Από το τέλος της ιστορίας στον τελευταίο άνθρωπο: Γιατί ο Φουκουγιάμα άλλαξε γνώμη

Ο συγγραφέας και πολιτικός στοχαστής έγινε διάσημος για τη δήλωσή του σχετικά με τον θρίαμβο της φιλελεύθερης δημοκρατίας - 37 χρόνια μετά, εξηγεί τι εννοούσε πραγματικά και παραδέχεται αν έκανε λάθος

Από το τέλος της ιστορίας στον τελευταίο άνθρωπο: Γιατί ο Φουκουγιάμα άλλαξε γνώμη
Snapshot
  • Το 1989 ο Φράνσις Φουκουγιάμα δημοσίευσε το δοκίμιο «Το τέλος της Ιστορίας;» που υποστήριζε τον θρίαμβο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αλλά πολλοί το παρεξήγησαν ως προβλέψεις για το τέλος των συγκρούσεων και της ιστορίας γενικά.
  • Σήμερα ο Φουκουγιάμα αναγνωρίζει ότι αν το κινεζικό αυταρχικό μοντέλο αποδειχθεί πιο επιτυχημένο από τη φιλελεύθερη δημοκρατία, θα παραδεχθεί ότι έκανε λάθος.
  • Ο ίδιος εξηγεί ότι η κρίση των φιλελεύθερων δημοκρατιών συνδέεται με την έλλειψη σεβασμού που νιώθει μεγάλο μέρος του λαού, φαινόμενο που εκμεταλλεύτηκε ο Ντόναλντ Τραμπ για να ανέλθει πολιτικά.
  • Ο Φουκουγιάμα υποστηρίζει ότι η ισότιμη κατανομή του σεβασμού απαιτεί πολιτικές που προσφέρουν υλικά οφέλη και έναν πολιτικό λόγο που ακούει και απευθύνεται στους απλούς ανθρώπους.
  • Η αλλαγή γνώμης του Φουκουγιάμα οφείλεται στις αποτυχίες του πολέμου στο Ιράκ και της οικονομικής κρίσης του 2008, που τον οδήγησαν να αμφισβητήσει ορισμένες από τις αρχικές του παραδοχές.
Snapshot powered by AI

Με το επιστημονικό δοκίμιο 15 σελίδων με το οποίο από το 1989 διακήρυττε το «Τέλος της Ιστορίας» και τον θρίαμβο της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του δυτικού τρόπου ζωής ο Φράνσις Φουκουγιάμα έγινε διάσημος σε ολόκληρο τον κόσμο και συνδέθηκε με την άνοδο του νεοσυντηρητικού κινήματος, από το οποίο ο ίδιος αποστασιοποιήθηκε στη συνέχεια.

Στα 73 του χρόνια ο πολιτικός επιστήμονας έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα Guardian ενόψει του αυτοβιογραφικού βιβλίο του με τίτλο «In the Realm of the Last Man». Απάντησε στο τι πραγματικά ήθελε να πει όταν διακήρυξε το τέλος της Ιστορίας, σχολίασε την σημερινή παγκόσμια πολιτική κατάσταση και υποστήριξε ότι αν το κινεζικό σύστημα διακυβέρνησης κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια τότε ο ίδιος θα παραδεχθεί ότι έκανε λάθος.

Από τη συνέντευξη δεν μπορούσε να λείπει και ο σχολιασμός της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας στις ΗΠΑ, όπου διαμένει ο ίδιος. Ο δημοσιογράφος του Guardian ρώτησε τον Φουκουγιάμα εάν το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ, που γεννήθηκε μόλις ένα χρόνο μετά την ήττα του ναζισμού και έχει εγγύτητα με αυτή τη σκοτεινή ιστορία, δείχνει ότι δεν υπάρχει καθόλου σεβαμός για τα όρια που επιβάλλει η φιλελεύθερη δημοκρατία. «Πώς εξηγούμε την αδιαφορία του προέδρου των ΗΠΑ για αυτόν τον κίνδυνο;» ρώτησε ο δημοσιογράφος.

