Δίκη ΟΠΕΚΕΠΕ: Μελάς και Ρέππα αρνήθηκαν τις κατηγορίες - «Να κριθούμε με βάση τα στοιχεία»

Ο κατηγορούμενος περιέγραψε την εργασιακή πορεία μέχρι την ημέρα που ανέλαβε τη θέση του προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ

Δίκη ΟΠΕΚΕΠΕ: Μελάς και Ρέππα αρνήθηκαν τις κατηγορίες - «Να κριθούμε με βάση τα στοιχεία»
Snapshot
  • Ο Δημήτρης Μελάς αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και υποστήριξε ότι λειτούργησε εντός των αρμοδιοτήτων του, χωρίς να ασκήσει πιέσεις ή παράνομες ενέργειες.
  • Ο Μελάς περιέγραψε την περίοδο της προεδρίας του ως δύσκολη, με έντονο ανταγωνισμό μεταξύ τεχνικών συμβούλων και αυξημένο όγκο ελέγχων.
  • Ο Μελάς δήλωσε ότι δεν παρέδωσε αμέσως το πόρισμα για παράνομες επιδοτήσεις στις εισαγγελικές αρχές επειδή απαιτούνταν πλήρης τεκμηρίωση πριν τη διαβίβαση.
  • Η Αθανασία Ρέππα αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, υπογραμμίζοντας τις σοβαρές ελλείψεις στην τεκμηρίωση της έκθεσης ελέγχου που της είχε παραδοθεί.
  • Η Ρέππα τόνισε την υποστελέχωση της Διεύθυνσης Τεχνικών Ελέγχων και τις αυξανόμενες αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Άμεσων Ενισχύσεων κατά τη διάρκεια της θητείας της.
Snapshot powered by AI

Με την απολογία του πρώην προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ Δημήτρη Μελά συνεχίστηκε η δίκη στην οποία είναι συγκατηγορούμενος με την πρώην επικεφαλής της Διεύθυνσης Άμεσων Ενισχύσεων και Αγοράς και της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων, Αθανασίας Ρέππα για υπεξαγωγή εγγράφου από κοινού, υπόθαλψη εγκληματία από κοινού κατά συρροή και παράβαση καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό πλημμελήματος.

Ο κατηγορούμενος περιέγραψε την εργασιακή πορεία μέχρι την ημέρα που ανέλαβε τη θέση του προέδρου του ΟΠΕΚΕΠΕ. «Το 2019 κλήθηκα να αναλάβω αντιπρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ. Μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδος, γιατί το 2021 που τοποθετήθηκα πρόεδρος, ήταν μια χρονιά που ενώ όλα τα προηγούμενα χρόνια υπήρχε μια μονομερής συνεργασία με ένα τεχνικό σύμβουλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, είχε αρχίσει να αποκτά δεσπόζουσα θέση. Το 2021 εμφανίστηκε ανταγωνιστική εταιρία» ανέφερε ο κ. Μελάς.

Περιγράφοντας την κατάσταση που επικρατούσε στον Οργανισμό την περίοδο προεδρίας του, έκανε λόγο για μια δύσκολη περίοδο με αυξημένο έργο ελέγχων και «πόλεμο» μεταξύ δύο εταιριών τεχνικών συμβούλων του ΟΠΕΚΕΠΕ. «Η αρχική εταιρία ήταν η Neuropublic. Εκεί ξεκίνησε πόλεμος μεταξύ τους και ο ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν στη μέση. Μπλόκαραν συνεχώς οι διαδικασίες. Ολο αυτό το σκηνικό δημιούργησε απίστευτες παρενέργειες. Σε μια περίοδο φορτισμένη με όλα τα παρεπόμενα, είχαμε αυτή τη διαδικασία και μια εργώδη προσπάθεια προσπάθεια να καταστείλουμε -να εξαλείψουμε ήταν αδύνατο- το όλο φαινόμενο της μεγάλης εκτόξευσης των ποσών των επιδοτήσεων. Ολοι οι υπάλληλοι υπερέβησαν εαυτόν στους ελέγχους. Το πιο εύκολο πράγμα θα ήταν να δεσμεύσουμε ΑΦΜ. Αυτό δεν είναι η ορθή διαδικασία, χωρίς συγκεκριμένες διαδικασίες και χρονικό ορίζοντα. Δε μπορεί ένας αγρότης επειδή για παράδειγμα εξ αντανακλάσεως το όνομα του προέκυψε σε έρευνα να μη πληρωθεί. Πληρώνονται μια ή δύο φορές το χρόνο. Θα έπρεπε να γίνει έρευνα σωστή. Αυτός ήταν ο δύσκολος δρόμος. Μου ανέθεσε ο κ. Λιβανός (πρώην υπουργός αγροτικής ανάπτυξης) να του προτείνω μέτρα, τα οποία αποτυπώθηκαν σε ΚΥΑ».

Όπως περιέγραψε ο κατηγορούμενος, «ενεπλάκη το όνομα μου σε μια δίνη άδικης δημοσιότητας και θα αποδειχθεί. Υπήρξε δολοφονία χαρακτήρα. Αυτή η νόμιμη επισύνδεση ξεκίνησε από καταγγελία. Κάνεις από αυτούς δεν έλεγε ότι έχουν ζητηθεί χρήματα από μένα. Ο εισαγγελέας αρνήθηκε να δώσει παράταση στην επι σύνδεση επειδή δε βρέθηκαν στοιχεία για μένα. Ω του θαύματος ξαφνικά έγινε νέα καταγγελία για μένα. Ολα αυτά έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον για μένα!» είπε ο κατηγορούμενος.

Κατά τη διάρκεια της απολογίας του επανέλαβε αρκετές φορές ότι λειτούργησε εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων του και δεν άσκησε πιέσεις για «ρουσφέτια» ή παράνομες ενέργειες προς τους υπαλλήλους του ΟΠΕΚΕΠΕ. «Πάντως εγώ λειτούργησα σεβόμενος το καθήκον μου, δεν ζόρισα ποτέ υπάλληλο να κάνει κάτι εκτός διαδικασίας ή παράνομο. Αντιλαμβάνομαι πλήρως ότι η αδέκαστη δικαστική σας κρίση συνυπάρχει με ανθρώπινη υπόσταση που συνυπάρχει με ότι συμβαίνει γύρω μας και παρουσιάζεται στην τηλεόραση. Θα ήθελα να κριθώ με βάση τα στοιχεία. Πότε δεν δίωξα, δεν υποβάθμισα υπάλληλο, δεν δημιούργησα ποτέ συνθήκες αποκλεισμών ή παρεμβάσεων. Οτι έκανα ήταν ορατό στους πάντες».

Επιχειρώντας να αιτιολογήσει την μετακίνηση της Παρασκευής Τυχεροπούλου από το πόστο ελέγχων στον οποίο βρισκόταν, ο κ. Μελάς υποστήριξε ότι είχε δεχτεί παράπονα για την απόδοση της.

«Με την Τυχεροπούλου δεν είχαμε συνεργασία. Την μετακίνησα σε ομόβαθμη θέση. Δεν είχα αντιδικία. Μου ζητήθηκε από το διευθυντή της η μετακίνηση διότι υστερούσε. Δημιουργούσε συνθήκες που παραπονούνταν οι συνάδελφοι της, τουλάχιστον αυτό μεταφέρθηκε σε εμένα και έδρασα αναλόγως τοποθετώντας την σε μια ανάλογη και αξιοπρεπή θέση» ανέφερε.

Στο «κάδρο» της απολογίας του μπήκε και η κατηγορία της παράβασης καθήκοντος, η οποία συνδέεται με το γεγονός ότι δεν διαβίβασε στις εισαγγελικές αρχές το πόρισμα της Παρασκευής Τυχεροπούλου για υποθέσεις παράνομων επιδοτήσεων. Ο Δημήτρης Μελάς απέρριψε την αιτίαση, υποστηρίζοντας ότι πριν από οποιαδήποτε εισαγγελική αναφορά έπρεπε να έχει προηγηθεί πλήρης τεκμηρίωση των παραβάσεων.

