Τι είναι ο ορθοκολικός καρκίνος

Ο ορθοκολικός καρκίνος (καρκίνος παχέος εντέρου) είναι ο συχνότερος καρκίνος στην Ευρώπη και ο τρίτος σε συχνότητα παγκοσμίως.

Τι είναι ο ορθοκολικός καρκίνος

Eμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα στους άνδρες από τις γυναίκες. Στην Ευρώπη, 1 στους 20 άνδρες και 1 στις 35 γυναίκες θα αναπτύξουν ορθοκολικό καρκίνο κάποια στιγμή της ζωής τους. Συνολικά, η συχνότητα του ορθοκολικού καρκίνου είναι μεγαλύτερη σε βιομηχανικές και αστικές περιοχές. Οι περισσότεροι ασθενείς διαγιγνώσκονται σε ηλικία μεγαλύτερη των 60 ετών, ενώ ήταν γενικά σπάνιος σε ηλικίες κάτω των 40 ετών, κάτι το οποίο την τελευταία δεκαετία φαίνεται να ανατρέπεται με όλο και συχνότερη εμφάνιση ασθενών με ηλικία κάτω των 50 ετών.

Ο ορθοκολικός καρκίνος συνήθως εμφανίζεται σαν σποραδική νόσος, η οποία δεν σχετίζεται με κληρονομούμενα γονίδια. Τα κληρονομούμενα γονίδια μεταφέρουν αυξημένο κίνδυνο για αυτόν τον τύπο καρκίνου. Περίπου 20% των ορθοκολικών καρκίνων εμφανίζονται σε οικογενή μορφή. Από αυτούς, λιγότεροι από τους μισούς αναπτύσσονται σαν αποτέλεσμα γνωστών κληρονομούμενων παθήσεων (Σύνδρομο Οικογενούς Πολυποδίασης , Σύνδρομο Lynch) . Στις υπόλοιπες οικογενείς περιπτώσεις η αιτία του καρκίνου παραμένει άγνωστη.

Οι κύριοι παράγοντες κινδύνου εμφάνισης ορθοκολικού καρκίνου είναι η διατροφή πλούσια σε κόκκινο κρέας και επεξεργασμένα τρόφιμα, η κατανάλωση αλκοόλ, το κάπνισμα ,η παχυσαρκία, οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου , η παρουσία πολυπόδων παχέος εντέρου και το οικογενειακό ιστορικό. Γίνεται έτσι σαφές πως η βελτίωση των διατροφικών συνηθειών και η αύξηση της σωματικής δραστηριότητας δρουν ανασταλτικά στην εκδήλωση της συγκεκριμένης νεοπλασίας .

Και βέβαια κυρίαρχη θέση λαμβάνει ο προληπτικός έλεγχος .

Πολλές χώρες προσφέρουν ένα συστηματικό πρόγραμμα προληπτικών εξετάσεων σε άτομα ηλικίας άνω των 50 ετών για την ανίχνευση πολυπόδων και κολοορθικού καρκίνου σε πρώιμο στάδιο. Οι λόγοι γι’ αυτό είναι πρώτον, ότι ο πρώιμος κολοορθικός καρκίνος συχνά προκαλεί μη ειδικά ή καθόλου συμπτώματα, δεύτερον, οι πολύποδες θεωρούνται προκαρκινοματώδεις βλάβες και τρίτον, η ηλικία είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου.

Το πρόγραμμα των προληπτικών εξετάσεων συνήθως περιλαμβάνει εξέταση κοπράνων για ανίχνευση αίματος (Faecal Occult Blood Test - FOBT) και κολονοσκόπηση για επιβεβαίωση Στην Ευρώπη προληπτική εξέταση συνιστάται σε άνδρες και γυναίκες ηλικίας 50 ετών και/ή μεγαλύτερους, κάθε πέντε με δέκα έτη μέχρι την ηλικία περίπου των 74 ετών.