«Ξέρεις, αυτό είναι ένα από τα μεγάλα ψυχολογικά ερωτήματα που θα πρέπει να απαντήσουν οι μελλοντικοί ιστορικοί. Είχε αυτή την παράξενη έλξη όχι μόνο προς τη σημερινή Ρωσία και τον Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά, ήδη από τη δεκαετία του 1980, είχε επισκεφθεί τη Μόσχα. Τότε, όταν βρισκόμασταν ακόμα στη μέση του Ψυχρού Πολέμου, δημοσίευσε αυτές τις ολοσέλιδες διαφημίσεις που επιτίθονταν στο ΝΑΤΟ. Θέλω να πω, αυτό έχει κατά κάποιον τρόπο να κάνει με την έλλειψη οποιουδήποτε είδους ηθικού προσανατολισμού πέρα από το δικό του συμφέρον. Βασικά ανησυχεί για το αν μπορεί να βγάλει χρήματα, και αν μπορείς να βγάλεις χρήματα σε μια τυραννία, αυτό είναι εντάξει για τον ίδιο», ανέφερε ο Φουκουγιάμα.

Ο πολιτικός επιστήμονας είχε υποστηρίξει ότι οι φιλελεύθερες δημοκρατικές κοινωνίες μπορεί να αποδειχθούν ικανές να προσφέρουν σταθερότητα και σχετική υλική άνεση στους ανθρώπους αλλά θα έλειπε πάντα κάτι ουσιαστικό. Αυτό ήταν μία έννοια που χρησιμοποιούσε ο Σωκράτης για την πνευματικότητα του ανθρώπου, δηλαδή το πνεύμα: εκείνο το μέρος της ψυχής που επιθυμεί τον σεβασμό ή την εκτίμηση των άλλων ανθρώπων. Ανέφερε ότι ο «τελευταίος άνθρωπος» μπορεί να έχει καλυμμένες τις βασικές οικονομικές του ανάγκες, αλλά θα θυμώσει αν πιστεύει ότι δεν λαμβάνει την αναγνώριση που του αξίζει. Αυτό ισοδυναμεί με την απλή επιθυμία να γίνεται σεβαστή η ισότιμη αξιοπρέπεια του καθενός.

Όταν διαβάζει κανείς αυτά τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Φουκουγιάμα δεν είναι δύσκολο να φανταστεί το κίνημα MAGA στις ΗΠΑ. Ο Φουκουγιάμα εξηγεί σήμερα για τους υποστηρικτές του προέδρου Τραμπ ότι «το ευρύ λαϊκό πλήθος που συρρέει στις συγκεντρώσεις του Ντόναλντ Τραμπ αισθάνεται ότι οι φιλελεύθερες ελίτ δεν το σέβονται. Ένα από τα στοιχεία που εκτόξευσαν τον Τραμπ στην κορυφή του αμερικανικού πολιτικού συστήματος είναι η αναγνώρισή του ότι δεν τους έδειχναν σεβασμό, και βρήκε έναν τρόπο να τους μιλάει χωρίς να εκφράζει τέτοια περιφρόνηση. Δεν χρησιμοποιεί μεγάλα λόγια. Λέει ανόητες ιστορίες που εκείνοι θεωρούν πολύ αστείες, αλλά, όπως ξέρετε, οι μορφωμένοι άνθρωποι τις θεωρούν αποτρόπαιες»».

Αυτό, όπως είπε, αποτελεί βασική πρόκληση για τους Δημοκρατικούς. «Αν θέλεις πραγματικά να λύσεις αυτό το πρόβλημα της ισότιμης κατανομής του σεβασμού… έχει να κάνει τόσο με το να ακούς όσο και με το να μιλάς. Νομίζω ότι πολλοί πολιτικοί της ελίτ στην πραγματικότητα δεν ακούν ανθρώπους που δεν είναι σαν κι αυτούς. Δεν ακούν απαραίτητα τους απλούς ανθρώπους, και επίσης δεν ξέρουν πώς να μιλήσουν στους απλούς ανθρώπους».

