«Τρέχουν» οι ναυπηγήσεις νέων ρυμουλκών στα ναυπηγεία Ελευσίνας – Το «στοίχημα» της ασφάλειας
Σε μία περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών κινδύνων και επιχειρησιακών απαιτήσεων, η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας επανέρχεται στο προσκήνιο
Στιγμιότυπο από τα Ναυπηγεία της Ελευσίνας.
Η ναυπήγηση του στόλου των νέων ρυμουλκών στα ναυπηγεία Ελευσίνας και η ενίσχυση των δυνατοτήτων τους αποτελούν τους βασικούς παράγοντες ασφάλειας για τα ελληνικά λιμάνια.
Ωστόσο, το στοίχημα δεν είναι μόνο τεχνολογικό, αλλά και θεσμικό.
Ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Πλοιοκτητών Ρυμουλκών, Ναυαγοσωστικών και Αντιρρυπαντικών Πλοίων και Διευθυντής της MEGATUGS Salvage & Towage, Παύλος Ξηραδάκης, σκιαγραφεί τόσο τα οφέλη όσο και τις αδυναμίες του σημερινού πλαισίου, μιλώντας στο Αθηναϊκό – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων.
Απαντώντας στο κατά πόσον η ναυπήγηση νέων ρυμουλκών στην Ελευσίνα μπορεί να αλλάξει τις επιχειρησιακές δυνατότητες της χώρας, εξηγεί ότι πρόκειται για μία εξέλιξη που επηρεάζει συνολικά τον «χάρτη» των ρυμουλκήσεων στην Ελλάδα.
Όπως επισημαίνει, ο εκσυγχρονισμός του στόλου με σύγχρονα ρυμουλκά ενισχύει σημαντικά την ποιότητα και την ασφάλεια των υπηρεσιών στα ελληνικά λιμάνια, προστατεύοντας τόσο την ανθρώπινη ζωή όσο και το θαλάσσιο περιβάλλον και τις λιμενικές υποδομές.
Παράλληλα, σημειώνει ότι τα νέα, ισχυρότερα ρυμουλκά αυξάνουν τις δυνατότητες παρέμβασης σε ατυχήματα εντός λιμένων, αλλά και την ικανότητα ευκαιριακής επιθαλάσσιας αρωγής σε ευρύτερες περιοχές όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμα εξειδικευμένα επαγγελματικά ναυαγοσωστικά μέσα.
Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι αυτή η αναβάθμιση πρέπει να συνοδευτεί από πλήρη εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου και συγκεκριμένα από την έκδοση κανονισμών ασφαλούς ρυμούλκησης για όλα τα λιμάνια της χώρας.
Οι πραγματικές δυνατότητες των ρυμουλκών
Σε ό,τι αφορά τις τεχνικές και επιχειρησιακές δυνατότητες που πρέπει να διαθέτει ένα σύγχρονο ρυμουλκό, ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι ο βασικός του ρόλος παραμένει η ρυμούλκηση εντός λιμένων.
Όπως τονίζει, τα ρυμουλκά μπορούν να παρέχουν μόνο ευκαιριακή επιθαλάσσια αρωγή και σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν επαγγελματικά ναυαγοσωστικά πλοία.
Τούτο, σημειώνει, ενισχύεται και από το γεγονός ότι όλες οι ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν με δικές τους δαπάνες επαγγελματικά ναυαγοσωστικά πλοία σε σταθμούς μολονότι διαθέτουν σύγχρονα ρυμουλκά εδώ και πολλά χρόνια.