Λόγω της αυξανόμενης εκδήλωσης νέων περιστατικών σε ασθενείς μικρότερης ηλικίας και μάλιστα σε σχετικά πιο προχωρημένα στάδια νόσου , η Ευρωπαική και η Αμερικάνικη Ογκολογική εταιρεία πρόκειται να συμπεριλάβει στις κατευθυντήριες οδηγίες της προς τους κλινικούς ιατρούς τη σύσταση ο προληπτικός έλεγχος του γενικού πληθυσμού να ξεκινά πλέον από τα 45 έτη σε άνδρες και γυναίκες .

Παρόλη τη σχετικά μεγάλη επίπτωση της νόσου αξίζει να αναφερθεί όμως πως η συνολική επιβίωση των ασθενών ακόμα και προχωρημένων κλινικά σταδίων έχει σημαντικά βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια .

Η βελτίωση αυτή αποδίδεται αφενός στην εξέλιξη απεικονιστικών, ενδοσκοπικών και χειρουργικών τεχνικών (ακόμα και σε περιπτώσεις μεταστατικής νόσου) αλλά αφετέρου και στην εξέλιξη της συστηματικής αγωγής που χρησιμοποιείται στη θεραπευτική του ορθοκολικού καρκίνου (χημειοθεραπεία, βιολογικοί παράγοντες ). Η εξέλιξη αυτή “ακολουθεί” την μοριακή ταξινόμηση της νεοπλασίας του παχέος εντέρου , επιτρέποντας τη χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων απόλυτα στοχευμένων στην “μοριακή ταυτότητα” της νεοπλασίας του κάθε ασθενούς μας ξεχωριστά.

Για τον κολοορθικό καρκίνο συγκεκριμένα, έχουν περιγραφεί πολλαπλές γενετικές αλλαγές όπως μεταλλάξεις των γονιδίων KRAS, BRAF και MLH1, χρωμοσωμιακή και μικροδορυφορική αστάθεια (MSI) Η παρουσία ή μη αυτών των γενετικών αλλαγών επιτρέπει την ταξινόμηση των κολοορθικών όγκων και τον καθορισμό της βέλτιστης θεραπευτικής προσέγγισης.

Οι μοριακές αυτές πληροφορίες επέτρεψαν την προσθήκη στο βασικό κορμό της χημειοθεραπείας βιολογικών παραγόντων όπως το Bevacizumab , ένα μονοκλωνικό αντίσωμα που δεσμεύει τον αγγειακό ενδοθηλιακό αυξητικό παράγοντα ( VEGF), που λειτουργεί ως αυξητικός παράγοντας για τα αιμοφόρα αγγεία του όγκου , καθώς και παραγόντων όπως το Cetuximab και το panitumumab ,μονοκλωνικά αντισώματα που δρουν κατά του υποδοχέα του επιδερμικού αυξητικού παράγοντα (EGFR) , που συχνά τα καρκινικά κύτταρα υπερεκφράζουν στην επιφάνειά τους. Οι συνδυαστικές αυτές θεραπείες επέφεραν σημαντική επιμήκυνση στη συνολική επιβίωση των ασθενών μας με ταυτόχρονα διατήρηση της ποιότητας ζωής τους.

Τέλος αξίζει να αναφερθεί πως και η Ανοσοθεραπεία (Checkpoint Inhibitors) , χρήση δηλαδή φαρμακευτικών παραγόντων που στόχο έχουν την ενεργοποίηση της δράσης του ανοσοποιητικού συστήματος του ασθενούς έναντι των καρκινικών κυττάρων , φαίνεται από ενθαρρυντικά αποτελέσματα κλινικών μελετών πως θα μπορεί άμεσα να αποτελέσει μια επιπλέον θεραπευτική επιλογή για τους ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο παχέος εντέρου.

ΜΑΡΙΑ Κ. ΛΥΚΚΑ - ΠΑΘΟΛΟΓΟΣ ΟΓΚΟΛΟΓΟΣ

Επιμ . Ογκολογικής Κλινικής Νοσοκομείου Ερρίκος Ντυνάν

Ογκολογικό Ιατρείο Ερμούπολη Σύρος

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή