Μετά θάνατον χάρη στη Ρουθ Έλις, την καταδικασμένη που είχε συγκλονίσει τη Μεγάλη Βρετανία
Η κυβέρνηση αναγνώρισε «βαθιά αδικία» στην υπόθεση της γυναίκας που οδηγήθηκε στην αγχόνη πριν από επτά δεκαετίες
Η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε στη Μεγάλη Βρετανία, επειδή πυροβόλησε και σκότωσε τον κακοποιητικό της σύντροφο έξω από παμπ του Λονδίνου πριν από 70 χρόνια, έλαβε μετά θάνατον χάρη υπό όρους, όπως ανακοίνωσε (08/07) ο αντιπρόεδρος της βρετανικής κυβέρνησης, Ντέιβιντ Λάμι.
Η Ρουθ Έλις, 28 ετών, ανύπαντρη μητέρα και οικοδέσποινα σε νυχτερινό κέντρο, απαγχονίστηκε τη 13η Ιουλίου 1955 για τη δολοφονία του οδηγού αγώνων, Ντέιβιντ Μπλέικλι. Τον πυροβόλησε έξω από την παμπ Magdala, στη συνοικία Χάμπστεντ του Λονδίνου, τη 10η Απριλίου 1955.
«Η χάρη δεν υποστηρίζει ότι ήταν αθώα για τη δολοφονία του Ντέιβιντ Μπλέικλι, αλλά αντικαθιστά τη θανατική ποινή με ποινή ισόβιας κάθειρξης, αναγνωρίζοντας μία βαθιά αδικία σε αυτή την εξαιρετική υπόθεση», τόνισε ο Λάμι.
Μία πολύκροτη υπόθεση
Η δολοφονία και η δίκη προκάλεσαν τεράστια δημοσιότητα και η υπόθεση μετετράπη σε σύμβολο διαμαρτυρίας μετά την καταδίκη της γυναίκας σε θάνατο. Όταν οδηγήθηκε στην αγχόνη, περίπου 1.000 άνθρωποι πραγματοποίησαν σιωπηλή αγρυπνία έξω από τη φυλακή Χόλογουεϊ, στο βόρειο Λονδίνο.
Η υπόθεση θεωρείται ότι επηρέασε τη βρετανική νομοθεσία. Κατά τη διάρκεια της δίκης, η Έλις δεν είχε τη δυνατότητα να υποστηρίξει ότι η πράξη της ήταν αποτέλεσμα της ψυχολογικής πίεσης που είχε υποστεί από την κακοποίηση. Δύο χρόνια μετά την εκτέλεση, το Κοινοβούλιο ψήφισε νόμο που επέτρεπε την υπεράσπιση λόγω μειωμένης ευθύνης.
Το αίτημα για την απονομή χάρης κατατέθηκε από τα εγγόνια της, τα οποία επί χρόνια προσπαθούσαν να μειώσουν την καταδίκη της, υποστηρίζοντας ότι η επανειλημμένη σεξουαλική, συναισθηματική και σωματική κακοποίηση που υπέστη η Έλις δεν ελήφθη υπόψη ούτε στη δίκη, ούτε αργότερα, όταν θα μπορούσε να τής είχε δοθεί αναστολή της θανατικής ποινής.
«Η δικαιοσύνη επιτέλους αποδόθηκε. Αυτή η χάρη δεν αναιρεί όσα συνέβησαν πριν από 71 χρόνια. Δεν αποκαθιστά τις ζωές που καταστράφηκαν, τα παιδιά που έμειναν πίσω, τα χρόνια που χάθηκαν. Όμως, αναγνωρίζει επίσημα και οριστικά ότι η Ρουθ δεν έπρεπε να είχε εκτελεστεί και ότι το δικαστικό σύστημα απέτυχε απέναντι σε εκείνη. Αυτή η αναγνώριση έχει τεράστια σημασία για την οικογένειά μας», τόνισε η εγγονή της, Λόρα Ένστον.
Στοιχεία έδειξαν ότι είχε υποστεί σοβαρή κακοποίηση
Οι δικηγόροι που εργάστηκαν αφιλοκερδώς για την οικογένεια, υπέβαλαν πέρυσι το αίτημα για χάρη, παρουσιάζοντας στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η Έλις πιθανότατα υπέφερε από το λεγόμενο «σύνδρομο της κακοποιημένης γυναίκας».
Η Έλις και μάρτυρες, μεταξύ των οποίων φίλοι και γιατροί της, υποστήριξαν ότι ο Μπλέικλι την απειλούσε πως θα τη σκοτώσει και πως ήταν γεμάτη μώλωπες από επιθέσεις σε δημόσιους χώρους, αλλά και από περιστατικά όπου την έσπρωχνε από σκάλες. Ανέφεραν, επίσης, ότι κάποτε τη χτύπησε τόσο δυνατά στην κοιλιά, ώστε να αποβάλλει.
Ωστόσο, οι ένορκοι στη δίκη της ενημερώθηκαν να μην εξετάσουν το γεγονός ότι είχε «υποστεί κακομεταχείριση από τον εραστή της». Η δίκη διήρκεσε λίγο περισσότερο από μία ημέρα και το σώμα των ενόρκων χρειάστηκε λιγότερο από μισή ώρα για να εκδώσει την ετυμηγορία του.
Αν η Έλις είχε δικαστεί 2 χρόνια αργότερα, όταν είχε τεθεί σε ισχύ ο νόμος περί μειωμένης ευθύνης, θα μπορούσε να είχε καταδικαστεί για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και όχι σε θάνατο, όπως εκτίμησε η δικηγόρος, Γκρέις Χάουτον, από την εταιρεία Mishcon de Reya, της οποίας ο ιδρυτής είχε προσπαθήσει να εξασφαλίσει αναστολή της εκτέλεσης της Έλις το 1955.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ανέστειλε τη θανατική ποινή το 1965 και την κατήργησε οριστικά το 1970.