Ο κ. Ξηραδάκης σημειώνει, εξάλλου, ότι το θεσμικό πλαίσιο που πρόσφατα θεσμοθετήθηκε έχει δημιουργήσει συνθήκες σαφούς διάκρισης ανάμεσα σε αυτές τις κατηγορίες πλοίων με αποτέλεσμα σήμερα η Ελλάδα να διαθέτει ναυαγοσωστικά πλοία άνευ δαπάνης για το κράτος όταν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες δαπανούν εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Επισημαίνει επίσης ότι, εάν κάποιος επιχειρούσε να αναδείξει τις σημαντικότερες τεχνικές δυνατότητες των σύγχρονων ρυμουλκών, θα έπρεπε να εστιάσει στο σύστημα πρόωσης (ASD tugs), στην υψηλή ελκτική τους δύναμη και στην πυροσβεστική τους ικανότητα.
Στο σύστημα πρόωσης ASD (Azimuth Stern Drive) οι προπέλες, περιστρέφονται 360°, επιτρέποντας στο ρυμουλκό να κατευθύνει την ώση προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και να επιτυγχάνει υψηλή ευελιξία και άμεσο έλεγχο κινήσεων.
Όπως εξηγεί, τα δύο πρώτα στοιχεία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ασφαλή εκτέλεση των ρυμουλκήσεων εντός λιμενικών εγκαταστάσεων, ενώ η πιστοποιημένη πυροσβεστική ικανότητα (FiFi 1, 2 και 3) αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό παράγοντα για την ασφάλεια των ανθρώπων, των πλοίων και των λιμένων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο γεγονός ότι πολλές λιμενικές εγκαταστάσεις στη χώρα δεν διαθέτουν αυτόνομα συστήματα πυρόσβεσης, την ώρα που σημαντικός αριθμός πλοίων μεταφέρει επικίνδυνα φορτία και οι επιχειρησιακές δυνατότητες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας στη θάλασσα παραμένουν περιορισμένες.
Στο πλαίσιο αυτό, τονίζει ότι, με αφετηρία το νέο θεσμικό πλαίσιο, έχει ήδη επιτευχθεί η παρουσία σύγχρονων ρυμουλκών με ισχυρή πυροσβεστική ικανότητα στα περισσότερα ελληνικά λιμάνια.
Σαφές θεσμικό πλαίσιο – Τέλος στη σύγχυση
Αναφορικά με το αν έχει αποσαφηνιστεί τι συνιστά ναυαγοσωστικό σκάφος, ο Παύλος Ξηραδάκης απαντά ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο είναι πλέον σαφές.
Ακόμη, επισημαίνει ότι το π.δ. 65/2023 για τα ναυαγοσωστικά περιλαμβάνει σαφείς απαιτήσεις ως προς τα τεχνικά χαρακτηριστικά ενός πλοίου προκειμένου να χαρακτηριστεί ως ναυαγοσωστικό.
Όπως αναφέρει, το συγκεκριμένο διάταγμα, σε συνδυασμό με το π.δ. 83/2022 για τα ρυμουλκά, έχει καταστήσει απολύτως σαφές το τι είναι ρυμουλκό και τι είναι ναυαγοσωστικό πλοίο.
Σημειώνει ότι η απουσία ενός τέτοιου θεσμικού πλαισίου πριν από το 2022 είχε επιτρέψει τη διαμόρφωση και διατήρηση επί σειρά ετών μιας απολύτως στρεβλής εικόνας και μίας σκόπιμης σύγχυσης, με αποτέλεσμα τα ρυμουλκά να χαρακτηρίζονται –χωρίς ειδικές απαιτήσεις– ως ναυαγοσωστικά.
Όπως εξηγεί, αυτή η «εξομοίωση» οδήγησε τους πλοιοκτήτες ναυαγοσωστικών πλοίων να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, καθώς δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα ρυμουλκά λιμένος, τα οποία καλούνταν να αναλάβουν επιθαλάσσια αρωγή χωρίς να διαθέτουν τις απαραίτητες τεχνικές και επιχειρησιακές δυνατότητες και τον κατάλληλο εξοπλισμό.
Παράλληλα, δηλώνει ότι η κατάσταση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη πολλών ναυαγίων στη χώρα, λόγω της έλλειψης επαγγελματικών ναυαγοσωστικών πλοίων σε σταθμούς.
Καταλήγοντας, τονίζει ότι όλα τα παραπάνω είναι πλέον ξεκάθαρα στο νέο θεσμικό πλαίσιο και ότι, ταυτόχρονα, υλοποιείται η βασική πρόβλεψη της νομοθεσίας– του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου και του π.δ. 46/1983 –σχετικά με τη διάκριση μεταξύ επαγγελματικής και ευκαιριακής επιθαλάσσιας αρωγής, με την πρώτη να παρέχεται από επαγγελματικό ναυαγοσωστικό πλοίο και τη δεύτερη από οποιοδήποτε άλλο πλοίο.
Ασκήσεις ετοιμότητας και αδυναμίες
Απαντώντας στο ερώτημα για το επίπεδο ετοιμότητας της χώρας με βάση και την πρόσφατη άσκηση αντιρρύπανσης στην Ελευσίνα, ο Παύλος Ξηραδάκης επισημαίνει κατ' αρχάς ως ιδιαίτερα θετικό το γεγονός ότι το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής αντέδρασε άμεσα στις σύγχρονες προκλήσεις και στις νέες απειλές που αντιμετωπίζει η διεθνής ναυτιλία, ειδικά μετά τα πρόσφατα περιστατικά επιθέσεων σε δεξαμενόπλοια.
Όπως αναφέρει, η πραγματοποίηση ασκήσεων στο θαλάσσιο πεδίο αποτελεί κρίσιμο εργαλείο αξιολόγησης της επιχειρησιακής ετοιμότητας, καθώς μόνο μέσα από τέτοιες διαδικασίες– και όχι από ασκήσεις επί χάρτου –μπορούν οι αρμόδιοι φορείς να διαπιστώσουν τόσο τα θετικά σημεία όσο και τις αδυναμίες του μηχανισμού, ώστε να προχωρήσουν στις αναγκαίες διορθώσεις.
Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα οφείλει να ενισχύσει περαιτέρω την ικανότητα άμεσης ανταπόκρισης σε περιστατικά θαλάσσιας ρύπανσης, προκειμένου να προστατευθεί τόσο το περιβάλλον όσο και η οικονομία της χώρας.
Δηλώνει ότι για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται ένα ολοκληρωμένο και σαφές θεσμικό πλαίσιο με το οποίο οι πάροχοι υπηρεσιών αντιρρύπανσης θα πιστοποιούνται σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά και διεθνή πρότυπα.
«Δεν είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να μην υπάρχει ακόμη και σήμερα προσδιορισμός της έννοιας του αντιρρυπαντικού πλοίου, ούτε να “βαφτίζεται” το φράγμα του λιμανιού ως φράγμα ανοιχτής θαλάσσης. Δεν είναι δυνατόν 28 χρόνια μετά από το βασικό νόμο που διέπει την προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος (π.δ. 55/1998) να υπάρχει ακόμη κενό στην πιστοποίηση των ιδιωτικών φορέων αντιρρύπανσης ούτε να βασιζόμαστε στην EMSA για τον απλούστατο λόγο ότι αυτή λειτουργεί συμπληρωματικά, εφόσον ζητηθεί η συνδρομή της, στις δράσεις αντιρρύπανσης που έχει ήδη ξεκινήσει το αρμόδιο Κράτος», τονίζει.
Ο European Maritime Safety Agency (EMSA) είναι ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα, αρμόδιος για την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών – μελών σε θέματα ναυτιλιακής ασφάλειας, πρόληψης ρύπανσης και επιτήρησης της θαλάσσιας κυκλοφορίας.
Νέες απειλές στη Μεσόγειο
Απαντώντας για τις απειλές δολιοφθοράς σε πλοία, ο κ. Ξηραδάκης εκφράζει έντονη ανησυχία για τα περιστατικά αυτά στην Ανατολική Μεσόγειο.
Όπως σημειώνει, ένα τέτοιο ενδεχόμενο –όπως η τοποθέτηση μαγνητικών ναρκών σε δεξαμενόπλοια– θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές περιβαλλοντικές και οικονομικές συνέπειες για τις χώρες της περιοχής, καθιστώντας επιτακτική την ενίσχυση της ετοιμότητας.
Τονίζει ότι αυτό πρέπει να προβληματίσει τις ευρωπαϊκές χώρες, και ιδιαίτερα εκείνες του νότου, διότι μία ενδεχόμενη διαρροή του φορτίου ενός δεξαμενόπλοιου θα μπορούσε να έχει καταστροφικές συνέπειες στο οικοσύστημα και την οικονομία των μεσογειακών χωρών.
Σε σχέση με το πρόσφατο περιστατικό του ρωσικού LNG carrier Arctic Metagas στη Μεσόγειο,που έπεσε θύμα έκρηξης και φωτιάς με δεδομένο τον κίνδυνο βύθισής του και με φο ρτίο 60.000 τόνων υγροποιημένου φυσικού αερίου σε τέσσερις σφραγισμένες δεξαμενές,ο ίδιος επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο συμβάν ανέδειξε εξάλλου την απουσία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού σχεδιασμού διαχείρισης κρίσεων.
Το πλοίο εγκαταλείφθηκε από πλήρωμα των περίπου 30 ναυτικών και παρασύρθηκε από τις ακτές της Ιταλίας προς εκείνες της Λιβύης.
Αναφέρει ότι παρά τα προβλήματα συντονισμού, τα ελληνικά ναυαγοσωστικά πλοία διαθέτουν την απαραίτητη τεχνογνωσία και τον εξοπλισμό για να ανταποκριθούν αποτελεσματικά, φέρνοντας ως παράδειγμα επιχειρήσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σε δύσκολες περιοχές όπως αποδείχθηκε και στην περίπτωση του δεξαμενόπλοιου SOUNION στην Ερυθρά Θάλασσα που είχε χτυπηθεί από τους Χούθις.
Η ελληνική παρουσία σε διεθνές επίπεδο
Απαντώντας στο ερώτημα για την επιχειρησιακή δυνατότητα ενός ναυαγοσωστικού ρυμουλκού σε μία απαιτητική και γεωπολιτικά επιβαρυμένη περιοχή όπως η Ερυθρά Θάλασσα, ο Παύλος Ξηραδάκης επισημαίνει καταρχάς ότι η εταιρεία του αποτελεί ίσως μοναδική περίπτωση σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς διαθέτει δύο επαγγελματικά ναυαγοσωστικά πλοία σε σταθμό χωρίς καμία κρατική ενίσχυση.
Όπως αναφέρει, στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας δραστηριοποιείται ήδη το ιδιαίτερα ισχυρό ναυαγοσωστικό πλοίο GIANT, το οποίο διαθέτει υψηλή ελκτική δύναμη, πιστοποιημένη πυροσβεστική ικανότητα επιπέδου FiFi 2, καθώς και πλήρη ναυαγοσωστικό και αντιρρυπαντικό εξοπλισμό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το συγκεκριμένο πλοίο είναι σε θέση να ανταποκριθεί αποτελεσματικά ακόμη και στα πιο σύνθετα και απαιτητικά περιστατικά, παρέχοντας αξιόπιστες υπηρεσίες επιθαλάσσιας αρωγής σε ένα από τα πιο δύσκολα επιχειρησιακά περιβάλλοντα διεθνώς.
Συνοψίζοντας, επισημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε τροχιά αναβάθμισης των επιχειρησιακών της δυνατοτήτων, όμως η επιτυχία αυτής της προσπάθειας θα εξαρτηθεί από την ολοκλήρωση και την εφαρμογή ενός σύγχρονου και λειτουργικού θεσμικού πλαισίου.