Explainer: Πώς φτάσαμε από το πλήρες στο λειτουργικό ασυμβίβαστο – Τι λέει το Μαξίμου
Ποια είναι η πραγματική σημασία του «λειτουργικού ασυμβίβαστου» και ποιες θα είναι οι αρμοδιότητες των υπουργών αν εφαρμοστεί
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης
Στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης επανέρχεται μια πρόταση με σαφές θεσμικό αποτύπωμα αλλά και έντονο πολιτικό φορτίο: Το λεγόμενο «λειτουργικό ασυμβίβαστο» μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας.
Η βασική ιδέα την οποία ξεδίπλωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είναι απλή αλλά ριζική για τα ελληνικά δεδομένα. Ουσιαστικά όποιος αναλαμβάνει υπουργός, παύει προσωρινά να ασκεί τα καθήκοντα του βουλευτή.
Δεν χάνει την έδρα του, αλλά δεν συμμετέχει στις ψηφοφορίες ούτε στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Τη θέση του καταλαμβάνει επιλαχών από το ίδιο κόμμα.
Πρόκειται για μια τομή που αλλάζει την ισορροπία μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, σε ένα σύστημα όπου παραδοσιακά τα δύο επίπεδα αλληλοεπικαλύπτονται.
Μάλιστα το Μέγαρο Μαξίμου μετά τις αντιδράσεις περί υποβάθμισης του ρόλου των βουλευτών σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν είναι πλήρες ασυμβίβαστο, αλλά κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι κάτι που επιχείρησε χθες να εξηγήσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Παύλος Μαρινακης σε δημόσιες δηλώσεις του γι’ αυτό και χρησιμοποίησε τον χαρακτηρισμό «λειτουργικό ασυμβίβαστο».
Τι αλλάζει στην πράξη
Αν η πρόταση προχωρήσει, η καθημερινότητα της Βουλής θα είναι διαφορετική. Για παράδειγμα οι υπουργοί θα φέρνουν νομοσχέδια αλλά δεν θα τα ψηφίζουν όπως γίνεται μέχρι σήμερα.
Οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες δηλαδή θα διαμορφώνονται από «καθαρούς» βουλευτές.
Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος θα ασκείται από πρόσωπα που δεν συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Με άλλα λόγια, επιχειρείται ένας πιο καθαρός διαχωρισμός: Άλλοι κυβερνούν και άλλοι ελέγχουν.
Το ευρωπαϊκό παράδειγμα
Η κυβέρνηση επικαλείται μοντέλα από χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, όπου εφαρμόζονται παραλλαγές ασυμβίβαστου. Εκεί, η συμμετοχή στην κυβέρνηση συνεπάγεται την απομάκρυνση από την ενεργό κοινοβουλευτική δράση.
Ωστόσο, τα πολιτικά συστήματα αυτών των χωρών έχουν διαφορετικές ισορροπίες, κάτι που κάνει τη μεταφορά του μοντέλου στην Ελλάδα αντικείμενο έντονης συζήτησης.
Τα επιχειρήματα υπέρ
Οι υποστηρικτές της πρότασης μιλούν για μια αναγκαία θεσμική αναβάθμιση και για ενίσχυση της Βουλής. Οι βουλευτές θα έχουν περισσότερο χρόνο και ρόλο στον έλεγχο της κυβέρνησης. Θα περιορίζεται δηλαδή το φαινόμενο να «νομοθετεί και να ελέγχει τον εαυτό της» η ίδια πολιτική ομάδα.
Προσθέτουν επίσης ότι με αυτό το σύστημα θα γίνεται περισσότερη και ουσιαστική συζήτηση και όχι τυπική επικύρωση κυβερνητικών επιλογών.
Για το Μέγαρο Μαξίμου, πρόκειται για μια μεταρρύθμιση που εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια θεσμικού εκσυγχρονισμού.
Οι ενστάσεις και τα «γκρίζα σημεία»
Από την άλλη πλευρά, δεν λείπουν οι επιφυλάξεις αρκετών ακόμα και μέσα στην Κ.Ο. της ΝΔ. Αρκετοί μιλούν για αποδυνάμωση της πολιτικής ευθύνης. Σημειώνουν ότι ο υπουργός δεν θα λογοδοτεί ως βουλευτής στους ψηφοφόρους του με τον ίδιο τρόπο και θα χάσει την επαφή με τη βάση.
Ταυτόχρονα προσθέτουν ότι οι «αναπληρωτές» βουλευτές μπορεί να είναι πιο εξαρτημένοι από την ηγεσία και την κομματική πειθαρχία. Ορισμένοι μάλιστα μιλούν για τεχνητές πλειοψηφίες. Η κυβερνητική δύναμη στη Βουλή μπορεί να διαμορφώνεται με διαφορετικούς όρους και ισορροπίες από ότι σήμερα.
Όσοι στέκονται απέναντι στην πρόταση επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο θεσμικό αλλά βαθιά πολιτικό και αφορά τον τρόπο λειτουργίας των κομμάτων και την κομματική πειθαρχία.
Το πολιτικό timing δεν είναι τυχαίο
Η επαναφορά της συζήτησης δεν γίνεται σε ουδέτερο χρόνο. Έρχεται σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με πιέσεις λόγω υποθέσεων που βρίσκονται στη Δικαιοσύνη, όπως αυτές που σχετίζονται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η ανάδειξη θεσμικών πρωτοβουλιών λειτουργεί και ως εργαλείο αλλαγής ατζέντας.
Παράλληλα, δημιουργεί ένα νέο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, στο οποίο η κυβέρνηση επιδιώκει να εμφανιστεί ως δύναμη μεταρρύθμισης. Το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία απαιτεί αυξημένες πλειοψηφίες. Αυτό σημαίνει ότι καμία αλλαγή δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ευρύτερες συναινέσεις.
Έτσι, η πρόταση για το ασυμβίβαστο μετατρέπεται και σε πολιτικό τεστ. Ποια κόμματα είναι διατεθειμένα να στηρίξουν μια τέτοια αλλαγή και με ποιους όρους;
Πίσω από την τεχνική συζήτηση για το ποιος ψηφίζει και ποιος όχι, κρύβεται ένα βαθύτερο ερώτημα: πόσο διακριτές πρέπει να είναι οι εξουσίες σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα όπως το ελληνικό;
Η απάντηση δεν είναι προφανής. Το «λειτουργικό ασυμβίβαστο» μπορεί να ενισχύσει τη θεσμική καθαρότητα, αλλά δεν αρκεί από μόνο του για να αλλάξει τις πολιτικές πρακτικές. Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση που ανοίγει δεν αφορά μόνο τη λειτουργία της Βουλής, αλλά τον ίδιο τον τρόπο άσκησης της εξουσίας στη χώρα — και αυτό την καθιστά μία από τις πιο κρίσιμες θεσμικές αντιπαραθέσεις της περιόδου.
Διαβάστε επίσης