ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Δημοψήφισμα: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε

Δημοψήφισμα: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε

Για ποιες περιπτώσεις προβλέπεται - Πώς θα επικυρωθεί η απόφαση της κυβέρνησης από τη Βουλή και τι ποιο ποσοστό συμμετοχής του λαού χρειάζεται - Η διαδικασία του δημοψηφίσματος - Η ιστορία των δημοψηφισμάτων τα τελευταία 95 χρόνια

Το Σύνταγμα προβλέπει δύο περιπτώσεις δημοψηφισμάτων, τα οποία σε κάθε περίπτωση προκηρύσσονται με διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας:

α) Δημοψήφισμα για «κρίσιμο εθνικό θέμα». Για αυτή την περίπτωση απαιτείται πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου και απόφαση από 151 βουλευτές.

β) Δημοψήφισμα για «ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμιζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά». Για αυτήν την περίπτωση, απαιτείται πρόταση 120 βουλευτών και απόφαση 180 βουλευτών. Στην περίπτωση που το νομοσχέδιο υπερψηφιστεί, ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 42 παρ. 1 του Συντάγματος (έκδοση και δημοσίευση του νομοσχεδίου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εντός μηνός, με δυνατότητα αναπομπής του στη Βουλή).

Το πιο πιθανό είναι πάντως να επιλεγεί η πρώτη περίπτωση που απαιτεί 151 θετικές ψήφους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το σχετικό Νόμο, και οι δύο μορφές δημοψηφίσματος οδηγούν σε δεσμευτικό αποτέλεσμα, εάν για την πρώτη μορφή συμμετάσχει το 40% του εκλογικού σώματος και το 50% για τη δεύτερη.

Το ερώτημα που θα κληθούν να απαντήσουν οι πολίτες

Σύμφωνα με την εκδοθείσα ημερήσια διάταξη, θα διεξαχθεί «συζήτηση και διεξαγωγή ονομαστικής ψηφοφορίας για τη λήψη απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α' του Συντάγματος και 115 του Κανονισμού της Βουλής, επί της από 26/6/2015 Απόφασης και πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου για Διεξαγωγή Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα.

Σύμφωνα με την σχετική απόφαση και πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου προς τη Βουλή, κατόπιν εισήγησης του Πρωθυπουργού, κατά την διαδικασία του προτεινόμενου δημοψηφίσματος, ο ελληνικός λαός καλείται να αποφασίσει με την ψήφο του εάν πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25/6/2015 και αποτελείται από 2 έγγραφα, τα οποία συγκροτούν την πρόταση επί της οποίας προτείνεται το δημοψήφισμα: το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται «Reforms for the completion of the Current Program and Beyond» (Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού) και το δεύτερο «Preliminary Debt sustainability analysis» (προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους).

Όσοι πολίτες απορρίπτουν την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν ΔΕΝ ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ/ΟΧΙ

Όσοι πολίτες συμφωνούν με την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ/ΝΑΙ

Το Δημοψήφισμα προτείνεται να διεξαχθεί την Κυριακή 5 Ιουλίου 2015.

Δείτε ΕΔΩ την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος.

Ποια η διαδικασία του δημοψηφίσματος

Η διαδικασία στην κάλπη

Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί την επόμενη Κυριακή (5/7/2015) είναι όπως αυτή των εκλογών. Οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι με την ταυτότητα ή το διαβατήριο τους θα προσέλθουν για να ψηφίσουν στις κάλπες.

Τα ψηφοδέλτιο θα είναι ΝΑΙ, ΟΧΙ και λευκό.

Η ψηφοφορία αρχίζει στις 7:00 το πρωί και ολοκληρώνεται στις 19:00 της ίδιας ημέρας.

Για να θεωρηθεί έγκυρο το αποτέλεσμα της λαϊκής ετυμηγορίας, στο μεν πρώτο είδος δημοψηφίσματος για κρίσιμα εθνικά θέματα θα πρέπει η συμμετοχή των ψηφοφόρων να είναι στο 40%, ενώ για το δεύτερο το λεγόμενο «νομοθετικό» θα πρέπει στην κάλπη να προσέλθει το 50% του εκλογικού σώματος.

