- Το 2025 οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 4,2% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας τις 65.594, συνεχίζοντας μια μακρά καθοδική πορεία από το 2020.
- Οι Ελληνίδες αποκτούν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία, με σημαντική μείωση των γεννήσεων στις ηλικίες κάτω των 30 ετών και αύξηση στις ηλικίες άνω των 40 ετών.
- Οι γεννήσεις από γυναίκες 40
- 44 ετών διπλασιάστηκαν από το 2005 έως το 2025, ενώ αυτές από γυναίκες 45
- 49 ετών τετραπλασιάστηκαν την ίδια περίοδο.
- Η καθυστέρηση της μητρότητας σχετίζεται με οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες, όπως η οικονομική κρίση, η αβεβαιότητα στην εργασία και η επαγγελματική σταδιοδρομία των γυναικών.
- Η Ελλάδα παρουσιάζει μεγαλύτερη ηλικία πρώτης μητρότητας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά παράλληλα έχει από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων στην ΕΕ, γεγονός που επιδεινώνει το δημογραφικό πρόβλημα.
Η δημογραφική κρίση στην Ελλάδα δεν αποτυπώνεται μόνο στη συνεχή μείωση των γεννήσεων, αλλά και σε μια βαθιά κοινωνική αλλαγή που συντελείται τα τελευταία χρόνια: οι γυναίκες αποκτούν παιδιά σε ολοένα μεγαλύτερη ηλικία.
Τα νέα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 επιβεβαιώνουν ότι η μητρότητα μετατίθεται σταθερά προς τα τέλη της τρίτης και την τέταρτη δεκαετία της ζωής, ενώ οι γεννήσεις από γυναίκες κάτω των 30 ετών καταγράφουν ιστορική πτώση. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου οι γυναίκες γίνονται μητέρες σε μεγαλύτερη ηλικία από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η τάση αυτή δεν είναι αποκλειστικά ελληνική. Παρατηρείται σε ολόκληρη την Ευρώπη, ωστόσο στην Ελλάδα συνδυάζεται με ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων στην ΕΕ, γεγονός που εντείνει τις ανησυχίες για το δημογραφικό μέλλον της χώρας.

2.873 λιγότερες γεννήσεις στην Ελλάδα το 2025
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 γεννήθηκαν στην Ελλάδα 65.594 παιδιά, έναντι 68.467 το 2024, καταγράφοντας μείωση 2.873 γεννήσεων ή 4,2%.
Πρόκειται για τη συνέχεια μιας μακράς καθοδικής πορείας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2020 οι γεννήσεις ανέρχονταν σε 84.764, ενώ μέσα σε μόλις πέντε χρόνια χάθηκαν περισσότερες από 19.000 γεννήσεις ετησίως.
Η μείωση είναι συνεχής από το 2021 και μετά - μάλιστα, η διαφορά στις γεννήσεις από το 2021 έως το 2025, είναι σχεδόν 20.000 γεννήσεις!
- 2021: 85.346 γεννήσεις
- 2022: 76.095 γεννήσεις
- 2023: 71.455 γεννήσεις
- 2024: 68.467 γεννήσεις
- 2025: 65.594 γεννήσεις

Οι μεγαλύτερες μειώσεις μέσα στο 2025 καταγράφηκαν τον Νοέμβριο (-10,4%) και τον Ιανουάριο (-10%), ενώ αυξήσεις εμφανίστηκαν μόνο σε λίγους μήνες, με σημαντικότερες τον Σεπτέμβριο (+3%) και τον Μάιο (+2,9%).

Καταρρέουν οι γεννήσεις στις νεότερες ηλικίες
Ωστόσο, η μεγαλύτερη αλλαγή δεν αφορά μόνο τον αριθμό των γεννήσεων αλλά και το προφίλ των μητέρων, καθώς τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι οι γυναίκες αποκτούν παιδιά ολοένα και αργότερα.
Το 2005 οι ηλικίες 25-34 ετών συγκέντρωναν τη συντριπτική πλειονότητα των γεννήσεων. Είκοσι χρόνια αργότερα, οι γεννήσεις σε αυτές τις ηλικίες έχουν μειωθεί δραματικά.
Στην ηλικιακή ομάδα 25-29 ετών:
- 2005: 33.532 γεννήσεις
- 2015: 20.679 γεννήσεις
- 2025: 12.757 γεννήσεις
Η απώλεια φτάνει τις 20.775 γεννήσεις μέσα σε δύο δεκαετίες.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις ηλικίες 20-24 ετών:
- 2005: 14.969 γεννήσεις
- 2025: 4.792 γεννήσεις
Πρόκειται για μείωση άνω του 68%.
Ακόμη και στην παραδοσιακά πιο παραγωγική ηλικιακή ομάδα, αυτή των 30-34 ετών, οι γεννήσεις έχουν υποχωρήσει από 35.891 το 2005 σε 21.908 το 2025.
Η εικόνα αποτυπώνει μια κοινωνία στην οποία η δημιουργία οικογένειας μετατίθεται ολοένα πιο πίσω χρονικά.

Η άνοδος των μητέρων άνω των 40
Την ίδια στιγμή που οι γεννήσεις στις νεότερες ηλικίες μειώνονται, οι γεννήσεις από γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας αυξάνονται με εντυπωσιακό ρυθμό.
Στην ηλικιακή ομάδα 40-44 ετών:
- 2005: 2.825 γεννήσεις
- 2015: 4.749 γεννήσεις
- 2025: 5.780 γεννήσεις
Η αύξηση σε σχέση με το 2005 αγγίζει το 105%.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εικόνα στις ηλικίες 45-49 ετών:
- 2005: 263 γεννήσεις
- 2015: 670 γεννήσεις
- 2025: 1.115 γεννήσεις
Μέσα σε είκοσι χρόνια οι γεννήσεις σε αυτή την ηλικιακή ομάδα έχουν τετραπλασιαστεί.
Παράλληλα, οι γεννήσεις από γυναίκες άνω των 50 ετών ανήλθαν σε 290 το 2025, έναντι μόλις 34 το 2005.
Οι αριθμοί αυτοί συνδέονται αφενός με τη μετατόπιση της απόφασης για τεκνοποίηση σε μεγαλύτερες ηλικίες και αφετέρου με τις εξελίξεις στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή, που επιτρέπουν σε περισσότερες γυναίκες να αποκτούν παιδιά μετά τα 40.

Γιατί οι γυναίκες καθυστερούν να κάνουν παιδιά
Οι δημογράφοι επισημαίνουν ότι η καθυστέρηση της μητρότητας αποτελεί αποτέλεσμα ενός συνδυασμού οικονομικών και κοινωνικών παραγόντων.
Η παρατεταμένη οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η στεγαστική κρίση, η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας, οι χαμηλοί μισθοί και η δυσκολία συνδυασμού επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής οδηγούν πολλά ζευγάρια στην αναβολή της απόκτησης παιδιών.
Παράλληλα, οι γυναίκες παραμένουν περισσότερα χρόνια στην εκπαίδευση, επενδύουν στην επαγγελματική τους πορεία και συχνά αποκτούν οικονομική σταθερότητα αρκετά αργότερα από ό,τι συνέβαινε πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ηλικία του πρώτου παιδιού μετατίθεται διαρκώς προς τα πάνω.

Τι συμβαίνει στην Ευρώπη
Η καθυστέρηση της μητρότητας αποτελεί πανευρωπαϊκή τάση. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η μέση ηλικία των γυναικών κατά τη γέννηση του πρώτου παιδιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται περίπου στα 29,8 έτη.
Η Ελλάδα βρίσκεται πάνω από αυτόν τον μέσο όρο, με τις Ελληνίδες να αποκτούν το πρώτο τους παιδί κοντά στα 31 έτη.
Στις χώρες όπου οι γυναίκες γίνονται μητέρες σε μεγαλύτερη ηλικία περιλαμβάνονται:
- η Ιταλία (31,8 έτη),
- η Ισπανία (31,6 έτη),
- η Ιρλανδία (31,5 έτη),
- το Λουξεμβούργο (31,4 έτη),
- η Ελλάδα (περίπου 31 έτη).
Στον αντίποδα βρίσκονται χώρες της Ανατολικής Ευρώπης όπου η τεκνοποίηση ξεκινά νωρίτερα:
- Βουλγαρία (26,9 έτη),
- Ρουμανία (27,1 έτη),
- Σλοβακία (27,4 έτη).
Η διαφορά ανάμεσα στις χώρες με τις μεγαλύτερες και τις μικρότερες ηλικίες πρώτης μητρότητας ξεπερνά τα τέσσερα χρόνια.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Παρότι η αύξηση της ηλικίας τεκνοποίησης παρατηρείται σε όλη την Ευρώπη, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει μια σημαντική ιδιαιτερότητα.
Σε αρκετές χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, η αναβολή της μητρότητας συνοδεύεται από σχετικά υψηλά ποσοστά γεννήσεων. Οι γυναίκες αποκτούν παιδιά αργότερα, αλλά τελικά αποκτούν περισσότερα παιδιά συνολικά.
Στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο. Οι γυναίκες καθυστερούν να αποκτήσουν το πρώτο παιδί και ταυτόχρονα το συνολικό ποσοστό γονιμότητας παραμένει από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι πολλές γεννήσεις που αναβάλλονται τελικά δεν πραγματοποιούνται ποτέ.
Οι δημογράφοι επισημαίνουν ότι η συνεχής αύξηση της ηλικίας τεκνοποίησης μειώνει το χρονικό περιθώριο για την απόκτηση δεύτερου ή τρίτου παιδιού, επιβαρύνοντας περαιτέρω το δημογραφικό ισοζύγιο.