Επισήμανε την απελπισία των Δημοκρατικών που «αναζητούν υποψηφίους από την εργατική τάξη που μπορούν να προωθήσουν» στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, αλλά λέει ότι η «ισότιμη κατανομή του σεβασμού απαιτεί τόσο πολιτικές που κατανέμουν τα πραγματικά υλικά οφέλη πιο ισότιμα όσο και ένα διαφορετικό είδος πολιτικού λόγου». Σε αυτό το πλαίσιο, του αρέσει η εικόνα του πρώην δημάρχου του Σικάγου και πιθανού υποψηφίου για τις προεδρικές εκλογές του 2028, Ραμ Εμάνουελ , ενός άνδρα με τη συμπεριφορά ενός μαχητή του δρόμου ο οποίος είναι επίσης, όπως λέει ο Φουκουγιάμα, «πολύ αστείος».

Ντόναλντ Τραμπ και Τζιάνι Ινφαντίνο.

Το τέλος της Ιστορίας και η παρεξήγηση των 37 ετών

Όταν δημοσιεύθηκε το δοκίμιο του για το τέλος της Ιστορί9ας ο Φουκουγιάμα ήταν μόλις 36 ετών και αναλυτής σε μία «δεξαμενή σκέψης». Το δοκίμιο δημοσιεύθηκε σε ένα δεξιό περιοδικό για την αμερικανική εξωτερική πολιτική, το καλοκαίρι του 1989. Στον τίτλο υπήρχε ένα ερωτηματικό: ονομαζόταν «Το τέλος της ιστορίας;».

Όταν εκδόθηκε σε μορφή βιβλίου τρία χρόνια αργότερα, ο τίτλος έγινε «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος». Αλλά αυτές ήταν λεπτομέρειες που χάθηκαν στην πορεία. Το δοκίμιο αυτό έκανε τον συγγραφέα του διεθνώς γνωστό και συνέβαλε στην ανάδειξη της καριέρας του ως πολιτικού επιστήμονα, φιλόσοφου και αναλυτή, με ειδίκευση στην εξωτερική πολιτική και την πολιτική οικονομία.

Οι κυβερνήσεις και τα διοικητικά συμβούλια σε όλο τον κόσμο ζητούσαν τη συμβουλή του Φουκουγιάμα, από τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της Ford μέχρι τον τότε Λίβυο ηγέτη, Μουαμάρ Καντάφι. Όπως φαίνεται από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του για τον Φουκουγιάμα το δοκίμιο αυτό αποτέλεσε και βάρος.

Ο δημοσιογράφος τον ρώτησε πώς αισθάνεται σήμερα για αυτό το δοκίμιο, αν δηλαδή θα μπορούσε να αισθάνεται όπως οι Beatles για την επιτυχία που τους έφερε το τραγούδι «She Loves You»: ευγνώμονες για την επιτυχία, αλλά κουρασμένοι από το να πρέπει να το παίζουν ξανά και ξανά. «Λοιπόν, λίγο και από τα δύο. Σίγουρα πιστεύω ότι δεν θα είχα τραβήξει την προσοχή που τράβηξα αν είχα χρησιμοποιήσει διαφορετικό τίτλο. Οπότε αυτό έκανε τη διαφορά», είπε ο Φουκουγιάμα, σε μια βιντεοκλήση από την Καλιφόρνια, μέσω ενός υπολογιστή τον οποίο, κατασκεύασε ο ίδιος.

Υπήρξε όμως και μια αρνητική πλευρά. «Ξέρεις, λαμβάνω αυτά τα γελοία σχόλια στο διαδίκτυο. Αν δημοσιεύσω μια φωτογραφία των εγγονιών μου, λένε: “Ω, νόμιζα ότι ήταν το τέλος των εγγονιών.”».

