Δουλεύουμε περισσότερο ή λιγότερο στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης;
Ο Ψηφιακός Μετασχηματισμός, η Τηλεργασία και η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) αναδιαμορφώνουν το σύγχρονο εργασιακό τοπίο
Στην κατάθεση δημόσιας πρότασης για τετραήμερη εβδομαδιαία εργασία (με πλήρεις αποδοχές και προοπτική το εξάωρο – Μοντέλο 4x6) έχει προχωρήσει ο Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης (ΟΠΕΔ), πρόταση η οποία υποβλήθηκε αρμοδίως στα Υπουργεία Δικαιοσύνης, Εργασίας, Εσωτερικών, Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, καθώς και στα κόμματα της Ελληνικής Βουλής.
Ο Ψηφιακός Μετασχηματισμός, η Τηλεργασία και η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) αναδιαμορφώνουν το σύγχρονο εργασιακό τοπίο, προσφέροντας νέες δυνατότητες παραγωγικότητας και ευελιξίας.
Το παρόν κείμενο αποτελεί συνοπτική παρουσίαση ευρύτερης αναλυτικής μελέτης που εκπονήθηκε στο πλαίσιο ερευνητικής συνεργασίας με τον ΟΠΕΔ – Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης, από την Πελαγία Ελευθεριάδου, επιστημονική συνεργάτιδα της Επιτροπής Τεχνοηθικής, Τεχνητής Νοημοσύνης, Ηλεκτρονικής Δικαιοσύνης και Νομικής Τεχνολογίας. Η πλήρης μελέτη περιλαμβάνει εκτενή νομική, θεσμική και εμπειρική τεκμηρίωση σχετικά με την τετραήμερη εργασία, την τηλεργασία και την τεχνητή νοημοσύνη στο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον.
Τον Ιούλιο του 2025, το Nature Human Behaviour δημοσίευσε τη μεγαλύτερη συγκριτική μελέτη που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα στο πεδίο της μείωσης εργασιακού χρόνου. Η έρευνα ανέλυσε δεδομένα από 2.896 εργαζομένους σε 141 οργανισμούς έξι χωρών — Αυστραλία, Καναδά, Ιρλανδία, Νέα Ζηλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΗΠΑ — με quasi-experimental σχεδιασμό και ομάδες ελέγχου.
Τα αποτελέσματα ήταν στατιστικά ισχυρά σε όλες τις μετρήσεις: σημαντική μείωση burnout (p < 0,001), βελτίωση ψυχικής υγείας, ποιότητας ύπνου και σωματικής ευεξίας (Fan et al., 2025). Αυτό που ξεχωρίζει μεθοδολογικά είναι η mediation analysis: η βελτίωση της ευημερίας δεν προέκυψε άμεσα από τη μείωση των ωρών, αλλά μέσω τριών ιχνηλατήσιμων μηχανισμών — μείωσης χρόνιας κόπωσης, βελτίωσης ύπνου και ενίσχυσης της αντιλαμβανόμενης εργασιακής ικανότητας. Αυτό αποκλείει ερμηνείες τύπου placebo: η επίδραση ήταν φυσιολογικά και οργανωσιακά τεκμηριωμένη.
Το εθνικό πιλοτικό πρόγραμμα του Ηνωμένου Βασιλείου, που διεξήχθη από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο του 2022 με τη συμμετοχή 61 εταιρειών και επιστημονική αξιολόγηση από ερευνητές των Πανεπιστημίων Cambridge και Oxford, κατέγραψε ότι το 92% των εταιρειών επέλεξε να συνεχίσει μετά τη λήξη της δοκιμής, οι απουσίες λόγω ασθένειας μειώθηκαν κατά 65% και οι παραιτήσεις κατά 57% (Autonomy Research, 2023). Στην Ισλανδία, μετά από διετή πιλοτικό πρόγραμμα σε δημόσιους φορείς συμπεριλαμβανομένων νοσοκομείων και αστυνομικών τμημάτων μέχρι το 2022 το 90% του εργατικού δυναμικού της χώρας είχε αποκτήσει συλλογικά διαπραγματευθεί πρόσβαση σε μειωμένο ωράριο (Haraldsson & Kellam, 2021). Σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο δημόσιας πολιτικής, αυτοί οι αριθμοί θα είχαν ήδη οδηγήσει σε εκτεταμένη θεσμική υιοθέτηση.
