Μόνο στο μέλλον μπορούμε να εστιάζουμε…
Ακόμα και εάν ένας «χρονοταξιδιώτης» ταξιδέψει στο παρελθόν, με σκοπό να αλλάξει κάποιο γεγονός, που είχε τότε συμβεί, θα αποδειχθεί τελικά, πως οι ίδιες οι πράξεις του είναι αυτές που προκαλούν το συγκεκριμένο γεγονός εξ αρχής. Είναι το περίφημο «νομοτελειακό παράδοξο».
Βάσει αυτού, η ιστορία δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει, ό,τι κι αν εμείς κάνουμε. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον είναι κυριολεκτικά «κλειδωμένα» και «σφραγισμένα», σε έναν ατέρμονο βρόχο αιτιότητας στον χωροχρόνο, όπου το αποτέλεσμα είναι ταυτόχρονα και η αιτία κάθε συμβάντος, που έχει συμβεί, συμβαίνει ή πρόκειται κάποια στιγμή να συμβεί...
Στη φυσική, το παράδοξο αυτό συμβαδίζει με την «Αρχή Αυτοσυνέπειας του Novikov». Η αρχή αυτή υποστηρίζει ότι αν και όταν κάποια στιγμή, ένα ταξίδι στο χρόνο θα καταστεί εφικτό, τότε, το σύμπαν θα επιτρέπει μόνο εκείνες τις ενέργειες, οι οποίες θα είναι απόλυτα συνεπείς με την ιστορία και τον χωροχρόνο, που καταγράφει κάθε στιγμή της -ακόμα και απειροελάχιστες λεπτομέρειες της κάθε στιγμής. Με απλά λόγια: δεν μπορεί κανείς να αλλάξει το παρελθόν, γιατί ό,τι συνέβη εκεί, έχει ήδη συμβεί. Το παρελθόν είναι και παραμένει παρελθόν…
Από το πλήθος των ψηφοφόρων-πολιτών, που κατέρχονται στις κάλπες για να ενσαρκώσουν με την ψήφο τους έναν νέο κύκλο διακυβέρνησης της χώρας, κάποιοι αρνούνται πεισματικά τη συμμετοχή τους σε κάτι που θεωρούν «θέατρο σκιών». Ο λόγος της απέχθειάς τους αυτής, ως προς τις εκλογές, στις οποίες καλούνται να ψηφίσουν επιλέγοντας «εκείνους» που θα διοικήσουν τη χώρα, είναι οι οδυνηρές και οι τραυματικές εμπειρίες που βίωσαν τα προηγούμενα χρόνια και οι αναμνήσεις τους αυτές εκδηλώνονται με μία ισχυρή και πεισματική άρνηση ως προς τη συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία. Αυτό το γεγονός από μόνο του συνιστά ένα νομοτελειακό παράδοξο για την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος.
Αποτέλεσμα του παράδοξου αυτού είναι η πολιτική ζωή της χώρας και η διακυβέρνησή της να οδηγηθεί σε έναν υπαρξιακό διάλογο με τους αρνητές και με εκείνους που ο θυμός, τους οδηγεί να στρέφονται κατά της εύρυθμης λειτουργίας της χώρας και να δωρίζουν αχρείαστα την ψήφο τους σε πολιτικά μορφώματα, που ουδεμία σχέση έχουν με το “καλό” της χώρας και των πολιτών της. Γενικά όμως, οι πολίτες στο σύνολό τους, μετά τα μύρια όσα υπέμειναν για αρκετά χρόνια, διεκδικούν σθεναρά τη γνώση του τρόπου διακυβέρνησης της χώρας από τους διεκδικητές της εξουσίας, ώστε να λάβουν την οριστική τους απόφαση, να αρνηθούν να προσέλθουν στις κάλπες, να ψηφίσουν τιμωρητικά τα μικρά πολιτικά μορφώματα, ή να ακολουθήσουν την επί δεκαετίες εκδηλωμένη νομοτέλεια και να επιλέξουν κυβέρνηση.
Το τίμημα της άρνησης ορίζεται από την πολιτική κανονικότητα ως το πολιτικό σκοτάδι της ακυβερνησίας. Τι συνιστά όμως πολιτική κανονικότητα; Ποιος θα την επιβάλλει; Με ποια διαδικασία; Είναι δυστυχώς μερικά από τα δραματικά ερωτήματα που εξουθενώνουν την πιθανή αρνητική, ή την τιμωρητική απόφαση τους, καθώς το μοναδικό γεγονός τής ακυβερνησίας συνιστά πρωτοφανές λάθος για την ίδια την έννοια της δημοκρατίας. Η πολιτική κανονικότητα επιτρέπει στους πολίτες να βιώσουν τμήματα της μελλοντικής τους ζωής και έτσι να αποφασίσουν για την τύχη της... προς μεγάλη απογοήτευση των πολιτικών μορφωμάτων, που βασίζουν την ύπαρξή τους στην ακυβερνησία, τη μη-κανονικότητα και την πολιτική αστάθεια….
Πώς ορίζονται τελικά τα συναισθήματα των πολιτών σχετικά με την πολιτική ή αλλιώς, τι ακριβώς είναι αυτά τα πολιτικά συναισθήματα; Ποια είναι σήμερα τα κυρίαρχα συναισθήματα των πολιτών και πώς αυτά επηρεάζουν την πολιτική κουλτούρα και την εκλογική τους συμπεριφορά; Πώς επιδρούν τα θετικά και τα αρνητικά συναισθήματα αντίστοιχα στην πολιτική κινητοποίηση και τη συμμετοχή των πολλών; Πόσο γενικευμένο είναι στις μέρες μας το συναίσθημα της απογοήτευσης και τι επίπτωση έχει αυτό στον πολιτικό ανταγωνισμό; Πόσο συγκυριακή μπορεί να είναι μια εμπεδωμένη αίσθηση απαισιοδοξίας και αναποτελεσματικότητας των ασκούμενων πολιτικών που μοιράζεται μεγάλη μερίδα των πολιτών;
Σίγουρα δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση να ορίσει κάποιος τα συναισθήματα στην πολιτική. Πάντως, αν με κάποιον τρόπο έπρεπε να γίνει, θα λέγαμε ότι αποτελούν συναισθηματικές – με αρκετά μεγάλη αντοχή στο χρόνο –διαθέσεις που σχετίζονται με τις πολιτικές και κοινωνικές νόρμες και την ιδιαίτερη συγκυρία μιας δεδομένης κοινωνίας, σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, διαδραματίζοντας, μεταξύ άλλων, ένα ρόλο-κλειδί στη συγκρότηση της πολιτικής κουλτούρας και της πολιτικής συμπεριφοράς.
Τα συναισθήματα στην πολιτική αποτελούν αντιδράσεις που ενέχουν ως έναν ορισμένο βαθμό το στοιχείο της δέσμευσης και συνοδεύονται από ορισμένα αντικείμενα προς τα οποία και διοχετεύονται. Πολιτικοί θεσμοί, πρόσωπα, σύμβολα, ιδέες και αξίες είναι ορισμένα μόνο από αυτά. Μπορεί κανείς να αισθάνεται πάθος και αφοσίωση προς την ιδεολογία του, θυμό απέναντι στο πολιτικό σύστημα, απογοήτευση από τις πολιτικές ελίτ, φόβο και άγχος, λόγω της ατομικής ή συλλογικής οικονομικής κατάστασης, κυνισμό εν γένει απέναντι στην πολιτική, λόγω μειωμένης εμπιστοσύνης στους θεσμούς, ή και ελπίδα και αισιοδοξία, λόγω της εμφάνισης ενός χαρισματικού προσώπου ή μιας νέας πολιτικής παράταξης.
Πρόκειται για απλά ερωτήματα, που καιρός είναι να απαντηθούν από τα συστημικά κόμματα, που εναγωνίως ζητούν την ψήφο των πολιτών.