Το πρόβλημα, όπως το βλέπει ο Φουκουγιάμα, είναι μια παρεξήγηση 37 ετών, η οποία εδραιώθηκε αμέσως μόλις δημοσιεύθηκε το δοκίμιο. Χάρη σε εκείνη την απλή, αξιομνημόνευτη φράση – «το τέλος της ιστορίας» – οι άνθρωποι υπέθεσαν ότι ο Φουκουγιάμα υποστήριζε ότι, με τον Ψυχρό Πόλεμο να φτάνει στο τέλος του και λίγο πριν πέσει το Τείχος του Βερολίνου οι ανθρώπινες συγκρούσεις, ακόμη και τα ίδια τα ανθρώπινα γεγονότα, πλησίαζαν στο τέλος τους.

Δόθηκε η ερμηνεία ότι όλες οι μεγάλες διαμάχες είχαν επιλυθεί, ότι δεν θα υπήρχαν πλέον πόλεμοι, ότι ολόκληρος ο κόσμος επρόκειτο να ζήσει υπό το καθεστώς της φιλελεύθερης δημοκρατίας αμερικανικού τύπου. Όπως ο ίδιος ανέφερε στο νέο του βιβλίο, η φράση αυτή εκλήφθη ως έκφραση «αφελούς φιλελεύθερης θριαμβολογίας, και τις τελευταίες τρεις δεκαετίες με ρωτούσαν αρκετές φορές την εβδομάδα αν επιθυμούσα να ανακαλέσω τη θέση μου. Έχω γράψει χιλιάδες λέξεις και έχω δώσει δεκάδες συνεντεύξεις προσπαθώντας να απαντήσω σε αυτό το ερώτημα».

Πράγματι, είπε στον Guardian ο Φουκουγιάμα, αυτός ήταν «ένας από τους λόγους για τους οποίους έγραψα τις αναμνήσεις μου: για να καταγράψω επιτέλους με πολύ σαφή τρόπο τι σκόπευα να κάνω, σε ποια σημεία έκανα λάθος και σε ποια σημεία πιστεύω ότι εξακολουθώ να έχω δίκιο». Το βιβλίο καθιστά σαφές ότι η επιχειρηματολογία του ήταν λεπτή, αντλημένη από τα γραπτά του Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ και τον παλαιότερο ερμηνευτή του Χέγκελ, τον Αλεξάντρ Κοζέφ, από τον οποίο ο Φουκουγιάμα δανείστηκε αυτόν τον εξαιρετικά σημαντικό τίτλο.

Σύμφωνα με τον Κοζέφ, το τέλος της Ιστορίας ήταν η στιγμή κατά την οποία αναδύθηκε μια αρχή ή ένα σύνολο ιδεών που δεν μπορούσαν να βελτιωθούν, όσον αφορά την ικανότητά τους να ικανοποιούν τους ανθρώπους που ζούσαν σε ένα σύστημα διαμορφωμένο από αυτές. Ο ίδιος ο Κοζέβ είχε προτείνει χαριτολογώντας το έτος 1806 ως το τέλος της Ιστορίας, καθώς εκείνη ήταν η στιγμή που, χάρη στη νίκη του επί της πρωσικής μοναρχίας στη Μάχη της Ιένας-Άουερστεντ, ο Ναπολέων έφερε τον κώδικα που έφερε το όνομά του στην «καρδιά» της παλιάς Ευρώπης, το νομικό πλαίσιο που προέκυψε από τη Γαλλική Επανάσταση.

Όπως γράφει ο Φουκουγιάμα, η επανάσταση του 1789 «καθιέρωσε τις βασικές αρχές μιας σύγχρονης φιλελεύθερης τάξης, δηλαδή τις δύο αρχές της ελευθερίας και της ισότητας, ή την ισότητα της ελευθερίας». Φυσικά, αυτές οι αρχές δεν εφαρμόστηκαν άμεσα ή πλήρως. Την ώρα που ο Ναπολέων προέλαυνε Κεντρική Ευρώπη, οι γαλλικές αποικιακές αρχές προχωρούσαν σε καταστολή μια εξέγερση σκλάβων στην Αϊτή. «Όμως, το επιχείρημα του Κοζέβ ήταν ότι, μόλις διαδόθηκε η ιδέα της καθολικής ελευθερίας, ήταν απλώς θέμα χρόνου να γίνουν αποδεκτές και να εφαρμοστούν αυτές οι αρχές σε όλο τον κόσμο». Βέβαια ο χρόνος που χρειάστηκε ήταν αιώνες, με πολλά γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων δύο παγκοσμίων πολέμων.

Αυτή ήταν η ουσία του επιχειρήματος που προέβαλε ο Φουκουγιάμα για το 1989. Δεν πρέσβευε ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία ήταν τέλεια ή ότι είχε επιτευχθεί παντού ή ότι όλες οι συγκρούσεις είχαν τελειώσει. Περισσότερο το θέμα ήταν ότι τα στοιχεία είχαν καταστεί πειστικά ως προς το ότι δεν υπήρχε καλύτερη κατευθυντήρια αρχή ή σύστημα. Ο Φουκουγιάμα εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εμμένει σε αυτή την άποψη.

Donald Trump,Xi Jinping

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συμμετέχει σε τελετή υποδοχής μαζί με τον Πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού, στις 14 Μαΐου 2026, στο Πεκίνο.

AP

Το κινεζικό μοντέλο διακυβέρνησης

«Τα τελευταία 30 και κάτι χρόνια, λέω ότι αναζητώ ένα εναλλακτικό σύστημα που να προσφέρει μεγαλύτερη ανθρώπινη ικανοποίηση από τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Και έχουν εμφανιστεί αρκετές προτάσεις. Ορισμένες από αυτές, πιστεύω, είναι εντελώς απίθανες», είπε.

Αναφέρει τη θεοκρατία ιρανικού τύπου ως μία τέτοια πρόταση. Το κινεζικό μοντέλο αποτελεί πιο σοβαρό υποψήφιο. Ως αυταρχικό σύστημα, λέει, μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις πιο αποτελεσματικά από τη φιλελεύθερη δημοκρατία. «Έτσι, το ερώτημα για μένα είναι: είναι και αυτό ένα βιώσιμο σύστημα; Θα το δούμε να [αναπαράγεται] σε άλλα μέρη σε 30 χρόνια; Και αυτό παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα».

Αν, κατά τη διάρκεια της επόμενης γενιάς περίπου, η Κίνα αποδειχθεί πολύ πιο επιτυχημένη από τις ΗΠΑ, με ένα εξαγώγιμο μοντέλο που ικανοποιεί τις ανθρώπινες ανάγκες, τότε ο Φουκουγιάμα υπόσχεται ότι θα είναι «απόλυτα ευτυχής να παραδεχτώ ότι έκανα λάθος ως προς τη θεμελιώδη παραδοχή».

Αποδέχεται επίσης ότι η τρέχουσα συναίνεση σχετικά με τη φιλελεύθερη δημοκρατία απέχει πολύ από το να είναι καθολική, και ότι το «φιλελεύθερο» μέρος αυτής της ιδέας – η πίστη στους περιορισμούς και τους ελέγχους της εκλεγμένης εξουσίας – είναι ιδιαίτερα ευάλωτο. Γράφει ότι αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η υποστήριξη προς αυτούς τους περιορισμούς συχνά εξαρτάται από τη συλλογική μνήμη του πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει ο κόσμος χωρίς αυτούς.

Γιατί οι άνθρωποι έλκονται από εξτρεμιστικές ιδεολογίες

Το άλλο καθοριστικό χαρακτηριστικό του «τελευταίου ανθρώπου» είναι η δίψα για έναν αγώνα, για μια μάχη ζωής ή θανάτου που θα μπορούσε να δώσει νόημα στη ζωή του. Το 1989, ο Φουκουγιάμα προέβλεψε «μια ισχυρή νοσταλγία» για την εποχή που μαίνονταν τέτοιες μάχες, και αυτό επίσης μοιάζει με προαίσθημα της δικής μας εποχής.

«Βασικά, ζούμε σε μια πραγματικά περίεργη εποχή», λέει τώρα ο Φουκουγιάμα. Ανατρέχει στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930. «Μόλις είχαν χάσει έναν φρικτό πόλεμο, με εκατομμύρια θύματα. Στη συνέχεια, τον υπερπληθωρισμό. Οι αποταμιεύσεις όλων εξαφανίστηκαν. Υπήρχε αστάθεια στους δρόμους της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, και έτσι – δεν είναι δικαιολογία – αλλά μπορείς κατά κάποιον τρόπο να καταλάβεις γιατί οι άνθρωποι θα έλκονταν από εξτρεμιστικές ιδεολογίες εκείνη τη στιγμή. Αλλά αυτός δεν είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε το 2026. Ξέρεις, στην πραγματικότητα είμαστε αρκετά σταθεροί, ειρηνικοί. Κι όμως συναντάς ανθρώπους τόσο στην αριστερά όσο και στη δεξιά που λένε: «Αυτός είναι ο χειρότερος δυνατός κόσμος». Στην Αμερική έχουμε τη δεξιά του «MAGA» που λέει ότι η Αμερική πεθαίνει. Ότι τη σκοτώνει η άλλη πλευρά. Και είναι πολύ δύσκολο να καταλάβει κανείς πώς μπορούν να υποστηρίζουν κάτι τέτοιο χωρίς καμία ιστορική συνείδηση», αναφέρει ο πολιτικός επιστήονας.

Δεν συνέβαλε, τουλάχιστον για την αριστερά, η κλιματική κρίση στη δημιουργία αυτής της ατμόσφαιρας υπαρξιακής καταστροφής; Ο Φουκουγιάμα αμφιβάλλει. «Βρίσκομαι στην Καλιφόρνια. Η θερμοκρασία είναι άνετη, στους 21 βαθμούς Κελσίου. Ξέρετε, δεν καίγομαι από τη ζέστη όπως εσείς στην Ευρώπη, οπότε ίσως είναι απλώς η προσωπική μου κατάσταση. Πιστεύω όμως ότι το κλίμα παραμένει ένα μάλλον αφηρημένο ζήτημα για πολλούς ανθρώπους».

Στρέφει το δάχτυλό του προς μια άλλη κατεύθυνση. «Τα κοινωνικά μέσα και το διαδίκτυο γενικότερα έχουν επιτρέψει αυτή την τεράστια αποσύνδεση μεταξύ της πραγματικής, υλικής καθημερινότητας και αυτού που βιώνουν οι άνθρωποι στο διαδίκτυο». Αναφέρει τα πλήθη των νεαρών ανδρών, που περνούν τις μέρες τους παίζοντας βιντεοπαιχνίδια, ενώ ταυτόχρονα τροφοδοτούνται με μια ψευδώς ζοφερή εικόνα του κόσμου και λαχταρούν έναν σκοπό για τον οποίο αξίζει να πεθάνουν.

Για αυτό το φαινόμενο ο Φουκουγιάμα είχε προειδοποιήσει στην τελευταία φράση του δοκίμιου του 1989: «Ίσως αυτή ακριβώς η προοπτική αιώνων πλήξης στο τέλος της ιστορίας να χρησιμεύσει για να ξεκινήσει η ιστορία ξανά». Υπάρχει ένα κεφάλαιο στο νέο βιβλίο, ο τίτλος του οποίου υπονοεί την άλλη ιστορία που αφηγείται το αυτοβιογραφικό έργο: «Σχετικά με την αλλαγή γνώμης».

