Η συνταγματικότητα της κλήσης προς ακρόαση στη Βουλή και τις Επιτροπές της

Το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει «διάκριση των εξουσιών» αλλά αντιθέτως το σχετικό άρθρο 26 κατοχυρώνει «διάκριση των λειτουργιών» ορίζοντας τις λειτουργίες αυτές κατά σειρά σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική

Η συνταγματικότητα της κλήσης προς ακρόαση στη Βουλή και τις Επιτροπές της

Προσφάτως ο ανώτατος εισαγγελέας της χώρας αρνήθηκε να προσέλθει ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής επικαλούμενος την αντισυνταγματικότητα της διάταξης του άρθρου 43 Α του Κανονισμού της Βουλής λόγω σύγκρουσής της με την «αρχή της διάκρισης των εξουσιών».

Ωστόσο οι σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και η μέχρι σήμερα λειτουργία των θεσμών του πολιτεύματος προκρίνουν μια αντίθετη εκδοχή.

Εξηγούμαι:

Α) Το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει «διάκριση των εξουσιών» αλλά αντιθέτως το σχετικό άρθρο 26 κατοχυρώνει «διάκριση των λειτουργιών» ορίζοντας τις λειτουργίες αυτές κατά σειρά σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική.

Αυτό σημαίνει ότι υφίσταται εννοιολογικός προσδιορισμός εκ του Συντάγματος περί μίας και ενιαίας κρατικής εξουσίας η άσκηση της οποίας οδηγεί σε τρεις διαφορετικές λειτουργίες. Δηλαδή η νομοθεσία, η εκτέλεση των νόμων και η δικαστική λειτουργία αποτελούν απλά τις μορφές δράσης της πολιτείας.

Η σύλληψη αυτή του άρθρου 26 είναι απολύτως συνεπής με το θεμελιώδες για το Σύνταγμά μας άρθρο 1 το οποίο κατοχυρώνει τη δημοκρατική αρχή και τη λαϊκή κυριαρχία. Δεν είναι άλλωστε άμοιρο νομικών συνεπειών ότι το άρθρο 26 δεν χρησιμοποιεί ιδιοκτησιακής αντίληψης ρήμα για την κάθε κρατική λειτουργία αλλά ρήμα χρήσης.

Συγκεκριμένα το άρθρο 26 μας λέει ότι η νομοθετική λειτουργία ασκείται (και δεν ανήκει) από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η εκτελεστική λειτουργία ασκείται (και δεν ανήκει) από την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η δικαστική λειτουργία ασκείται (και δεν ανήκει) από τα Δικαστήρια, οι αποφάσεις των οποίων εκτελούνται στο όνομα του «κυρίαρχου» λαού.

Κοντολογίς, η κρατική εξουσία ανήκει στον κυρίαρχο λαό και τα συντεταγμένα όργανα απλώς ασκούν το καθένα τη μορφή δράσης της πολιτείας που του αναθέτει το Σύνταγμα.

Β) Η κλήση προς ακρόαση του άρθρου 43 Α του Κανονισμού της Βουλής δεν ανάγεται απευθείας στο άρθρο 26 του Συντάγματος αλλά έχει ως συνταγματική βάση και αφετηρία το άρθρο 66 του Συντάγματος, η παράγραφος 3 εδ. β του οποίου ορίζει ότι: «Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να καλούν οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρούν χρήσιμο για το έργο τους ενημερώνοντας τον αρμόδιο Υπουργό».

Της συνταγματικής αυτής διάταξης αποτελεί εξειδίκευση το άρθρο 43 Α του Κανονισμού λειτουργίας της Βουλής, στοιχείο το οποίο επιτρέπει σε οποιαδήποτε κοινοβουλευτική επιτροπή να καλεί προς ακρόαση τον οποιονδήποτε που κρίνει χρήσιμο για το έργο της.

Η διατύπωση αυτή προκρίθηκε κατά των εργασιών της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής το 2001, ως πληρέστερη από την προϊσχύσασα διάταξη, η οποία όριζε ότι οι κοινοβουλευτικές επιτροπές έχουν δικαίωμα να καλούν δια μέσου του αρμόδιου Υπουργού οποιονδήποτε δημόσιο λειτουργό θεωρούν χρήσιμο για το έργο τους. Υπό την ανωτέρω επισήμανση, είναι σαφές ότι οι πάσης φύσεως δημόσιοι λειτουργοί είναι δυνατόν να κληθούν από την οποιαδήποτε κοινοβουλευτική επιτροπή.

Γ) Η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών δεν σημαίνει ότι καθεμία από αυτές στεγανοποιείται έναντι των άλλων αλλά ότι αντιθέτως σε ενδεχόμενη περίπτωση καθεμία παρέχει αρωγή εφόσον της ζητηθεί.

Η ανωτέρω διαπίστωση είναι γνωστή ως (άγραφη) θεμελιώδης αρχή του Συντάγματος σε αλλοδαπές έννομες τάξεις (π.χ. Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Ιταλική Δημοκρατία) ως σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτειακών οργάνων.

Εν προκειμένω πρόκειται για κλήση προς ακρόαση προκειμένου το σώμα των αντιπροσώπων του κυρίαρχου λαού να πληροφορηθεί στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που έχει ως προς «το βουλεύεσθαι περί των κοινών».

Γνωρίζουμε ήδη από τον Αριστοτέλη ότι «το βουλεύεσθαι περί των κοινών» είναι προαπαιτούμενο του νομοθετείν. Λόγω της ύπαρξης της αρχής της εμπιστοσύνης μεταξύ των πολιτειακών οργάνων που ισχύει στις άλλες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, παρέλκει η ένθεση στο Σύνταγμα αρχής περί αρωγής μεταξύ των οργάνων των κρατικών λειτουργιών, διότι δογματικά και εννοιολογικά αυτή περιέχεται στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών.

Η αρμοδιότητα του αντιπροσωπευτικού σώματος και των επιτροπών του να καλούν σε ακρόαση τον οιονδήποτε, στο μέτρο που αυτός εντάσσεται οργανωτικά στην πολιτεία, δημιουργεί αυτονοήτως δέσμευση παρουσίας του.

Ωστόσο, ενώπιον της επιτροπής μπορεί να αρνηθεί την απάντηση ερώτησης, η οποία είναι σχετική με ζήτημα δικαστικής κρίσης ή διαμόρφωσης της δικανικής πεποίθησής, διότι το Σύνταγμά μας εφοδιάζει τους δικαστικούς λειτουργούς με λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, η οποία εκτείνεται και λαμβάνει μορφή και οργανικής ανεξαρτησίας.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή