Atlantic: Πώς οι ΗΠΑ σπατάλησαν το στρατηγικό πλεονέκτημα τους έναντι του Ιράν
Τα σημερινά αποθέματα, ανάλογα με το είδος των πυρομαχικών, φτάνουν μόλις στο 20% του επιπέδου που θα ήθελε να διατηρεί ιδανικά το αμερικανικό Πεντάγωνο
Snapshot
- Τα αποθέματα πυρομαχικών μεγάλου βεληνεκούς των ΗΠΑ έχουν μειωθεί στο 20% του ιδανικού επιπέδου, περιορίζοντας την ικανότητα αντιμετώπισης απειλών από το Ιράν και άλλες περιοχές.
- Η παραγωγή νέων πυραύλων αναχαίτισης, όπως οι Patriot και THAAD, δεν προβλέπεται να καλύψει τις ανάγκες πριν το 2030, παρά τις συμβάσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων που έχουν υπογραφεί.
- Η Τεχεράνη έχει αυξήσει την παραγωγή και τις δυνατότητες βαλλιστικών πυραύλων και drones, εκμεταλλευόμενη την εξάντληση των αμερικανικών αποθεμάτων και τη στρατηγική αδυναμία των ΗΠΑ.
- Ο πρόεδρος Τραμπ εκφράζει έντονη ανησυχία και οργή για την εξάντληση των πυρομαχικών, ενώ η κλιμάκωση της σύγκρουσης θεωρείται επικίνδυνη λόγω των περιορισμένων αμυντικών δυνατοτήτων.
- Η ανάγκη για αναπλήρωση των αποθεμάτων απαιτεί χρόνια, γεγονός που μειώνει το στρατηγικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ και ενισχύει την πιθανότητα διπλωματικών λύσεων με το Ιράν.
Την ανησυχία στον Λευκό Οίκο και την οργή του Αμερικανού προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ που αισθάνονται ότι οι ΗΠΑ χάνουν το στρατηγικό πλεονέκτημα τους στον πόλεμο με το Ιράν και η Τεχεράνη το γνωρίζει, μεταφέρει δημοσίευμα του αμερικανικού περιοδικού Atlantic.
Μετά από πέντε μήνες πολέμου με το Ιράν, τα αποθέματα όπλων μεγάλου βεληνεκούς των ΗΠΑ είναι τόσο χαμηλά, όπως ανέφεραν στο περιοδικό εν ενεργεία και πρώην αξιωματούχοι του αμερικανικού Υπουργείου Πολέμουμ που δεν πιστεύουν ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν επαρκή ποσότητα για να αντιμετωπίσουν μια απειλή στην Ασία, ενδεχομένως από κάποια επιθετική ενέργεια της Κίνας. .
Τα σημερινά αποθέματα, ανάλογα με το είδος των πυρομαχικών, φτάνουν μόλις στο 20% του επιπέδου που θα ήθελε να διατηρεί ιδανικά το αμερικανικό Πεντάγωνο. Τα αποθέματα εξελιγμένων πυραύλων αναχαίτισης, όπως οι Patriot και οι πύραυλοι Terminal High Altitude Area Defense (THAAD), έχουν μειωθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν είναι δυνατό να δοθούν ή να πωληθούν τα όπλα αυτά στην Ουκρανία, ούτε να παρέχουν αποτελεσματική άμυνα ενάντια στην εκτόξευση βαλλιστικών πυραύλων από το Ιράν.
Αμερικανοί στρατιώτες βλέπουν ιρανικούς πυραύλους και ελπίζουν για το καλύτερο
Ακόμη και όταν οι Αμερικανοί στρατιώτες βλέπουν ιρανικούς πυραύλους να πλησιάζουν, αναγκάζονται να αποφασίσουν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αν θα χρησιμοποιήσουν τον περιορισμένο αριθμό πυραύλων αναχαίτισης ή αν θα ελπίσουν για το καλύτερο, είπαν στο περιοδικό οι αξιωματούχοι της άμυνας.
Το Πεντάγωνο έχει αναθέσει φέτος συμβάσεις αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων για την ανανέωση των αποθεμάτων του αμερικανικού οπλοστασίου. Ωστόσο, η υπογραφή συμβάσεων δεν ισοδυναμεί και με την άμεση παράδοση πυραύλων. Οι συμβάσεις αυτές προβλέπουν ότιη παραγωγή πυρομαχικών θα γίνει μέσα στα επόμενα χρόνια, όχι τους επόμενους μήνες.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει επενδύσει στην αμυντική βιομηχανική βάση για να επιταχύνει την παραγωγή, όπως έκανε και η κυβέρνηση Μπάιντεν, αλλά για κρίσιμα συστήματα όπως οι πύραυλοι Patriot, η προσφορά δεν προβλέπεται να καλύψει τη ζήτηση μέχρι περίπου το 2030.
Την ίδια στιγμή το Ιράν έχει εντείνει την παραγωγή drones και βαλλιστικών πυραύλων του, και έχει ενισχύσει τις δυνατότητές τους. Ο πόλεμος διαμορφώνεται πλέον τόσο από την βιομηχανική προσφορά και την εφοδιαστική όσο και από οικονομικές εκτιμήσεις και την πολιτική των ενδιάμεσων εκλογών.
Ο θυμός του Τραμπ για τα πυρομαχικά
Ο πρόεδρος Τραμπ αντέδρασε έντονα με την εκτίμηση που του παρουσίασε η ομάδα Εθνικής Ασφάλειας στο Καμπ Ντέιβιντ την περασμένη Παρασκευή, η οποία έδειχνε ότι ο αμερικανικός στρατός είχε σχεδόν εξαντλήσει τα πυρομαχικά που θα ήταν απαραίτητα για να διατάξει ο Τραμπ μια κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν, όπως ανέφερε στο Atlantic ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης που ήταν ενήμερος για τη συνάντηση.
Αν οι ΗΠΑ προχωρούσαν σε επίθεση, η Τεχεράνη πιθανότατα θα εξαπέλυε «καταιγίδα» πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών εναντίον των γειτονικών χωρών και των αμερικανικών βάσεων που βρίσκονται σε αυτές. Ο Αμερικανός πρόεδρος επέπληξε τους συνεργάτες του και απηύθυνε αυστηρή κριτική προς την ηγεσία του υπουργείου Πολέμου, σύμφωνα με το περιοδικό.
Ο Ντόναλντ Τραμπ με τον Πιτ Χέγκσεθ και τον Ντάν Κέιν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στον Λευκό Οίκο. 6 Απριλίου 2026
ΑΡΌπως ανέφερε αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, προς το παρόν ο Αμερικανός πρόεδρος δεν εξετάζει το ενδεχόμενο αλλαγών στο επιτελείο του.) Ο Τραμπ έχει αρχίσει να εκνευρίζεται λόγω της αδυναμίας του να ξεφύγει από το αδιέξοδο του πολέμου. Είναι εξοργισμένος από τις επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία και επιθυμεί απεγνωσμένα να προχωρήσει σε άλλα θέματα.
Σύμβουλοι του Λευκού Οίκου ανησυχούν ότι ο Τραμπ χάνει το πλεονέκτημα του στη σύγκρουση. Έχει απειλήσει το Ιράν πολλές φορές, αλλά σπάνια έχει υλοποιήσει τις απειλές και η Τεχεράνη το γνωρίζει. Το Ιράν γνωρίζει επίσης ότι οι ΗΠΑ εξαντλούν τα πυρομαχικά τους, παρά τα όσα δηλώνουν δημοσίως ο Πιτ Χέγκσεθ και ο Αμερικανός πρόεδρος.
Η στρατιωτική επιρροή δεν εξαρτάται απλώς από την ικανότητα των ΗΠΑ να επιτεθούν, αλλά και από τη δυνατότητά τους να αμυνθούν ενάντια σε αντίποινα του Ιράν. Το Ιράν έχει επιδείξει την αυτοπεποίθηση να δοκιμάσει περαιτέρω τις ΗΠΑ, με επιθέσεις σε πλοία στα Στενά του Ορμούζ.
Αμφισβητείται η εκτίμηση ότι η Τεχεράνη θα πιεστεί σε διαπραγματεύσεις
Ο Λευκός Οίκος έχει υποστηρίξει ότι το Ιράν θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπο με μια οικονομική κατάσταση τόσο δεινή, ώστε το καθεστώς να αναγκαστεί να διαπραγματευτεί. Ωστόσο, η κυβέρνηση Τραμπ έχει εκπλαγεί από την ανθεκτικότητα της Τεχεράνης και δεν είναι πλέον βέβαιη ότι το καθεστώς θα φτάσει στο σημείο όπου η διαπραγμάτευση θα αποτελεί τη μόνη του επιλογή.
Στους πέντε μήνες που έχουν περάσει από την έναρξη του πολέμου, ο πρόεδρος δεν έχει βρεθεί ποτέ σε τόσο αδύναμη θέση. Η έλλειψη αναχαιτιστικών πυραύλων καθιστά επικίνδυνη την κλιμάκωση της σύγκρουσης. Ούτε η επέκταση των αεροπορικών επιθέσεων θα εγγυόταν ότι η Τεχεράνη θα επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ο πρόεδρος του Ιράν Μασούντ Πεζεσκιάν
Iranian Presidency OfficeΑυτό ενδέχεται να αναγάγει τη διπλωματία και τις παραχωρήσεις ως την βασική επιλογή με τον μικρότερο κίνδυνο για την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ο Τραμπ και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν θα επιτραπεί ποτέ στο Ιράν να ελέγχει οποιοδήποτε τμήμα στα Στενά του Ορμούζ.
Ο Τραμπ, όμως, εξετάζει πλέον μια συμφωνία που θα παρέχει στο Ιράν κάποιο έλεγχο επί της θαλάσσιας κυκλοφορίας στο στενό, σύμφωνα με το Atlantic. Η προτεινόμενη συμφωνία μεταξύ του Ομάν και του Ιράν, η οποία έχει τεθεί υπόψη προς έγκριση στις ΗΠΑ και τις χώρες του Κόλπου, θα επαναλειτουργούσε το στενό μέσω της δημιουργίας ενός πλαισίου κοινής διαχείρισης για την εμπορική ναυτιλία.
Μια τέτοια συμφωνία θα παρέχει στο Ιράν την εποπτεία της κρίσιμης θαλάσσιας οδού, την οποία θεωρεί ότι έχει κερδίσει χάρη στον πόλεμο και παράλληλα θα τιμά την επιμονή του Ομάν για τη διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας.
Οι ΗΠΑ χρειάζονται χρόνο
Ο Χέγκσεθ έχει επανειλημμένα αρνηθεί την ύπαρξη οποιασδήποτε έλλειψης πυρομαχικών ακόμη και στον Τραμπ έως και την περασμένη εβδομάδα, όπως μας ανέφερε ένας Αμερικανός αξιωματούχος. Στο Καπιτώλιο, ο υπουργός Πολέμου δεν παρουσίασε πειστικά επιχειρήματα για τη χρηματοδότηση που ζήτησε για τον πόλεμο, κυρίως προς τους βουλευτές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην επανεκλογή τους εξαιτίας των οικονομικών επιπτώσεων της σύγκρουσης.
Μεταξύ της απογοήτευσης των Αμερικανών ψηφοφόρων για τις αυξανόμενες τιμές της βενζίνης και των αντιφατικών μηνυμάτων του Χέγκσεθ, καθώς και της προηγούμενης συγκρουσιακής σχέσης του με το Κογκρέσο, «δεν υπάρχει καμία καλή διάθεση προς το υπουργείο εδώ», είπε στο περιοδικό εργαζόμενος του Κογκρέσου. Παρ’ όλα αυτά, αναμένεται τελικά το Κογκρέσο να διαθέσει μεγάλο μέρος των κονδυλίων που, σύμφωνα με το Πεντάγωνο, χρειάζονται για την αναπλήρωση των αποθεμάτων του.
Αμερικανοί ναύτες εργάζονται με πυρομαχικά στο κατάστρωμα αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln (CVN 72) στο πλαίσιο της επιχείρησης Epic Fury, το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026.
ΑΡΑυτό, όμως που πραγματικά χρειάζονται οι ΗΠΑ είναι χρόνος. Ανάλογα με το είδος του όπλου, η αναπλήρωση στα προπολεμικά επίπεδα θα μπορούσε να διαρκέσει έως και πέντε χρόνια, όπως είπε ο Μαρκ Κάνσιαν, ο οποίος παρακολουθεί τα αποθέματα πυρομαχικών για το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών στην Ουάσινγκτον .
Με άλλα τρία χρόνια, τα αποθέματα θα φτάσουν «σε ένα επίπεδο που θα ικανοποιεί το Γενικό Επιτελείο και τους Αμερικανούς διοικητές που είναι υπεύθυνοι για την περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού», είπε ο Κάνσιαν. Θεωρητικά, αυτό δίνει στο Πεκίνο άφθονο χρόνο να εκμεταλλευτεί τις αμερικανικές ελλείψεις, για παράδειγμα, με μια εισβολή στην Ταϊβάν.
«Οι ισχυρισμοί για έλλειψη πυρομαχικών στις ΗΠΑ είναι ψευδείς», και η μεγέθυνσή τους είναι ανεύθυνη, δήλωσε στο περιοδικό ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου, Σον Παρνέλ. Και συνέχισε: «Διαθέτουμε όλα τα απαραίτητα μέσα για να επιτεθούμε στον χρόνο και στον τόπο που θα επιλέξει ο Πρόεδρος».
Η σπατάλη του στρατηγικού πλεονεκτήματος
Οι ΗΠΑ έχουν σπεύσει να αναπτύξουν φθηνότερους τρόπους για την αντιμετώπιση των μη επανδρωμένων αεροσκαφών ιρανικής προέλευσης που ανέπτυξε η Ρωσία και έχουν σημειώσει κάποια πρόοδο. Ωστόσο, τα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων, όπως οι Patriot και οι THAAD, εξαντλήθηκαν γρήγορα. «Δεν υπάρχουν καλές εναλλακτικές λύσεις για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων. Χωρίς αυτούς τους αμυντικούς πυραύλους, οι επιθετικοί πύραυλοι θα προσγειωθούν χωρίς αντίσταση. Αυτό ακριβώς συμβαίνει στην Ουκρανία», είπε ο Κάνσιαν.
Πριν από την εισβολή της Ρωσίας, οι ΗΠΑ παρήγαγαν περίπου 300 πυραύλους Patriot ετησίως, οι μισοί από τους οποίους προορίζονταν για τους συμμάχους. Η παραγωγή έχει διπλασιαστεί έκτοτε, αλλά υστερεί σημαντικά σε σχέση με τη ζήτηση σε καιρό πολέμου.
Ένα μαχητικό αεροσκάφος F-16 της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ απογειώνεται από μια βάση στη Μέση Ανατολή.
CENTCOMΑν ο πόλεμος με το Ιράν είχε τελειώσει μέσα σε λίγες εβδομάδες, όπως είχε αρχικά προβλέψει η αμερικανική κυβέρνηση, το πρόβλημα των πυρομαχικών των ΗΠΑ δεν θα ήταν τόσο σοβαρό. Και το πρόβλημα θα μετριαζόταν «αν ξέραμε πότε θα τελειώσει ο πόλεμος», είπε ένας αξιωματούχος του Υπουργείου Πολέμου. «Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει μακροπρόθεσμη στρατηγική και δεν μπορούμε να σχεδιάσουμε με βάση αυτό», τόνισε.
Πριν από τις ελλείψεις, οι ΗΠΑ αξιοποιούσαν τα τεχνολογικά τους πλεονεκτήματα για να διαμορφώσουν τη στρατηγική τους. Τώρα, οι τεχνολογικές εξελίξεις των εχθρών τους και η πίεση που ασκούν στα αποθέματα των ΗΠΑ αναγκάζουν την Ουάσιγκτον να επανεξετάσει τη στρατηγική της, αυτή τη φορά χωρίς την παραδοσιακή παραδοχή ότι οι αμερικανικές δυνάμεις έχουν το πλεονέκτημα στον τομέα των πυρομαχικών.