Πόσο μπορεί να κοστίσει ένα δημοψήφισμα

Αν και ακόμα δεν έχει γίνει γνωστό πόσο θα κοστίσει η διαδικασία του δημοψηφίσματος, υπενθυμίζεται πως:

Το πλαίσιο του τρόπου προσφυγής στην λαϊκή ετυμηγορία περιγράφεται από τις παραγράφους 3 και 4 του Συντάγματος οι οποίες εξειδικεύτηκαν από το νόμο 4023/2011 («Διεύρυνση της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας με την διενέργεια δημοψηφίσματος») που ψήφισε η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου τον Οκτώβριο του 2011. Σύμφωνα μάλιστα με την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου που συνόδευε εκείνο το νομοσχέδιο, το κόστος για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος εκτιμάται στα 110.000.000 ευρώ.

Η ιστορία των δημοψηφισμάτων τα τελευταία 95 χρόνια

Μόλις 7 δημοψηφίσματα μέσα σε 95 χρόνια.

Μηδενική σχεδόν κουλτούρα δημοψηφισμάτων χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο τμήμα του εκλογικού πληθυσμού καθώς η τελευταία σχετική αναμέτρηση έγινε προ 41 ετών, το 1974. Στη νεότερη πολιτική και κοινωνική ιστορία της χώρας έχουν γίνει 7 δημοψηφίσματα εκ των οποίων μόνον αυτό του 1974 θεωρείται μη διαβλητού χαρακτήρα. Στην ουσία οι Ελληνες ψηφοφόροι 61 ετών και κάτω ουδέποτε εκλήθησαν να απαντήσουν σε ερωτήματα με τη μορφή «ΝΑΙ ή ΟΧΙ».

Τα έξι δημοψηφίσματα αφορούσαν το πολιτειακό και το ένα την έγκριση Συντάγματος. Μάλιστα, τα τρία από τα επτά δημοψηφίσματα διενεργήθηκαν από δικτατορικές κυβερνήσεις.

1920: 98% υπέρ της βασιλευομένης δημοκρατίας

Το δημοψήφισμα διενεργήθηκε από την κυβέρνηση Δ. Ράλλη στις 22 Νοεμβρίου (παλ. ημερ) / 5 Δεκεμβρίου 1920. Στο δημοψήφισμα δεν πήραν μέρος οι Φιλελεύθεροι. Τα αποτελέσματα ήταν 98% υπέρ της επιστροφής του Κωνσταντίνου. Στις 6 Δεκεμβρίου (παλ. ημερ) / 19 Δεκεμβρίου ξαναγύρισε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’.

Μετά από αυτή την κατάληξη οι συμμαχικές δυνάμεις βρίσκουν την πρόφαση να σταματήσουν να υποστηρίζουν την Ελλάδα και δίνουν την υποστήριξή τους στην Τουρκία με επακόλουθο την Μικρασιατική καταστροφή.

1924: 70% υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας

Το δημοψήφισμα του 1924 έγινε στις 13 Απριλίου από την Δ΄ Συντακτική Εθνοσυνέλευση που είχε συγκροτηθεί στις 2 Ιανουαρίου 1924. Η Μοναρχία καταργήθηκε στις 25 Μαρτίου 1924 και προκηρύχθηκε δημοψήφισμα για την επικύρωση της απόφασης της Συντακτικής.

Στις 13 Απριλίου 1924 η λαϊκή ψήφος επικύρωσε την παραπάνω απόφαση της Δ΄ Συντακτικής Συνέλευσης. Μία μερίδα των βασιλοφρόνων, με επικεφαλής τον Π. Τσαλδάρη, αρνήθηκε την εγκυρότητα του αποτελέσματος και δεν αναγνώρισε το νέο πολίτευμα, γιατί, όπως ισχυριζόταν, είχαν γίνει νοθείες. Το αναγνώρισε, όμως, ο Ιωάννης Μεταξάς και δήλωσε ότι θα πολιτευθεί μέσα στα πλαίσια του νέου πολιτεύματος με το κόμμα του, των Ελευθεροφρόνων, γεγονός που επέτεινε τη διάσπαση της φιλομοναρχικής μερίδας.

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος το δέχτηκε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος από το εξωτερικό. Ο Βενιζέλος είχε αναλάβει πρωθυπουργός για ένα μικρό διάστημα στις αρχές του 1924 (11 Ιανουαρίου 1924 – 6 Φεβρουαρίου 1924), δεν μπόρεσε, όμως, να συγκρατήσει το ρεύμα υπέρ της αλλαγής του πολιτεύματος και εγκατέλειψε τη χώρα. Γενικά, ο λαός είχε κουραστεί από τη χρόνια πολιτική ανωμαλία και ήταν διατεθειμένος να δοκιμάσει το νέο πολίτευμα, με την ευχή ότι θα εξασφάλιζε πολιτική σταθερότητα.

1935: 98% υπέρ της βασιλευομένης δημοκρατίας

Το δημοψήφισμα έγινε στις 3 Νοεμβρίου 1935 και έμεινε στην ιστορία σαν Νόθο δημοψήφισμα. Διενεργήθηκε από την δικτατορική κυβέρνηση του Γεωργίου Κονδύλη (που είχε καταλάβει με πραξικόπημα την εξουσία στις 10 Οκτωβρίου 1935) που συγκάλεσε την Ε΄ Εθνική Συνέλευση για να καταργήσει το πολίτευμα της Αβασίλευτης δημοκρατίας. Τα βενιζελογενή κόμματα με την αποχή τους συνέβαλαν στην προώθηση της καθεστωτικής αλλαγής.

Στο Δημοψήφισμα καλείτο ο λαός να εγκρίνει ή να απορρίψει την αλλαγή του πολιτεύματος. Εξελίχθηκε όμως σε τραγική φάρσα. Άν και από την πολιτική κατάσταση της εποχής έβγαινε το συμπέρασμα ότι το εκλογικό σώμα θα επικύρωνε με ισχυρή πλειοψηφία την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης, η κυβέρνηση Κονδύλη φοβόταν ότι η πλειοψηφία δεν θα ήταν αρκετά ισχυρή και επεδόθη σε μεγάλης έκτασης νοθεία. Σκοπός των κινηματιών ήταν η παγίωση του καθεστώτος τους, και τους συνέφερε μια αμφισβητήσιμη εκλογική διαδικασία, ούτως ώστε αργότερα να τους έχει απόλυτη ανάγκη ο – υπό αμφισβήτηση – Βασιλιάς.

Την παγίωση αυτού του καθεστώτος προσπάθησε να αποτρέψει ο αυτοεξόριστος Ελευθέριος Βενιζέλος, επιχειρώντας να εξαγοράσει την αναγνώριση της Παλινόρθωσης με ορισμένες εγγυήσεις και παραχωρήσεις του επανερχόμενου Βασιλιά (αμνηστία των κινηματιών του βενιζελικού κινήματος της 1 Μαρτίου 1935, ελεύθερες εκλογές).

Ο στρατιωτικός νόμος είχε αρθεί μια εβδομάδα μόνο πριν από το δημοψήφισμα, η λογοκρισία εμπόδιζε τη δημοσίευση των απόψεων υπέρ της αβασίλευτης. Μάλιστα, λίγες μέρες πριν από το δημοψήφισμα, εκτοπίστηκαν στη Μύκονο ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου και ο Γεώργιος Παπανδρέου. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν να ψηφίσουν στο δημοψήφισμα 350.000 περισσότεροι εκλογείς συγκριτικά με εκείνους που ψήφισαν στις βουλευτικές εκλογές του 1932, όταν είχε σημειωθεί η μικρότερη αποχή. Σε σχέση με τις ελεύθερες βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου του 1936 που ακολούθησαν, εκείνοι που ψήφισαν στο δημοψήφισμα ξεπερνούσαν τους ψηφοφόρους του 1936 κατά 250.000. Από τους αριθμούς προκύπτει καθαρά η μεγάλη νοθεία που έγινε αλλά και από πολλούς «Ηρακλείς του Στέμματος» που για πολλές εβδομάδες μετά το δημοψήφισμα καμάρωναν που είχαν ψηφίσει από τρεις και τέσσερις φορές ο καθένας.

1946: 69% υπέρ της βασιλευομένης δημοκρατίας

Το Δημοψήφισμα του 1946 διενεργήθηκε από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη την 1 Σεπτεμβρίου 1946, σύμφωνα με ψήφισμα της Βουλής του Ιουνίου του ίδιου έτους, με το ερώτημα της επανόδου του Βασιλιά Γεωργίου Β΄ στην Ελλάδα ή όχι (ο οποίος είχε φύγει από την Ελλάδα μαζί με την ελληνική κυβέρνηση όταν καταλήφθηκε η Ελλάδα από τις Γερμανικές δυνάμεις τον Απρίλιο του 1941) καθώς και μια τρίτη επιλογή υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Το αποτέλεσμα ήταν 69% υπέρ της επανόδου του βασιλιά, 20% κατά και 11% υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας.

Το δημοψήφισμα διενεργήθηκε την 1η Σεπτεμβρίου του 1946: σε σύνολο περίπου 1.900.000 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ψήφισαν περίπου 1.700.000. Το αποτέλεσμα ήταν 69% των ψήφων υπέρ της επανόδου του Γεωργίου Β΄. Στην ηπειρωτική Ελλάδα ο Γεώργιος Β΄ έλαβε από 80% έως 97%, ενώ στις πόλεις ψήφισαν κατά της επανόδου του. Στην Κρήτη σημειώθηκε ποσοστό 70% υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Η αποχή δεν υπερέβη το 15%. Ο Γεώργιος Β΄ επέστρεψε στην Ελλάδα στις 28 Σεπτεμβρίου.

1974: 69% υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας

Στις 8 Δεκεμβρίου 1974 διεξήχθη στην Ελλάδα δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος μεταξύ Βασιλευόμενης και Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν 69,2% υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Την 1η Ιουνίου 1973 η Χούντα των Συνταγματαρχών κατήργησε τη Βασιλεία στην Ελλάδα, μετά το Κίνημα του Ναυτικού εναντίον της, και εγκαθίδρυσε Προεδρική Δημοκρατία. Κανένα κόμμα δεν αναγνώρισε το δημοψήφισμα που ακολούθησε τον Ιούλιο του 1973 και δεσμεύτηκαν, μαζί με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο, στη διενέργεια άλλου, όταν αποκατασταθεί η Δημοκρατία.

Μετά την πτώση της Χούντας τον Ιούλιο του 1974 η Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή υιοθέτησε τη Συντακτική Πράξη της 1ης Αυγούστου 1974 και επανέφερε σε ισχύ το Σύνταγμα της 1 Ιανουαρίου 1952, χωρίς τις θεμελιώδεις διατάξεις, δηλαδή αυτές που αφορούσαν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Η αναστολή των διατάξεων περί Αρχηγού Κράτους θα κρινόταν με δημοψήφισμα, που θα γινόταν εν καιρώ.

Μέχρι το Δημοψήφισμα, Αρχηγός του Κράτους συνέχισε να είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας του στρατιωτικού καθεστώτος, Στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης. Στο δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, επέλεξε την Αβασίλευτη Δημοκρατία με ποσοστό 69,2%. Η απόφαση αυτή έκρινε δύο ζητήματα: Σε θεσμικό επίπεδο τον τρόπο ανάδειξης του αρχηγού του κράτους (αιρετός και όχι κληρονομικός) και σε πολιτικό επίπεδο τη μη επιστροφή του Βασιλιά Κωνσταντίνου, ο οποίος βρισκόταν εκτός Ελλάδος από τις 13 Δεκεμβρίου 1967, μετά από το αποτυχημένο εγχείρημά του εναντίον των απριλιανών σφετεριστών της εξουσίας.