«Δεν θα μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο. Το ποιος μπορεί να διαβιβάσει και πότε στην Εισαγγελία είναι δευτερεύον. Εκείνο που προέχει είναι να έχει “δεθεί” το αδίκημα, η παρατυπία ή η παρανομία», ανέφερε, εξηγώντας πως ο ίδιος είχε ήδη προχωρήσει σε μηνυτήριες αναφορές όταν, όπως είπε, υπήρχαν αδιαμφισβήτητα στοιχεία. «Έχω κάνει πέντε μηνυτήριες αναφορές για εξόφθαλμες περιπτώσεις απάτης. Όταν, για παράδειγμα, ένα μισθωτήριο εμφανίζεται να έχει υπογραφεί μετά τον θάνατο του εκμισθωτή, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία. Εκεί οφείλεις να το στείλεις», υποστήριξε.

Απαντώντας στις ερωτήσεις της προέδρου, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε ενημερωθεί για την έκθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου, την οποία μελέτησε την επόμενη ημέρα και στη συνέχεια διαβίβασε στην αρμόδια υπηρεσία ελέγχου.

Ο Δημήτρης Μελάς χαρακτήρισε την έκθεση ως ένα έγγραφο με «πολύ σοβαρές ενδείξεις παρατυπίας», επισημαίνοντας ότι η πλειονότητα των ευρημάτων παρέπεμπε σε σοβαρές παραβατικές ενδείξεις που έπρεπε να ελεγχθούν. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι δεν επρόκειτο για οριστικό πόρισμα ελέγχου, αλλά για μια έκθεση στην οποία καταγράφονταν ενδείξεις και όχι τελικά συμπεράσματα.

Ερωτηθείς αν θεώρησε ότι η έκθεση είχε ανεπίσημο χαρακτήρα, ο πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ απάντησε ότι το έγγραφο έφτασε στο γραφείο του μέσω της γραμματείας και, όπως θυμόταν, δεν έφερε αριθμό πρωτοκόλλου. Πρόσθεσε ότι στη συνέχεια εκδόθηκε η συνολική εντολή ελέγχου. Αναφερόμενος, τέλος, στην εξαφάνιση του επίμαχου φακέλου, ο Δημήτρης Μελάς υποστήριξε ότι όταν ξεκίνησε η αναζήτησή του είχε ήδη αποχωρήσει από τον Οργανισμό. Όπως είπε, αφού ενημέρωσε τον τότε πρόεδρο Παππά, ο φάκελος παρέμεινε στο γραφείο της διοίκησης και ο ίδιος δεν είχε λόγο να τον παραλάβει εκ νέου ή να παρακολουθήσει την πορεία του, καθώς είχε ήδη εκδοθεί η εντολή για τη διενέργεια ελέγχου.

Εμφανώς συγκινημένη απολογήθηκε η πρώην προϊσταμένη της Διεύθυνσης Άμεσων Ενισχύσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ, Αθανασία Ρέππα, η οποία απέρριψε όλες τις κατηγορίες που της αποδίδονται. Σε αρκετά σημεία της απολογίας της ξέσπασε σε κλάματα, ενώ οι αναφορές της στον τρόπο λειτουργίας του Οργανισμού προκάλεσαν επανειλημμένα το χειροκρότημα υπαλλήλων του ΟΠΕΚΕΠΕ που παρακολουθούσαν τη διαδικασία από το ακροατήριο.

«Αρνούμαι όλες τις κατηγορίες. Πιστεύω ότι μέσα από τη διαδικασία και τα έγγραφα έχετε σχηματίσει κι εσείς μια ξεκάθαρη εικόνα», είπε απευθυνόμενη στο δικαστήριο.