Το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο δεν είναι αν το μοντέλο λειτουργεί. Είναι υπό ποιες συνθήκες λειτουργεί και αν αυτές οι συνθήκες μπορούν να δημιουργηθούν σε ευρύτερη κλίμακα, σε διαφορετικά εργασιακά περιβάλλοντα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν ήδη μεταλλαχθεί από την τηλεργασία και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η τηλεργασία δεν είναι ουδέτερη ως προς τον εργασιακό χρόνο και αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η συζήτηση γίνεται πιο σύνθετη. Η πανδημία ανέδειξε ένα παράδοξο που δεν είχε προβλεφθεί επαρκώς: η ευελιξία στο χώρο εργασίας μπορεί να παράγει ακαμψία στον χρόνο. Η Eurofound (2022) τεκμηρίωσε ότι εργαζόμενοι σε αποκλειστικό καθεστώς τηλεργασίας υπερβαίνουν συστηματικά τα συμβατικά τους ωράρια, ενώ η ανάλυση NordVPN Teams, που παρουσιάστηκε από το CNN Business τον Φεβρουάριο του 2021, κατέγραψε αύξηση έως 2,5 ωρών ημερησίως σε εργαζομένους στο ΗΒ, τις ΗΠΑ και τη Γερμανία. Χωρίς δομικές εγγυήσεις, η τηλεργασία αναπαράγει ακριβώς εκείνη τη διάβρωση ορίων που η τετραήμερη εβδομάδα επιδιώκει να αντιμετωπίσει.
Ωστόσο, υπάρχει και η αντίστροφη δυνατότητα και εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό επιχείρημα. Η τηλεργασία, όταν εφαρμόζεται με σαφή ρύθμιση του εργασιακού χρόνου και θεσμικές εγγυήσεις, αφαιρεί από την εξίσωση έναν σημαντικό όγκο μη παραγωγικού χρόνου. Σύμφωνα με δεδομένα της Eurostat (2019), ο μέσος Ευρωπαίος εργαζόμενος δαπανά μεταξύ 25 και 90 λεπτών ημερησίως σε μετακίνηση προς και από την εργασία χρόνος που δεν είναι ούτε εργασία ούτε ουσιαστική ανάπαυση. Σε εβδομαδιαία βάση, αυτό αντιστοιχεί σε 2 έως 7,5 ώρες παραγωγικά νεκρού χρόνου. Η εξάλειψή του σε ένα τηλεργασιακό μοντέλο ελευθερώνει ενέργεια που μπορεί να διατεθεί είτε σε πιο εστιασμένη εργασία κατά τις τέσσερις ημέρες, είτε σε ουσιαστική ανάπαυση.
Υπάρχει επίσης μια οργανωσιακή διάσταση που συχνά παραβλέπεται. Η μετάβαση σε τηλεργασία ανάγκασε πολλές εταιρείες να επανεξετάσουν ποιες συναντήσεις ήταν πραγματικά αναγκαίες. Η Microsoft κατέγραψε εσωτερικά ότι οι εβδομαδιαίες συναντήσεις αυξήθηκαν κατά 252% κατά τη διάρκεια της πανδημίας αλλά παράλληλα αυξήθηκε η ζήτηση για ασύγχρονη επικοινωνία που δεν απαιτεί άμεση παρουσία (Microsoft WorkLab, 2022). Αυτή η στροφή είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται η τετραήμερη εβδομάδα για να λειτουργήσει: λιγότερες συναντήσεις σε πραγματικό χρόνο, πιο στοχευμένη επικοινωνία, μεγαλύτερη αυτονομία στη διαχείριση καθηκόντων. Οι εταιρείες που πέτυχαν στο πιλοτικό του ΗΒ ανέφεραν μείωση συναντήσεων κατά 40% και εκτεταμένη χρήση ασύγχρονων εργαλείων ως προϋπόθεση επιτυχίας (Autonomy Research, 2023). Η τηλεργασία είχε ήδη δημιουργήσει αυτή την κουλτούρα σε πολλούς οργανισμούς.
