Τούρκος ιστορικός αναλύει την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή: Ο στόχος των Ναζί και οι πρόσφυγες
Στο τέλος κάνει σύγκριση και με την Τουρκία
Οι φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή και οι οποίες αναμένεται σύντομα, έπειτα από το προσύμφωνο του ελληνικού υπουργείου Πολιτισμού με τον Βέλγο συλλέκτη, να αποτελέσουν κομμάτι του ατελείωτου βιβλίου της ελληνικής ιστορίας, προκάλεσαν διάφορα συναισθήματα και στο εξωτερικό.
Στο διεθνή τύπο δεν πέρασε απαρατήρητο το γεγονός της αποκάλυψης των φωτογραφικών ντοκουμέντων. Αλλά και στη γειτονική Τουρκία, αριστεροί κύκλοι έχουν εστιάσει στις φωτογραφίες των Ελλήνων εκτελεσθέντων από τα ναζιστικά στρατεύματα.
Ο Έλληνας ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης υποστήριξε ότι οι 200 εκτελέστηκαν επειδή ήταν κομμουνιστές. Από την πλευρά του ο Τούρκος ιστορικός και συγγραφέας, Aytek Soner Alpan*, ερευνητής με εξειδίκευση στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας και της Τουρκίας, την ιστοριογραφία και τη μελέτη των προσφυγικών μετακινήσεων, φαίνεται να συμφωνεί.
Μιλώντας στην Evrensel, μια γνωστή τουρκική καθημερινή εφημερίδα με αριστερό προσανατολισμό, αφού ανέλυσε τις συνθήκες της εποχής εστιάζοντας στην πορεία των 200 μέχρι το Χαϊδάρι, όπως αρχικά την φυλάκισή τους από το καθεστώς Μεταξά, στην αιτία της απόφασής για την εκτέλεσή τους ως αντίποινα για εκείνη του Γερμανού στρατηγού στους Μολάους, υπογραμμίζει και αναλύει εξέχουσες πτυχές εκείνης της περιόδου και τον αντίκτυπο των φωτογραφιών.
Το πολιτικό κίνητρο των Ναζί με την εκτέλεση των 200
«Αυτό που καθιστά σημαντική την υπόθεση Καισαριανή είναι ότι συνέβη σε μια εποχή που οι Ναζί ένιωθαν την απειλή της ήττας να τους αιφνιδιάζει και έχαναν ολοένα και περισσότερο τον έλεγχο. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι πέντε μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1944, οι Γερμανοί θα εκκένωναν την Αθήνα. Αυτό ακριβώς το «κατώφλι της υποχώρησης» μετέτρεψε το γεγονός από ένα απλό αντανακλαστικό αντιποίνων σε ένα σαφές μέρος μιας πολιτικής αναμέτρησης και στρατηγικής. Βλέπουμε ότι οι Γερμανοί, διαισθανόμενοι την ήττα, ενεργούσαν επίσης με ένα σαφές πολιτικό κίνητρο: προέβλεπαν ότι το ΕΑΜ, ή οι κομμουνιστές, θα έπαιρναν τον έλεγχο της Αθήνας και ολόκληρης της Ελλάδας μετά από αυτούς. Και για να αποδυναμώσουν αυτή την πιθανότητα, προσπάθησαν να διατηρήσουν την «ισορροπία» υπέρ τους μέχρι την τελευταία στιγμή.

Επομένως, οι πολιτικές αντιποίνων αυτής της περιόδου δεν ήταν απλώς ένας απλός μηχανισμός τιμωρίας. Λειτούργησαν επίσης ως μια πολύπλευρη παρέμβαση που στόχευε στη διαμόρφωση των μεταπολεμικών σχέσεων εξουσίας. Στόχος ήταν η υπονόμευση της κοινωνικής νομιμότητας της αντίστασης, η εκκαθάριση των στελεχών της και, ει δυνατόν, η εδραίωση του αντιτιθέμενου μετώπου - δηλαδή, των συνεργατικών στοιχείων και των αντικομμουνιστικών μπλοκ.
Η εκτέλεση στην Καισαριανή θα πρέπει να ερμηνευτεί μέσα σε αυτό το στρατηγικό πλαίσιο, ως η «τελευταία λέξη» μιας κατοχικής δύναμης στα πρόθυρα της αποχώρησης. Επειδή το μήνυμα που μεταφέρεται εδώ δεν ήταν απλώς «ανταποδώσαμε». Περιείχε ένα νόημα και μια αντικομμουνιστική εμμονή του τύπου «Ακόμα κι αν αποσυρθούμε από την εξίσωση, θα αποφασίσουμε ποιος θα παραμείνει σε αυτήν».
Είναι κρίσιμο να τονιστεί ο αριθμός 200 σε αυτό το σημείο. Ενώ τα αντίποινα του ναζιστικού καθεστώτος κατοχής συχνά περιελάμβαναν μεγάλο αριθμό, η ανακοίνωση της εκτέλεσης 200 ανθρώπων σε μία μόνο πράξη, στην πρωτεύουσα, και σε μια συμβολική ημερομηνία όπως η 1η Μαΐου, δεν ήταν μια απλή «απάντηση», αλλά μια σκόπιμη πολιτική επίδειξη. Αυτός ο αριθμός δεν ήταν απλώς μια δυσανάλογη απάντηση στη δολοφονία ενός στρατηγού στους Μολάους. Ήταν μια μαζική τακτική εκφοβισμού που απευθυνόταν στην Αθήνα, την αντίσταση και ιδιαίτερα στο κομμουνιστικό κίνημα. Στόχος δεν ήταν τόσο η τιμωρία των ατόμων, όσο η «πλήρης διάσπαση» του κοινωνικού θεμελίου που έκανε δυνατή την αντίσταση, αφήνοντας πίσω του ένα κατώφλι φόβου και ένα κενό εξουσίας. Ως εκ τούτου, η Καισαριανή έγινε η πιο κραυγαλέα επίδειξη μιας πολιτικής στρατηγικής που ξεδιπλώθηκε αμέσως πριν από την στρατιωτική αποχώρηση και επεκτάθηκε στην μεταπολεμική περίοδο», αναφέρει μεταξύ άλλων ο Τούρκος ιστορικός.

Η Καισαριανή και η προσφυγιά
Στη συνέχεια προβαίνει και σε μια ακόμη διευκρίνιση που αφορά την περιοχή της Καισαριανής.
Όπως υποστηρίζει ο Alpan:
«Η Καισαριανή, η οποία τώρα είναι ένας δήμος σχετικά κοντά στο κέντρο της πόλης, ήταν εκείνη την εποχή ένας οικισμός μεταναστών που βρισκόταν στα περίχωρα της πόλης. Τη δεκαετία του 1920, μετανάστες από την Ανατολία και τη Θράκη εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, αρχικά με σκηνές και αργότερα με αυτοσχέδιες ξύλινες κατασκευές που ονομάζονταν «παράγκα» στα ελληνικά.
Αν και το Ταμείο Αρωγής Προσφύγων κατασκεύασε έναν περιορισμένο αριθμό σπιτιών, η Καισαριανή έγινε κυρίως μια «παραγκούπολη», όπως θα την ονομάζαμε, που κατοικούνταν από μετανάστες. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 και μετά, χάρη στα στεγαστικά έργα που σχεδίασε η Επιτροπή Εγκατάστασης Προσφύγων και στις προσπάθειες των μεταναστών να σχηματίσουν συνεταιρισμούς, η περιοχή σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν πιο σχεδιασμένο οικισμό.

Ακόμα και στα μέσα της δεκαετίας του 1940, μεγάλο μέρος της Καισαριανής έμοιαζε έτσι.
Καθώς συνεχιζόταν αυτή η μεταμόρφωση, το Σκοπευτήριο , όπου πραγματοποιήθηκαν οι εκτελέσεις, έγινε επίσης μέρος της ιστορίας της περιοχής. Ήταν ένα ανεπίσημο πεδίο βολής που χρησιμοποιούσε ο Ελληνικός Στρατός τη δεκαετία του 1920. Ωστόσο, όταν το επίσημο πεδίο βολής στην Καλλιθέα απαλλοτριώθηκε για την εγκατάσταση προσφύγων, η εγκατάσταση μεταφέρθηκε επίσημα στην Καισαριανή.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η Καισαριανή, όπως και άλλες γειτονιές μεταναστών, ήταν κυρίως μια γειτονιά εργατικής τάξης. (...)
Μετά την «Εκτέλεση των 200», οι Ναζί εφάρμοσαν συστηματικά πολιορκίες και μαζικές κρατήσεις με στόχο την καταστολή των συνοικιών των προσφύγων όπου η αντίσταση ήταν ιδιαίτερα ισχυρή. Για παράδειγμα, στις 16 Ιουνίου 1944, η Καισαριανή αποκλείστηκε. Οι μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεις από γερμανικές δυνάμεις και «τάγματα ασφαλείας» συνεργατών συνεχίστηκαν με απαγορεύσεις εισόδου και εξόδου, έρευνες, μαζικές συλλήψεις και εξωδικαστικές εκτελέσεις.
Γνωρίζουμε ότι παρόμοιες επιδρομές και αποκλεισμοί επαναλήφθηκαν καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1944. Μαρτυρίες επιβεβαιώνουν ότι η Καισαριανή δέχθηκε πολυάριθμες επιδρομές μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944. Αυτό το σύστημα πολιορκιών, επιδρομών και συλλογικής τιμωρίας όχι μόνο παρέμεινε ένα σκοτεινό κεφάλαιο των χρόνων της κατοχής, αλλά δημιούργησε επίσης ένα πρόσφορο έδαφος για εντάσεις στην Αθήνα που συνεχίστηκαν και στην μεταπολεμική περίοδο. Τα Δεκεμβριανά (Μάχη της Αθήνας), που ξέσπασαν τον Δεκέμβριο του 1944, ήταν μια σειρά ένοπλων συγκρούσεων στην Αθήνα μεταξύ των δυνάμεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και των κυβερνητικών δυνάμεων που υποστηρίζονταν από τους Βρετανούς αμέσως μετά το τέλος της γερμανικής κατοχής, η οποία γρήγορα κλιμακώθηκε σε εμφύλιο πόλεμο. Δεν είναι τυχαίο ότι η Καισαριανή αναφερόταν ως το «Στάλινγκραντ της Αθήνας».
Το μήνυμα που ήθελαν να στείλουν οι Ναζί
Συνοψίζοντας ο Τούρκος ιστορικός, υποστηρίζει ότι η εκτέλεση των 200 την 1η Μαΐου 1944 δεν θα πρέπει να θεωρείται απλώς μια μεμονωμένη πράξη βαρβαρότητας στην «καρδιά» της Αθήνας, αλλά μάλλον ένα κεντρικό σημείο σε ένα πολύ ευρύτερο έργο πολιτικής μηχανικής.
«200 άτομα, φορτωμένα σε φορτηγά στο Χαϊδάρι, μεταφέρθηκαν στην Καισαριανή τις πρώτες πρωινές ώρες. Η επιλογή του Σκοπευτηρίου ως τόπου εκτέλεσης δεν ήταν τυχαία. Η εγγύτητά του στο κέντρο δημιούργησε ένα «θέαμα», στέλνοντας ένα σαφές μήνυμα στη γειτονιά και την πόλη, και η μακρά ιστορία στρατιωτικής χρήσης του διευκόλυνε την υλικοτεχνική υποστήριξη της εκτέλεσης. Επιπλέον, ο χρόνος ήταν σκόπιμος. Αυτή η μαζική εκτέλεση, που πραγματοποιήθηκε την 1η Μαΐου - μια ημερομηνία με ισχυρή συμβολική σημασία για την εργατική τάξη και το κομμουνιστικό κίνημα - ήταν μια προειδοποίηση όχι μόνο για την αντίσταση αλλά και για το κοινωνικό υπόβαθρο που έκανε δυνατή την αντίσταση», τονίζει και προσθέτει:
«Ενώ οι Γερμανοί εφάρμοζαν μια πολιτική αντιποίνων, προσπαθούσαν επίσης να δημιουργήσουν μια μεταπολεμική ισορροπία καθιστώντας ορατά τα τοπικά δίκτυα συνεργατών και ενθαρρύνοντας τα αντικομμουνιστικά μπλοκ. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο στοχοποιήθηκαν γειτονιές μεταναστών και εργατικής τάξης όπως η Καισαριανή. Επειδή αυτές οι γειτονιές αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της αντίστασης, όχι μόνο από άποψη μαζικής υποστήριξης, αλλά και από άποψη αλληλεγγύης, οργάνωσης και νομιμότητας.
Ωστόσο, τα πράγματα δεν πήγαν όπως τα είχαν σχεδιάσει. 200 κομμουνιστές, που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο στον τόπο εκτέλεσης με φορτηγά, πήγαν στον θάνατο τραγουδώντας τραγούδια και φωνάζοντας συνθήματα. Τα σημειώματα που πετούσαν από τα φορτηγά στην πορεία τα συνέλεγαν οι ντόπιοι σαν να ήταν ιερά κειμήλια. Σήμερα, αυτά τα σημειώματα βρίσκονται σε διάφορα αρχεία και μουσεία».
Η σημασία για την Τουρκία
Κλείνοντας ο Aytek Soner Alpan εκτιμάει ότι αυτό το ζήτημα δεν είναι απλώς μια εσωτερική ελληνική συζήτηση. «Είναι σημαντικό και για εμάς. Γιατί ανάμεσα σε αυτούς τους 200 ανθρώπους υπάρχουν μετανάστες που έχουν ξεριζωθεί από την Ανατολία, τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, την περιοχή του Μαρμαρά και το Αιγαίο. Ονόματα από την Μποζτζάντα, την Τζούντα, τη Σαμψούντα, την Καισάρεια, τη Σμύρνη και τη Μπαντίρμα. Όταν κοιτάς τον χάρτη, οι δύο πλευρές του Αιγαίου εφάπτονται. Η τραγωδία ενός λαού δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη από την ιστορία ενός άλλου.
Αλλά το ζήτημα δεν αφορά μόνο την καταγωγή. Πώς ο αντικομμουνισμός εδραιώθηκε στον κρατικό μηχανισμό, πώς λειτούργησαν τα τοπικά δίκτυα συνεργασίας υπό κατοχή, πώς οι ξένες δυνάμεις διαμόρφωσαν την εξίσωση μετά τον πόλεμο... Κανένα από αυτά δεν είναι άγνωστο θέμα σε εμάς. Ο 20ός αιώνας της Τουρκίας είναι επίσης συνυφασμένος με παρόμοιες ρήξεις, καταστολές και καθεστώτα μνήμης. Επομένως, η Καισαριανή δεν είναι απλώς μια τραγωδία που «συνέβη εκεί».
Επιπλέον, καθώς ο κόσμος ολισθαίνει γρήγορα για άλλη μια φορά σε μεγάλο σκοτάδι και στα πρόθυρα μιας τελικής αντιπαράθεσης, η σημασία αυτού του μαθήματος αυξάνεται ακόμη περισσότερο. Ίσως γι' αυτό, όταν διαβάζουμε τη φράση του Γιάννη Ρίτσος, «Αυτοί είναι οι Ιησούς μας, οι Άγιοί μας (σ.σ. από το ποίημα του Γ. Ρίτσου "Αυτοί που περιμένουν")», θα πρέπει να την ακούμε όχι μόνο ως έκφραση εθνικής μνήμης αλλά και ως έκκληση για κοινή ιστορική ευθύνη. Διότι ορισμένες φωτογραφίες κοιτάζουν τα πρόσωπα των ανθρώπων και στις δύο πλευρές του χάσματος. Μας ρωτούν όχι μόνο για το παρελθόν αλλά και για τον ορίζοντα με τον οποίο μιλάμε σήμερα»

Σκοπευτήριο Καισαριανής
*Είναι μεταδιδακτορικός υπότροφος του British Institute at Ankara (BIAA). Έχει διατελέσει ερευνητής στο SNF Centre for Hellenic Studies του Simon Fraser University στον Καναδά. Η έρευνά του εστιάζει στην Ανταλλαγή Πληθυσμών του 1923 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τις εμπειρίες των προσφύγων, την ιστορία των τουρκόφωνων ορθόδοξων κοινοτήτων (Καραμανλήδες) και τη σχέση μεταξύ ιστορίας και μνήμης.
Η διδακτορική του διατριβή με τίτλο "Trajectories of Displacement: A Comparative Historical Analysis of the 1923 Greco-Turkish Population Exchange" έλαβε τιμητική μνεία για το βραβείο John O. Iatrides Dissertation Prize από τη Modern Greek Studies Association το 2024. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, όπως το "But the Memory Remains" στο The Historical Review. Σήμερα διδάσκει επίσης στο τμήμα Οικονομικών του Middle East Technical University (METU) στην Άγκυρα.
Διαβάστε επίσης