«Μαύρο χρήμα» στην Τέχνη: Τα 59,6 δισ. δολάρια, τα πλαστά έργα και η υπόθεση Τσαγκαράκη
Ειδικοί εκτιμούν ότι το 2-5% του παγκόσμιου ΑΕΠ ξεπλένεται κάθε χρόνο, ενώ το εμπόριο τέχνης - μαζί με το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων - συγκαταλέγεται στις πιο προσοδοφόρες πηγές παράνομου πλουτισμού.
Ένας επισκέπτης φωτογραφίζει έναν πίνακα με τίτλο «The Network» της Luisa Rabbia στη γκαλερί Peter Blum, στο Art Basel Miami Beach, την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025, στο Μαϊάμι Μπιτς της Φλόριντα.
Μια παγκόσμια αγορά που το 2025 «γύρισε» στα 59,6 δισεκατομμύρια δολάρια και παρουσιάζεται ως «ασφαλές καταφύγιο επένδυσης».
Από την άλλη πλευρά, η σύλληψη ενός γνωστού γκαλερίστα του Κολωνακίου, Γιώργου Τσαγκαράκη, με μόνο επτά γνήσια έργα ανάμεσα σε εκατοντάδες πίνακες, εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ σε μετρητά και ένα Ευαγγέλιο του 1745, επανέφερε στο προσκήνιο ζητήματα που αφορούν την αγορά τέχνης.
Μπορεί ο ίδιος να αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους από τον αρμόδιο εισαγγελέα το απόγευμα της Τρίτης, και κανείς να μην μπορεί να προκαταλάβει την απόφαση της δικαιοσύνης, η υπόθεση όμως έφερε ξανά στην επιφάνεια την πραγματική εικόνα πίσω από τη βιομηχανία της Τέχνης, όπου εκτός από φιλότεχνους δραστηριοποιούνται και εγκληματικά στοιχεία.

Ένα έργο με τίτλο «Cosmic Series» της καλλιτέχνιδας Yvonne Pacanovsky Bobrowicz εκτίθεται στη γκαλερί Sapar Contemporary στην Art Basel Miami Beach, την Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025, στο Μαϊάμι Μπιτς της Φλόριντα.
APΤα κενά που εκμεταλλεύονται οι εγκληματίες
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση Art Basel & UBS, η παγκόσμια αγορά τέχνης έφτασε τα 59,6 δισ. δολάρια σε αξία, καταγράφοντας αύξηση από το 2024 όταν και υπολογίσθηκε σε 57,5 δισεκατομμύρια δολάρια. Πίσω από το εντυπωσιακό αυτό όμως νούμερο, η έλλειψη διαφάνειας, η υποκειμενική αξία των έργων, η ανωνυμία μέσω πρακτόρων και εταιρειών-βιτρίνα και τα freeports μετατρέπουν την τέχνη σε ένα από τα πιο συνηθισμένα εργαλεία ξεπλύματος μαύρου χρήματος παγκοσμίως.
Ειδικοί εκτιμούν ότι το 2-5% του παγκόσμιου ΑΕΠ ξεπλένεται κάθε χρόνο, ενώ το εμπόριο τέχνης - μαζί με το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων - συγκαταλέγεται στις πιο προσοδοφόρες πηγές παράνομου πλουτισμού. Σύμφωνα με το εργαλείο καταπολέμησης του μαύρου χρήματος Alessa.com πλαστά έργα, ψευδή τιμολόγια, υπερτιμολόγηση σε δημοπρασίες και «καθαρισμός» μέσω τριών κλασικών σταδίων (τοποθέτηση - διαστρωμάτωση - ενσωμάτωση) είναι η συνταγή που χρησιμοποιούν διεθνή κυκλώματα. Η έλλειψη διαφάνειας, οι υποκειμενικές εκτιμήσεις αξίας και η δυνατότητα ανωνυμίας μετατρέπουν την τέχνη σε ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία για το ξέπλυμα μαύρου χρήματος παγκοσμίως.
Από καρτέλ έως τρομοκρατικές ομάδες
Το ξέπλυμα χρήματος μέσω της τέχνης λειτουργεί συχνά σε τρία στάδια: την επένδυση, τη διαστρωμάτωση και την ενσωμάτωση.
Στο πρώτο στάδιο, οι εγκληματικές οργανώσεις αγοράζουν αυθεντικά έργα με μετρητά «βρώμικης» προέλευσης. Στη συνέχεια, τα μεταπωλούν απαιτώντας η πληρωμή να γίνει μέσω τραπεζικού εμβάσματος από τον νέο αγοραστή. Με αυτόν τον τρόπο, τα κεφάλαια εισέρχονται στο νόμιμο χρηματοπιστωτικό σύστημα με την κάλυψη μιας εμπορικής πράξης.
Κι όμως, η διαδικασία δεν σταματά εκεί. Η διαστρωμάτωση είναι η διαδικασία μετακίνησης των χρημάτων μέσω πολλαπλών λογαριασμών για τη συγκάλυψη των ιχνών τους. Εδώ η αγορά τέχνης προσφέρει πλεονεκτήματα. Τυχόν εγκληματίες μπορούν να επενδύσουν τεράστια ποσά σε περιορισμένο αριθμό συναλλαγών χωρίς να προκαλούν υποψίες, καθώς οι υπερβολικές - έως και παράλογες - αυξήσεις τιμών σε ορισμένα έργα θεωρούνται κάτι σύνηθες στις δημοπρασίες.
Τελικά, η ενσωμάτωση ολοκληρώνει τον κύκλο, με το «καθαρό» πλέον χρήμα να επανεπενδύεται σε νόμιμα περιουσιακά στοιχεία, συχνά μέσω εταιρειών-βιτρινών.
Πλαστά και αρχαιοκαπηλία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση πλαστών έργων τέχνης, η οποία αποτελεί μια «διπλή» απειλή. Από τη μία, η παραγωγή και πώληση πλαστών πινάκων ή κλεμμένων αντικειμένων απειλεί συλλέκτες τέχνης, που κινδυνεύουν να πέσουν θύματα αετονύχυων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια τεράστια επιχείρηση στην Ευρώπη το 2024, η οποία εκτάθηκε σε Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία και Βέλγιο. Οι αρχές οδήγησαν στην κατάσχεση πάνω από 2.000 πλαστών σύγχρονων έργων, που εάν είχαν πωληθεί θα είχαν προκαλέσει οικονομική ζημία στα θύματα περίπου 200.000.000 ευρώ.
Αυτή δεν είναι όμως η μοναδική τους χρήση. Τα πλαστά έργα χρησιμοποιούνται επίσης και με άλλες μεθόδους. Παραδείγματος χάριν ως εργαλεία απάτης κατά χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Οι εγκληματίες ασφαλίζουν μια απομίμηση στην τιμή του αυθεντικού έργου και τη χρησιμοποιούν ως εγγύηση για τη λήψη δανείων μεγάλου ύψους. Νομιμοποιώντας έτσι τα χρήματα, που έχουν λάβει από τις τράπεζες. Ενώ όσον αφορά στο «ξέπλυμα» μπορούν να λειτουργήσουν όπως ακριβώς τα αυθεντικά.
Στο ίδιο μοτίβο, ακόμη και τρομοκρατικές ομάδες - όπως αναφέρει η FATF, ειδική μονάδα καταπολέμησης του μαύρου χρήματος στον χώρο της τέχνης - μετέτρεψαν την εμπορία αρχαιοτήτων σε βασική πηγή εσόδων. Οργανώσεις όπως το ISIS εξασφάλισαν την χρηματοδοτησή τους επιβλέποντας τοπικές ομάδες ανασκαφών στο Ιράκ και τη Συρία, στα εδάφη που κατείχαν.

Ο 82χρονος Χαλέντ αλ-Ασάντ ανακρίθηκε από μαχητές του ISIS για ένα μήνα πριν αποκεφαλισθεί επειδή αρνήθηκε να τους οδηγήσει στους θησαυρούς της αρχαίας πόλης της Παλμύρας
Τα αντικείμενα πωλούνταν σε μεσάζοντες, περνούσαν τα σύνορα προς τον Λίβανο ή την Τουρκία και καταλήγουν σε αποθήκες στην Ευρώπη. Αυτή η διαδρομή καθιστούσε αδύνατο τον προσδιορισμό της προέλευσης, διευκολύνοντας τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών ενεργειών, όπως φάνηκε και στην υπόθεση συγκεκριμένης εταιρείας που αγόρασε ιρακινές αρχαιότητες για το "Museum of the Bible".
Οι «Ελεύθεροι Λιμένες» των έργων τέχνης
Μια από τις μεγαλύτερες ευπάθειες της αγοράς εντοπίζεται στους λεγόμενους ελεύθερους λιμένες (freeports). Πρόκειται για αποθήκες υψηλής ασφαλείας όπου εμπορεύματα αξίας δισεκατομμυρίων φυλάσσονται σε καθεστώς «υπό διαμετακόμιση», απαλλαγμένα από δασμούς και φόρους εισαγωγής. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Economist το 2013, μόνον ο ελεύθερος λιμένας της Γενεύης μπορεί να φιλοξενεί έργα αξίας 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Εκεί, ένα έργο μπορεί να αλλάξει χέρια ιδιοκτησίας πολλαπλές φορές μέσω ανώνυμων αγοραστών χωρίς να μετακινηθεί ούτε εκατοστό. Ο αρχικός αγοραστής μετατρέπεται σε πωλητή και εισπράττει χρήματα από μια καθόλα νόμιμη επιχειρηματική συμφωνία, έχοντας εξαφανίσει κάθε ίχνος της αρχικής πηγής των κεφαλαίων.
Πλασματικές αξίες
Σε αντίθεση με άλλα περιουσιακά στοιχεία, η αξία ενός έργου τέχνης είναι εξαιρετικά ρευστή. Ενώ έμποροι και επιμελητές παίζουν ρόλο στην κοστολόγηση, οι αγοραστές μπορούν να εκτοξεύσουν την τιμή κατά τη διάρκεια μιας δημοπρασίας. Αυτό δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα για τις αρχές, καθώς είναι δύσκολο να προσδιοριστεί αν μια τιμή είναι προϊόν αυθεντικού ενδιαφέροντος ή εσκεμμένης υπερτιμολόγησης.
Η ανωνυμία που παραδοσιακά συνοδεύει τις αγοραπωλησίες τέχνης επιδεινώνει την κατάσταση. Οι αγοραστές συχνά χρησιμοποιούν πράκτορες, συμβούλους ή εταιρείες-βιτρινες.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν το Μεξικό θέσπισε αυστηρότερους νόμους για τη χρήση μετρητών στην τέχνη, οι πωλήσεις κατέρρευσαν από 30% έως 70% μέσα σε έναν χρόνο. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε την πεποίθηση ότι τα καρτέλ ναρκωτικών ήταν οι κύριοι «αιμοδότες» της αγοράς έργων τέχνης. Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του Nathan “Nicky” Isen, εμπόρου τέχνης από τη Φιλαδέλφεια, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι συμβούλευσε μυστικό πράκτορα για το πώς να ξεπλύνει χρήματα από ναρκωτικά μέσω αγοράς πινάκων, μετά από αποκάλυψη που ξεκίνησε από τον καταδικασμένο έμπορο ναρκωτικών Ronald Belciano.
Οι προσπάθειες καταπολέμησης του μαύρου χρήματος
Οι ρυθμιστικές αρχές προσπαθούν να κλείσουν αυτά τα κενά. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Έκτη Οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (6AMLD) έφερε τους επαγγελματίες της αγοράς τέχνης προ των ευθυνών τους.
Πλέον, γκαλερί και οίκοι δημοπρασιών υποχρεούνται να επαληθεύουν την ταυτότητα των πελατών και να παρακολουθούν συναλλαγές που υπερβαίνουν τα 10.000 ευρώ. Παρόμοιες κινήσεις έγιναν στις ΗΠΑ με τον νόμο AMLA 2020 και στον Καναδά με την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα το 2019.
Παρόλα αυτά θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πλειονότητα των συναλλαγών στην αγορά της Τέχνης, συνεχίζει να γίνεται από ανθρώπους που όχι μόνο την αγαπούν αλλά και χρηματοδοτούν την συνέχεια της. Ενώ πέραν των νομικών παρεμβάσεων υπάρχουν και πολλές προσπάθειες αυτορύθμισης από τον ίδιο τον χώρο της Τέχνης.
Διαβάστε επίσης