Η τεχνητή νοημοσύνη εισάγει μια διαφορετική, βαθύτερη δυνατότητα αλλά και μια εξίσου σοβαρή προειδοποίηση. Το επιχείρημα υπέρ της ΤΝ ως ενισχυτή της τετραήμερης εβδομάδας δεν στηρίζεται στην αυτοματοποίηση εργασίας γενικά, αλλά σε κάτι πιο συγκεκριμένο: στην αυτοματοποίηση εκείνου του τύπου γνωστικής εργασίας που καταναλώνει χρόνο δίχως να απαιτεί πραγματικά ανθρώπινη κρίση επαναλαμβανόμενες διοικητικές διαδικασίες, κατηγοριοποίηση δεδομένων, προκαταρκτική σύνταξη εγγράφων, προγραμματισμός συναντήσεων, φιλτράρισμα πληροφοριών. Η έρευνα του MIT (Brynjolfsson, Li & Raymond, 2023) εξέτασε την παραγωγικότητα εργαζομένων που χρησιμοποίησαν εργαλεία γεννητικής ΤΝ σε καθήκοντα γραπτής επικοινωνίας και ανάλυσης δεδομένων και κατέγραψε αύξηση 14% κατά μέσο όρο με μεγαλύτερη αύξηση για εργαζομένους χαμηλότερης εμπειρίας, οι οποίοι έφτασαν επίπεδα απόδοσης συγκρίσιμα με πιο έμπειρους συναδέλφους. Η συνέπεια για την τετραήμερη εβδομάδα είναι άμεση: εάν συγκεκριμένα καθήκοντα μπορούν να εκτελεστούν εξίσου αποτελεσματικά σε λιγότερο χρόνο, τότε η μείωση των εργάσιμων ωρών δεν προϋποθέτει αύξηση έντασης κατά τις υπόλοιπες ώρες απαιτεί έξυπνη αναδιάταξη του φόρτου.
Από ευρύτερη σκοπιά, η Goldman Sachs (2023) εκτίμησε ότι η γεννητική ΤΝ ενδέχεται να επηρεάσει έως και το 25% των εργασιακών καθηκόντων στις προηγμένες οικονομίες, ενώ ο ΟΟΣΑ (2023) τεκμηρίωσε ότι σημαντικό ποσοστό θέσεων εργασίας παρουσιάζει υψηλή έκθεση σε αυτοματοποίηση. Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (2023) προβλέπει ταυτόχρονη εξαφάνιση και δημιουργία εκατομμυρίων ρόλων έως το 2027. Σε αυτό το πλαίσιο, η τετραήμερη εβδομάδα αποκτά μια δεύτερη, συχνά αθέατη λειτουργία: όχι μόνο ως παρέμβαση δημόσιας υγείας, αλλά ως δομικός μηχανισμός αναδιανομής εργασιακού φόρτου σε μια αγορά που μεταλλάσσεται ταχύτατα λόγω τεχνολογικής αναδιάρθρωσης.
Η αντίρρηση όμως δεν είναι τεχνολογική είναι κατανεμητική, και είναι σοβαρή. Τα οφέλη της ΤΝ στην παραγωγικότητα δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Εργαζόμενοι που έχουν ήδη πρόσβαση σε ψηφιακά εργαλεία, που εργάζονται σε γνωστικά εντατικά περιβάλλοντα και που διαθέτουν τις δεξιότητες να αξιοποιήσουν τη γεννητική ΤΝ, θα ωφεληθούν δυσανάλογα. Εκείνοι στους τομείς σωματικής εργασίας, φροντίδας, εστίασης ή λιανικού εμπορίου όπου η ΤΝ έχει περιορισμένη εφαρμογή θα παραμείνουν εκτός αυτής της εξίσωσης. Και αυτοί οι τομείς, όπως τεκμηρίωσε η κοινή έρευνα ΠΟΥ/ΔΟΕ (2021) που κατέγραψε περίπου 745.000 θανάτους ετησίως παγκοσμίως από καρδιαγγειακά και εγκεφαλικά επεισόδια αποδιδόμενα σε εβδομάδες άνω των 55 ωρών, είναι ακριβώς εκείνοι όπου η ανάγκη για μείωση εργασιακού χρόνου είναι μεγαλύτερη.
Η ελληνική περίπτωση συνοψίζει αυτή την αντίφαση με χαρακτηριστική ακρίβεια. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat (2024), οι Έλληνες εργαζόμενοι κατέγραφαν μέσο όρο 39,8 ωρών εβδομαδιαίως τον υψηλότερο στην ΕΕ έναντι ευρωπαϊκού μέσου 36,1 ωρών. Ο ΟΟΣΑ (2022) κατέγραψε 1.886 ώρες ετησίως, σημαντικά περισσότερες από τις 1.571 του ευρωπαϊκού μέσου.
Παρά ταύτα, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας παραμένει περίπου 40% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο, σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ο νόμος 5053/2023 εισήγαγε ωστόσο τη δυνατότητα εξαήμερης εργασίας έως 48 ωρών εβδομαδιαίως σε επιχειρήσεις συνεχούς λειτουργίας. Η λογική αυτής της επιλογής ότι η παραγωγικότητα αυξάνεται με την επέκταση των ωρών έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τα διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα, τα οποία δείχνουν ότι η χαμηλή παραγωγικότητα ανά ώρα σχετίζεται με δομικά προβλήματα οργάνωσης, τεχνολογικής υποδομής και διοικητικής αποδοτικότητας — όχι με ανεπάρκεια εργασιακού χρόνου.
Νομικά, το έδαφος είναι σαφές. Η Οδηγία 2003/88/ΕΚ θεσπίζει ανώτατο όριο 48 ωρών εβδομαδιαίως· η τετραήμερη εβδομάδα με 32 ώρες συνιστά ευνοϊκότερη ρύθμιση κατά το Άρθρο 15 της ίδιας Οδηγίας και συνάδει πλήρως με τις αρχές του Άρθρου 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ για αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Αυτό που η νομική ανάλυση δεν έχει ακόμη επαρκώς αντιμετωπίσει είναι ένα νέο ζήτημα που εγείρει το ψηφιακό εργασιακό περιβάλλον: όταν αλγοριθμικά συστήματα παρακολούθησης και ανάθεσης καθηκόντων λειτουργούν ασύγχρονα και εκτός ωραρίου, πώς οριοθετείται νομικά ο «εργασιακός χρόνος»; Αυτό είναι το επόμενο ρυθμιστικό κενό, και δεν έχει ακόμη λάβει την προσοχή που του αξίζει.
Από ηθική σκοπιά, η ανάλυση βάσει των αρχών ευεργεσίας, μη βλάβης, δικαιοσύνης και αυτονομίας των Beauchamp και Childress (2019) οδηγεί σε ένα ξεκάθαρο συμπέρασμα: η τριπλή σύγκλιση τετραήμερης εβδομάδας, τηλεργασίας και τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αποτελέσει ισχυρό εργαλείο προαγωγής της ανθρώπινης ευημερίας αλλά μόνο εάν συνοδευτεί από ρητή πολιτική για την πρόσβαση σε αυτές τις ρυθμίσεις, την κατάρτιση των εργαζομένων που τις χρειάζονται και τη ρύθμιση των ωρών εργασίας σε τομείς όπου ούτε η τηλεργασία ούτε η ΤΝ μπορούν ακόμη να εφαρμοστούν. Χωρίς αυτή τη διάσταση, το αποτέλεσμα δεν θα είναι γενική μείωση του εργασιακού χρόνου. Θα είναι η εδραίωση ενός διπλού συστήματος: ένα για εκείνους που εργάζονται με ΤΝ και τηλεργασία, και ένα άλλο για όλους τους υπόλοιπους. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό δεν είναι τεχνολογικό. Είναι πολιτικό, νομικό και ηθικό ταυτόχρονα: ποιος φέρει την ευθύνη να διασφαλίσει ότι η μείωση του εργασιακού χρόνου εκεί και όταν εφαρμόζεται δεν μετατρέπεται σε ακόμη ένα εργαλείο αναπαραγωγής προνομίου;
Όμιλος Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης ΟΠΕΔ
Σύνταξη – Επιμέλεια της Πρότασης για τον ΟΠΕΔ Πελαγια Ελευθεριαδου
Δικαστική υπάλληλος, LL.M., Επιστημονική Συνεργάτης του ΟΠΕΔ και Digital Ambassador του European Judicial Training Network (EJTN)