Ο μυστικός γάμος και μια διαμελισμένη έγκυος γυναίκα: Το έγκλημα ενός ιερέα που έμεινε στην ιστορία
Μια ιστορία από το 1913 στοιχειώνει ακόμη την αμερικανική εγκληματολογία
Ο αρχηγός των ντετέκτιβ του Μανχάταν, Τζόζεφ Φόροτ, ήταν ένας άνθρωπος βαθιά σεβαστός στους κόλπους της αστυνομίας για την επιμονή και τη σχολαστικότητά του. Ακολουθούσε και το παραμικρό ίχνος όπως το κυνηγόσκυλο το θήραμά του, σπάνια άφηνε λεπτομέρεια να του ξεφύγει και ποτέ δεν δίσταζε μπροστά σε δύσκολες υποθέσεις.
Έτσι, παρότι η θέση του τού επέτρεπε να αναθέσει την έρευνα σε υφισταμένους του, όταν στις 5 Σεπτεμβρίου 1913 δύο παιδιά εντόπισαν τον άνω κορμό μιας γυναίκας στις όχθες του ποταμού Χάντσον και σχεδόν ταυτόχρονα βρέθηκαν πέντε χιλιόμετρα πιο κάτω ο κάτω κορμός και ένας μηρός, αποφάσισε να αναλάβει προσωπικά την υπόθεση.
Τα διαμελισμένα μέλη και το πρώτο στοιχείο
Η νεκροψία αποκάλυψε ότι τα μέλη ανήκαν σε γυναίκα κάτω των 30 ετών, ύψους περίπου 1,80 μ., η οποία είχε γεννήσει πρόσφατα. Τίποτα στο διαμελισμένο σώμα δεν επέτρεπε την ταυτοποίηση.
Ο Φόροτ αποφάσισε να ξεκινήσει από το μοναδικό απειροελάχιστο στοιχείο που είχε: τα ανθρώπινα υπολείμματα ήταν τυλιγμένα σε σεντόνια και μαξιλαροθήκες. Σε μία από αυτές υπήρχε ακόμη το καρτελάκι της τιμής. Η διαδρομή του μικρού αυτού αντικειμένου οδήγησε σε εργοστάσιο στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ και από εκεί σε κατάστημα επίπλων στο Μανχάταν.
Ο ιδιοκτήτης, Τζορτζ Σακς, έδειξε τα βιβλία του. Από τις δώδεκα μαξιλαροθήκες που είχε αγοράσει, είχε πουλήσει μόλις δύο, μαζί με ένα σετ σεντονιών και ένα στρώμα. Η απόδειξη έγραφε ένα όνομα και μια διεύθυνση: Χ. Σμιτ, οδός Μπράντχερστ 68, τρίτος όροφος.

Το ματωμένο διαμέρισμα
Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν στο διαμέρισμα, το βρήκαν άδειο. Ο θυρωρός μίλησε για ένα παντρεμένο ζευγάρι, με τον άνδρα να έχει έντονη γερμανική προφορά και τη γυναίκα να είναι έγκυος.
Μετά από τρεις ημέρες άκαρπης παρακολούθησης, ο Φόροτ εξασφάλισε άδεια εισόδου. Το πάτωμα έδειχνε καθαρό, όμως οι τοίχοι ήταν γεμάτοι αποξηραμένο αίμα. Σε ένα μπαούλο βρέθηκαν ένα μεγάλο μαχαίρι και ένα πριόνι, επίσης ματωμένα. Το αποτρόπαιο έγκλημα είχε συντελεστεί εκεί.
Ανάμεσα στα ευρήματα ξεχώριζαν γράμματα στα γερμανικά και τα αγγλικά, με παραλήπτη την Άννα Άουμιλερ, σφραγισμένα σε φακέλους που απευθύνονταν στην εκκλησία του Αγίου Βονιφάτιου.
Το μυστικό του Αγίου Βονιφάτιου
Ο ιερέας Τζον Μπράουν αποκάλυψε ότι η Άννα Άουμιλερ ήταν η οικονόμος της ενορίας, αλλά είχε φύγει από τις 30 Αυγούστου. Υπέδειξε, όχι χωρίς υπαινιγμό, έναν άλλον ιερέα, τον πατέρα Χανς Σμιτ, που μόλις είχε μετατεθεί στον Άγιο Ιωσήφ. Το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου, στις 11:30, οι αστυνομικοί τον εντόπισαν. Όταν ρωτήθηκε πού βρίσκεται η Άννα, απάντησε χωρίς περιστροφές: «Τη σκότωσα. Τη σκότωσα γιατί την αγαπούσα».
Ο Χανς Σμιτ είχε γεννηθεί το 1881 στη Γερμανία και είχε χειροτονηθεί ιερέας το 1906. Έφτασε στις ΗΠΑ το 1909 με συστατικές επιστολές, αν και είχε ήδη αποπεμφθεί από την Εκκλησία για απάτη και σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων. Χωρίς έλεγχο του παρελθόντος του, μετακινήθηκε από ενορία σε ενορία, μέχρι που κατέληξε στη Νέα Υόρκη.

Εκεί γνώρισε τη 17χρονη Άννα Άουμιλερ. Τρεις ημέρες μετά την άφιξή του έγιναν εραστές. Παρά τις μεταθέσεις, συνέχισαν να συναντιούνται κρυφά. Όταν η Άννα έμεινε έγκυος, παντρεύτηκαν μυστικά στις 26 Φεβρουαρίου 1913.
Η «θεία εντολή» και το έγκλημα
Σύμφωνα με την ομολογία του, λίγο πριν νοικιάσει το διαμέρισμα άρχισε να ακούει τη «φωνή του Θεού» να του ζητά να θυσιάσει την Άννα. Τη νύχτα της 2ας Σεπτεμβρίου 1913, αφού δείπνησαν, περίμενε να κοιμηθεί, της έκοψε τον λαιμό, ήπιε το αίμα της, τη βίασε ενώ ξεψυχούσε και στη συνέχεια διαμέλισε το σώμα της. Τα κομμάτια τα τύλιξε σε σεντόνια, τα βάρυνε με πέτρες και τα πέταξε στον Χάντσον, πριν επιστρέψει στην εκκλησία για να τελέσει την πρωινή λειτουργία.
Η δίκη ξεκίνησε τον Δεκέμβριο του 1913 και εξελίχθηκε σε πρωτοφανές δημοσιογραφικό γεγονός. Η υπεράσπιση προσπάθησε να αποδείξει ότι ο Σμιτ ήταν ψυχικά ασθενής, όμως νέα στοιχεία αποκάλυψαν απάτες, πλαστογραφίες και ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής που είχε συνάψει υπέρ του, δείχνοντας ξεκάθαρη προμελέτη.
Στις 5 Φεβρουαρίου 1914, το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για φόνο εκ προμελέτης και τον καταδίκασε σε θάνατο. Στις 18 Φεβρουαρίου 1916, ο Χανς Σμιτ εκτελέστηκε στην ηλεκτρική καρέκλα στη φυλακή Σινγκ Σινγκ. Παραμένει μέχρι σήμερα ο μοναδικός ιερέας στις Ηνωμένες Πολιτείες που καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε, αφήνοντας πίσω του μία από τις πιο σκοτεινές και ανατριχιαστικές σελίδες της αμερικανικής εγκληματολογικής ιστορίας.