Ξεκινώντας την απολογία της αναφέρθηκε στην υπηρεσιακή της διαδρομή, λέγοντας ότι η τοποθέτησή της στη θέση της προϊσταμένης ήταν απρόσμενη. «Με έκπληξη με διόρισαν προϊσταμένη. Εγώ απλώς υπέβαλα τυπικά τα χαρτιά μου. Δεν με φόβισε η ευθύνη, μου αρέσουν οι προκλήσεις», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η Διεύθυνση Άμεσων Ενισχύσεων λειτουργούσε με ολοένα και λιγότερο προσωπικό. Όπως είπε, το 2011 είχε υπό την ευθύνη της 70 υπαλλήλους, ενώ το 2020 είχαν απομείνει μόλις 38, την ώρα που οι αρμοδιότητες και οι απαιτήσεις αυξάνονταν.

Στη συνέχεια περιέγραψε τις αλλαγές που επέφερε η μεταρρύθμιση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής το 2015, επισημαίνοντας ότι η υπηρεσία διαπίστωνε σταδιακή μείωση του ζωικού κεφαλαίου. Παράλληλα, υποστήριξε ότι ήδη από το 2018 είχαν εντοπιστεί ενδείξεις ασυνήθιστης αύξησης δηλωμένων μεγάλων εκτάσεων, γεγονός που την οδήγησε να εισηγηθεί ελέγχους για το εθνικό απόθεμα του 2017. «Μέχρι τότε οι έλεγχοι γίνονταν μόνο ύστερα από καταγγελίες», σημείωσε.

Η κατηγορούμενη υποστήριξε ακόμη ότι η Διεύθυνση Τεχνικών Ελέγχων, η οποία θα έπρεπε -όπως είπε- να αποτελεί τον βασικό ελεγκτικό μηχανισμό του Οργανισμού, ήταν υποστελεχωμένη, καθώς διέθετε μόλις τρεις υπαλλήλους.

Εκτενή αναφορά έκανε και στην έκθεση της ελέγκτριας Παρασκευής Τυχεροπούλου. Όπως είπε, όταν αυτή έφτασε στα χέρια της τη χρέωσε αρχικά στην αρμόδια Διεύθυνση, κρατώντας αντίγραφό της, ενώ την επόμενη ημέρα τη μελέτησε η ίδια. «Κούνησα το κεφάλι και είπα ότι έχουμε ξανά τα ευρήματα του 2019, αλλά με άλλη μορφή. Σκέφτηκα ότι υπάρχει θέμα και πρέπει να γίνει κάτι», ανέφερε.

Ωστόσο, όπως υποστήριξε, διαπίστωσε σοβαρές ελλείψεις στην τεκμηρίωση της έκθεσης. Ανέφερε ότι απουσίαζαν συνημμένα στα οποία γινόταν αναφορά, δεν υπήρχε συγκεκριμένη εντολή ελέγχου, ούτε προσδιοριζόταν ο τρόπος επιλογής των παραγωγών που ελέγχθηκαν. «Για κάθε παραγωγό πρέπει να υπάρχει πλήρης ανάλυση για το πώς επιλέχθηκε και ποια ήταν η ανάλυση κινδύνου. Διαφορετικά αφήνεται περιθώριο για διακριτική μεταχείριση, ανισότητα και αδιαφάνεια», κατέθεσε, σημειώνοντας ακόμη ότι η έκθεση έφερε μόνο την υπογραφή της κ. Τυχεροπούλου.

Κλείνοντας την αναφορά της στο συγκεκριμένο ζήτημα, υποστήριξε ότι επέστρεψε τον φάκελο στον τότε πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ, Δημήτρη Μελά, μαζί με τις παρατηρήσεις της, ρωτώντας αν ο Οργανισμός θα αποκτούσε πλήρη φάκελο της υπόθεσης. «Μου είπε ότι θα μας τον έφερνε η κυρία Τυχεροπούλου. Εγώ, πάντως, είχα ήδη διαβιβάσει την έκθεση για επεξεργασία στην αρμόδια Διεύθυνση και στην κυρία Αδαμοπούλου», ανέφερε στην απολογία της.

Σχόλια
Ροή Ειδήσεων Δημοφιλή