«Υπόθεση Μάρκoβιτς»: Όταν ο Αλέν Ντελόν βρέθηκε στο εδώλιο για την δολοφονία του σωματοφύλακά του
Το 1968, ο σωματοφύλακας του Αλέν Ντελόν δολοφονήθηκε. Ωστόσο, οι υποψίες γύρω από τον πασίγνωστο ηθοποιό κατάφεραν να ενισχύσουν τη γοητεία και την ελκυστικότητά του, όπως περιγράφει ένα νέο βιβλίο το οποίο επιχειρεί να βάλει σε μια σειρά τα γεγονότα που ακολούθησαν της δολοφονίας που έχει μείνει στην ιστορία ως «Υπόθεση Μάρκοβιτς»
Ο Γάλλος ηθοποιός Αλέν Ντελόν, συνοδευόμενος από έναν άγνωστο αστυνομικό, φεύγει από το Δικαστικό Μέγαρο στις Βερσαλλίες, στις 13 Φεβρουαρίου 1969, μετά από μια αντιπαράθεση με τον Αλεξάντερ Μάρκοβιτς, τον αδελφό του νεκρού σωματοφύλακά του, ενώπιον του ανακριτή
Μια μέρα του Οκτωβρίου του 1968, το άψυχο σώμα του Στέβαν Μάρκοβιτς, ενός Γιουγκοσλάβου μικροκακοποιού που είχε εξελιχθεί σε σωματοφύλακα, εντοπίστηκε στην άκρη ενός δρόμου στα νοτιοδυτικά του Παρίσι, τυλιγμένο σε πλαστικό. Ο θάνατός του θα μπορούσε να είχε περάσει στα ψιλά, ως ακόμη ένα βίαιο περιστατικό της εποχής.
Όμως, ο κόσμος στον οποίο κινούνταν –ένα εκρηκτικό μείγμα κινηματογραφικής λάμψης, υποκόσμου και πολιτικής εξουσίας– μετέτρεψε την υπόθεση σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της μεταπολεμικής Γαλλίας.
Ο Μαρκoβιτς δεν ήταν ένας άγνωστος. Βρισκόταν στο στενό περιβάλλον του Αλεν Ντελόν, ενός από τους πιο εμβληματικούς ηθοποιούς της εποχής. Όταν άρχισαν να κυκλοφορούν επιστολές που μιλούσαν για εκβιασμούς, σεξουαλικά πάρτι και «επικίνδυνες» φωτογραφίες που φέρονταν να εμπλέκουν πρόσωπα της πολιτικής και κοινωνικής ελίτ –μεταξύ αυτών και φήμες για τη σύζυγο του τότε πρωθυπουργού Ζωρζ Πομπιντού – η υπόθεση έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις και πέρασε στην ιστορία ως «Υπόθεση Μάρκoβιτς».
Ο Ντελόν δεν ήταν απλώς σταρ, αλλά σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Με την ψυχρή του γοητεία και την υπόγεια απειλή που εξέπεμπε, καθόρισε τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60, ιδίως μέσα από ταινίες όπως το Plein Soleil του René Clément. Η προσωπική του ζωή, εξίσου αινιγματική, περιλάμβανε σχέσεις με πρόσωπα του υποκόσμου, όπως ο Κορσικανός Φρανσουά Μαρκαντονί, ο οποίος συνελήφθη στο πλαίσιο της έρευνας χωρίς όμως να οδηγηθεί ποτέ σε δίκη.
Ο ίδιος ο Μαρκoβιτς κατείχε έναν παράδοξο ρόλο: λειτουργούσε ως σωσίας του Ντελόν στα κινηματογραφικά πλατό, φορώντας τα ρούχα του και κινούμενος στον ίδιο κύκλο. Σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες, διατηρούσε ακόμη και σχέση με τη σύζυγο του ηθοποιού, γεγονός που ενίσχυσε τη σκοτεινή και σχεδόν συμβολική διάσταση της υπόθεσης. Η σχέση «πρωταγωνιστή και σκιάς» παραμένει έως σήμερα στο επίκεντρο του μυστηρίου.

Ο σωματοφύλακας του Αλέν Ντελόν, Στέφαν Μάρκοβιτς
Το σκάνδαλο γιγαντώθηκε όταν αποκαλύφθηκαν επιστολές που αποδίδονταν στον Μαρκoβιτς και υπονοούσαν την ύπαρξη φωτογραφιών από ερωτικά πάρτι της γαλλικής ελίτ, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για εκβιασμό. Υποστηρικτές του Πομπιντού έκαναν λόγο για οργανωμένη πολιτική σκευωρία, ακόμη και με εμπλοκή μυστικών υπηρεσιών, ενώ άλλοι απέδιδαν την υπόθεση σε εγκληματικά δίκτυα που επιδίωκαν οικονομικά οφέλη. Η αλήθεια, ωστόσο, παραμένει μέχρι σήμερα ασαφής, καθώς κρίσιμα στοιχεία αμφισβητήθηκαν, απαξιώθηκαν ή εξαφανίστηκαν.
Η έρευνα εξελίχθηκε σε ένα περιβάλλον γεμάτο σκιές: αστυνομικές έφοδοι σε ύποπτα διαμερίσματα, αναζητήσεις για φωτογραφίες που ίσως δεν υπήρξαν ποτέ, νυχτερινές ανακρίσεις και μια διαρκής αλληλεπίδραση με τα μέσα ενημέρωσης, που ενίσχυαν τη φημολογία.

Ο Ντελόν και η σύζυγός του Νατάλι, με την οποία φημολογείται ότι ο Μάρκοβιτς είχε σχέση.
SygmaΜετά τη δολοφονία, ο ίδιος ο Ντελόν βρέθηκε στο επίκεντρο. Κλήθηκε να καταθέσει, αρνήθηκε κάθε εμπλοκή και επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από τις δραστηριότητες του Μαρκoβιτς. Παρά ταύτα, η δημόσια εικόνα του όχι μόνο δεν επλήγη, αλλά ενισχύθηκε: για κάποιους ήταν θύμα συγκυριών, για άλλους ένας άνθρωπος επικίνδυνα κοντά στη βία. Η ασάφεια γύρω από την αλήθεια ενίσχυσε τον μύθο.

Ο Γάλλος ηθοποιός Αλέν Ντελόν, συνοδευόμενος από έναν άγνωστο αστυνομικό, φεύγει από το Δικαστικό Μέγαρο στις Βερσαλλίες, στις 13 Φεβρουαρίου 1969, μετά από μια αντιπαράθεση με τον Αλεξάντερ Μάρκοβιτς, τον αδελφό του νεκρού σωματοφύλακά του, ενώπιον του ανακριτή. Η σορός του Στέφαν Μάρκοβιτς είχε βρεθεί σε μια χωματερή. (Φωτογραφία AP)
ASSOCIATED PRESSΣε αυτόν τον σκοτεινό και γοητευτικό κόσμο επιστρέφει ο Edward Chisholm μέσα από το βιβλίο Murder in Paris ’68, επιχειρώντας να ανασυνθέσει την υπόθεση με τη ματιά τόσο του ιστορικού όσο και του ερευνητή.
Ακολουθώντας τη μεθοδολογία που είχε ήδη παρουσιάσει στο A Waiter in Paris, ο συγγραφέας εγκαταλείπει την προσωπική αφήγηση και στρέφεται σε εκτενή αρχειακή έρευνα. Περνά αμέτρητες ώρες σε ιδρύματα όπως η Bibliothèque des Littératures Policières και η La Cinémathèque Française, εξετάζοντας αστυνομικά έγγραφα, δημοσιογραφικά αρχεία και οπτικό υλικό.
Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια αφήγηση εγκλήματος, αλλά μια προσπάθεια ανασύστασης μιας ολόκληρης εποχής: του Παρισιού στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μιας πόλης που ισορροπούσε ανάμεσα στη μεταπολεμική λιτότητα και τη ραγδαία άνοδο της λάμψης, του καταναλωτισμού και της κοινωνικής απελευθέρωσης.
Όπως επισημαίνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, τα γεγονότα μοιάζουν σχεδόν κινηματογραφικά: ένα πτώμα τυλιγμένο σε πλαστικό, ένας θρυλικός ηθοποιός, η σύζυγος ενός πρωθυπουργού, εκβιασμοί, γκάνγκστερ, όργια και σκιές κατασκοπείας από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Μια ιστορία που ακροβατεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και τον μύθο.
Παρά τις πολυετείς έρευνες, καμία οριστική εκδοχή για τη δολοφονία δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ, ενώ οι πιο σοκαριστικές καταγγελίες παρέμειναν αναπόδεικτες. Η Υπόθεση Μαρκoβιτς παραμένει μέχρι και σήμερα ένα από τα πιο αινιγματικά true crime της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.