Ο Φουκουγιάμα έχει διανύσει μια σχετικά σπάνια πολιτική πορεία από τη δεξιά προς την αριστερά. Ως πρώην αξιωματούχος στις κυβερνήσεις των Αμερικανών προέδρων Ρήγκαν και Μπους, περιγράφει την περίοδο που ήταν μαθητής του διακεκριμένου συντηρητικού μελετητή Άλαν Μπλουμ και μέλος της ομάδας νεοσυντηρητικών στοχαστών που προετοίμασαν το πνευματικό έδαφος για την εισβολή στο Ιράκ το 2003.

Ο Φουκουγιάμα αποκήρυξε την υποστήριξή του προς αυτόν τον πόλεμο τον Φεβρουάριο του 2004. Στο βιβλίο, παραδέχεται ειλικρινά ότι αυτό που τον εμπόδισε να κάνει τη ρήξη νωρίτερα ήταν, εν μέρει, λιγότερο ιδεολογικό και περισσότερο κοινωνικό και ανθρώπινο: δεν ήθελε να τερματίσει φιλίες που είχε καλλιεργήσει με αγάπη.

Ωστόσο, η απομάκρυνσή του από τη Δεξιά δεν περιορίστηκε αποκλειστικά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής. Την ώρα που πρώην συνάδελφοί του μπορούσαν να δουν την κυβέρνηση μόνο ως εμπόδιο που έπρεπε να απομακρυνθεί, οι δικές του μελέτες για κοινωνίες σε όλο τον κόσμο τον οδήγησαν να θεωρήσει απαραίτητη την ύπαρξη ενός ικανού κράτους.

Σύμφωνα με τον Guardian, είναι σαν ο Φουκουγιάμα να θέλει να επιβεβαιώσει πόσο μακριά έχει φτάσει και γι' αυτό ένα κεφάλαιο του βιβλίου φέρει τον τίτλο «Μαθαίνοντας να αγαπάμε τους γραφειοκράτες». Μήπως έβλεπε τα πράγματα διαφορετικά επειδή ανήκε σε μια εθνοτική μειονότητα στις ΗΠΑ που είχε υποστεί μια πικρή ιστορία αποκλεισμού.

«Όχι, δεν νομίζω», απαντά αμέσως. «Προσπάθησα να αποφύγω να σκέφτομαι τον εαυτό μου ως Αμερικανό ασιατικής καταγωγής όλη μου τη ζωή, γιατί απλά δεν μου αρέσει αυτό το είδος πολιτικής ταυτότητας. Είναι αλήθεια ότι, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ορισμένοι δεξιοί στις Ηνωμένες Πολιτείες έλεγαν: “Λοιπόν, πρέπει να βάλουμε τους Αραβοαμερικανούς σε στρατόπεδα”. Και, ναι, φυσικά, ένιωσα ότι αυτό ήταν πραγματικά λάθος με βάση την οικογενειακή μου ιστορία, αλλά δεν νομίζω ότι αυτό με έκανε ιδιαίτερα ευαίσθητο σε τέτοιου είδους ζητήματα».

Αυτό που τον έκανε να αλλάξει γνώμη ήταν ένας κόσμος που μεταβαλλόταν. Ακόμα κι αν εξακολουθεί να πιστεύει ότι το μεγάλο ερώτημα έχει επιλυθεί, τα γεγονότα έχουν σημασία. Ο πόλεμος στο Ιράκ και η οικονομική κρίση του 2008 ανέτρεψαν την κοσμοθεωρία του. Όπως λέει ο ίδιος: «Αν είσαι διανοούμενος και πιστεύεις ορισμένα πράγματα σχετικά με τη χρήση στρατιωτικής δύναμης στην εξωτερική πολιτική και σχετικά με τις ανεξέλεγκτες αγορές στην οικονομία, και τα δύο αυτά οδηγούν σε μεγάλες καταστροφές, τότε θα πρέπει να επανεξετάσεις ορισμένες από αυτές τις παραδοχές». Πάντως για τον Φράνσις Φουκουγιάμα, το τέλος της ιστορίας δεν σήμαινε ποτέ το τέλος της σκέψης.

Διαβάστε επίσης

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή